Οι κατηγορίες που βαραίνουν τον ιδιοκτήτη της βιομηχανίας μπισκότων «Βιολάντα» είναι σοβαρές. Ο Κωνσταντίνος Τζιωρτζιώτης κατηγορείται πλέον για κακούργημα. Η μετατροπή του κατηγορητηρίου έγινε μετά τα στοιχεία που φέρεται να προέκυψαν από την έρευνα, όπως ότι είχε ζητηθεί από ιδιώτη τεχνικό να αλλάξει την εγκατάσταση μετά τα παράπονα για έντονη οσμή αερίου, αλλά οι εργασίες δεν προχώρησαν επειδή η τιμή που είχε ζητήσει θεωρήθηκε ακριβή. Ή ότι οι υπόγειες δεξαμενές προπανίου και οι υπογειοποιημένες σωληνώσεις δεν είχαν πιστοποίηση. Ή ακόμη ότι οι δύο υπέργειες δεξαμενές από τις οποίες έφευγαν οι φθαρμένοι σωλήνες δεν υπήρχαν στα επίσημα σχέδια που είχαν υποβληθεί για άδεια πυρασφάλειας.
Ολα αυτά προκύπτουν βέβαια από πληροφορίες. Η υπόθεση βρίσκεται στα χέρια της δικαιοσύνης και ο κατηγορούμενος επιχειρηματίας, όπως κάθε κατηγορούμενος σε ένα κράτος δικαίου, είναι αθώος μέχρι να αποδειχθεί τελεσιδίκως η ενοχή του. Οσο μεγάλος κι αν είναι λοιπόν ο πόνος για τις πέντε εργάτριες που χάθηκαν, όσο ισχυρά κι αν είναι τα συναισθήματα για τις τυχόν εγκληματικές παραλείψεις και παραβάσεις που οδήγησαν στον θάνατό τους, η ανθρωποφαγία είναι απαράδεκτη.
Το ίδιο ισχύει όμως και αντιστρόφως. Οι συγκεντρώσεις συμπαράστασης στον προφυλακισμένο ιδιοκτήτη, με συνθήματα όπως «Η αξιοπρέπεια δεν συκοφαντείται» και «Οχι στη λάσπη, ναι στην αλήθεια», είναι τουλάχιστον ακατανόητες. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με κάποια ιδεολογική αντιπαράθεση. Η υπόθεση «Βιολάντα» δεν είναι κάτι σαν τη διαμάχη ανάμεσα στους ταξιτζήδες και το υπουργείο Μεταφορών για το αν και πότε πρέπει να περάσει ο κλάδος στην ηλεκτροκίνηση. Εδώ υπάρχουν νεκροί. Και οι πέντε εργάτριες δεν πέθαναν σε τροχαίο, αλλά σε ένα εργατικό ατύχημα για το οποίο υπάρχουν ευθύνες που πρέπει να διερευνηθούν. Το να χαρακτηρίζονται λοιπόν προκαταβολικά «λάσπη» και «συκοφαντίες» οι κατηγορίες που απαγγέλλει ένας εισαγγελέας, και γενικώς «αξιοπρεπής» ο κατηγορούμενος, θα αποτελούσε ανοησία αν δεν ήταν κάτι πολύ βαρύτερο: προσβολή στη μνήμη των νεκρών.
Λέγεται ότι ανάμεσα σε όσους εκφράζουν την αλληλεγγύη τους προς τον ιδιοκτήτη είναι και εργαζόμενοι στη μοιραία βιομηχανία. H πρώτη σκέψη είναι ότι τους έβαλε ο ίδιος, αλλά δεδομένων των συνθηκών δύσκολα θα γινόταν πιστευτό κάτι τέτοιο. Η δεύτερη σκέψη είναι ότι υποκινούνται από τον φόβο μήπως χάσουν τη δουλειά τους – και φυσικά κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει ή να υποβαθμίσει έναν τέτοιο φόβο. Ακόμη όμως κι αν οι εργαζόμενοι αυτοί αδιαφορούν για την απόδοση δικαιοσύνης, θα ήταν στ’ αλήθεια πρόθυμοι να συνεχίσουν να δουλεύουν σε έναν χώρο όπου έγιναν κομμάτια συνάδελφοί τους χωρίς να έχουν αποδειχθεί πέρα από κάθε αμφισβήτηση οι αιτίες αυτής της τραγωδίας;
Ακόμη κι αν η αγάπη τους προς τον επιχειρηματία είναι πάνω απ’ όλα, θα ζητούσαν άραγε οι υποστηρικτές του να σταματήσουν οι έρευνες και στα άλλα εργοστάσιά του μέχρις ότου επαναληφθεί το κακό;






