Η χώρα πλέει τα Ισθμια, που έλεγε και μια γιαγιά. Περνούμε διά Πειραιώς και σιδήρου. Φτώχεια καταραμένη. Σε βαθμό που δεν μπορείς να βρεις τραπέζι σε καλή ταβέρνα ούτε με προοπτική εβδομάδος, ενώ για πάρκινγκ ούτε λόγος.
Καλύτερα να ψάξεις για ταξί – και θα είναι καλύτερα: διότι, πλέον, απ’ την άλλη, αν πιεις έστω και δυο ποτήρια κρασί και σε τσακώσουν, σε πάνε πριονοκορδέλα και μένεις χωρίς δίπλωμα κανέναν χρόνο, χωρίς πινακίδες, άρα χωρίς υπόσταση και ψυχή. Διότι, πού να πας με τα πόδια την σήμερον ημέραν;
Μην κοιτάς που παλιότερα πηγαίναμε παντού τσιντουράτο ποδαρέλι και λιώναμε ένα ζευγάρι σόλες τον χρόνο – τώρα με ένα ζεύγος Adidas τη βγάζεις μια πενταετία και εν τέλει τα πετάς από βαρεμάρα, κι όχι γιατί χάλασαν, διότι ενδιάμεσα έχεις αγοράσει και άλλα πέντε ζεύγη, δήθεν στις εκπτώσεις. Ποιος πάει σήμερα να σολιάσει παπούτσια – εξάλλου έχουν εξαφανιστεί και οι τσαγκάρηδες, όταν στο Lidl βρίσκεις αθλητικό πατούμενο Κίνας με έντεκα ευρώ.
Τα σούπερ μεροκάματα (ένα δολάριο) του κινέζικου κομμουνισμού εξασφαλίζουν τα πάντα και πάμφθηνα στον δυτικό λαϊκό καπιταλισμό – μέχρι και σαγιονάρα με ένα δίφραγκο. Αρα, εκεί στην Κίνα να δεις διεκδικήσεις η ντόπια ΓΣΕΕ. (Υπάρχει;).
Κι εδώ σαρώνει η πείνα, μεγάλε. Το ακούς να το λένε οι γνωστοί και μη εξαιρετέοι, και μάταια ψάχνεις να βρεις πεσμένους στον δρόμο από τη λιγούρα – θα πεις, ακόμα και όταν έρχονταν οι μεγάλες επιδοτήσεις, τη δεκαετία του ’80, την εποχή της ευδαιμονίας και της σπατάλης, πάλι κάποιοι έλεγαν ότι πεθαίναμε της πείνας (στα σκυλάδικα) και η 17Ν σκότωνε γιατί η κοινωνία ήταν άδικη και η Μάρθα Βούρτση είχε ξεμείνει από αστακομακαρονάδα. Ευαίσθητοι άνθρωποι, όλη μέρα σκέφτονται τον λαό και τους φτωχούς, κι όχι σαν εμάς τους ανάλγητους που δεν βλέπουμε γύρω μας πόσο πολύ υποφέρει ο κόσμος.
Και καθώς πλησιάζει Καθαρά Δευτέρα θα δούμε πάλι το μεγάλο πρόβλημα της πείνας και του οικονομικού μαρασμού: ήδη από τώρα, αν τηλεφωνήσεις, δεν μπορείς να βρεις πουθενά άδειο δωμάτιο στην Ελλάδα, πουθενά ξενοδοχείο ή όποιο κατάλυμα. Και βέβαια είναι καλύτερο να σπεύσεις να κλείσεις εγκαίρως κανένα τραπέζι σε ταβέρνα πριν το καταλάβουν οι πεινασμένοι – αυτό, πράγματι, είναι ένα θέμα: διότι όλοι μιλάμε για την ακρίβεια που όντως υπάρχει και από την άλλη, αν τολμήσεις να βγεις για έξοδο, για κανένα νηστίσιμο έστω, λίγο άσπρο ταραμά και χταποδάκι Σενεγάλης, δεν βρίσκεις όχι τραπέζι πουθενά, αλλά ούτε καν σκαμπό. Ποιος θα μας εξηγήσει την αντίφαση;
Ειδικά εμείς που προλάβαμε και ζήσαμε τη δεκαετία του ’60 και ξέρουμε όντως τι σημαίνει φτώχεια και ένδεια σε τεράστια έκταση, κι έχουμε μέτρο σύγκρισης, αναρωτιόμαστε πού είναι όλο αυτό το δράμα που ξετυλίγεται και δεν μπορούμε να δούμε, οι αναίσθητοι.
Πολλώ δε μάλλον που η ανεργία έχει υποχωρήσει στο 7,5% και όλοι οι δρόμοι έχουνε γίνει αδιάβατοι από την πολλή αυτοκινητίλα, ενώ όπου και να ρίξεις το μάτι σου βλέπεις μάντρες που πουλάνε αυτοκίνητα.
Κι από πάρκινγκ; Ούτε στην ταράτσα. Αρα, τι γίνεται, ρε παίδες; Πού είναι η μαγική εικόνα; Ποια η δυσπλασία; Ποια η πραγματικότητα; Υπάρχει αυτό που βλέπουμε με τα μάτια μας, γύρω μας, ή όσα λέει ο κάθε λεβέντης για προπαγάνδα; Μήπως εμείς βλέπουμε τα μη ορατά; Ή μήπως οι άλλοι αρνούνται να δούνε τι συμβαίνει; Ποιος λέει άλλα αντ’ άλλων;
Περνούμε διά Πειραιώς και σιδήρου και δεν το έχουμε πάρει χαμπάρι; Διότι δεν βλέπω να κυκλοφορούν και πολλά κάρα της δημαρχίας και να μαζεύουνε πεθαμένους από την πείνα, δεν παρατηρώ πολλούς σκελετωμένους στα πεζοδρόμια – αντίθετα, είμαστε πρώτοι στην παχυσαρκία πανευρωπαϊκώς και, απ’ όσο διακρίνω, μου φαίνεται πως ο κ. Κουτσούμπας μάλλον δεν έχει αδύναμο σβέρκο.
Τα κέρδη του καπιταλισμού φαίνεται πως δεν παρεμποδίζουν την πάχυνση των αντιπολιτευόμενων και οι φρεγάτες Μπελαρά δεν μείωσαν αισθητά το λίγο βούτυρο στα πρωινά της φτωχολογιάς. Αυτό δεν είναι κατάκτηση, αλλά δεν θα το έλεγες και λιμοκτονία. Απεναντίας.
Τώρα, η ακρίβεια στα σουπερμάρκετ: όντως υπάρχει. Αλλά κι ένας με μειωμένο εισόδημα, ή φοιτητής, μπορεί να ζήσει αξιοπρεπώς (όχι πλούσια) με επιδέξιες, συγκρατημένες αγορές – πάντως εμείς, σε όλη τη διάρκεια του ’60 και του ’70, επιβιώσαμε σε ασύγκριτα χειρότερες συνθήκες, από κάθε άποψη. Ούτε συγκοινωνίες, ούτε νοσοκομεία, ούτε δρόμοι, ούτε καμιά πρόνοια για οτιδήποτε – και τα μεροκάματα και οι συντάξεις να είναι του θανατά. Ισως, θα πεις, γι’ αυτό τώρα όλα μας φαίνονται καλύτερα απ’ όσο είναι. Μπορεί.
Αλλά, σε κάθε περίπτωση, και για να μην παρεξηγιόμαστε. Υπάρχουν δυσκολίες και πάντα θα ανακυκλώνεται ένα ποσοστό φτώχειας, όμως είναι προφανής, κραυγαλέα και κυρίαρχη η επάρκεια παντού. Περισσότερο ή λιγότερο. Και δεν χρειάζονται αναλύσεις, ούτε επιχειρήματα απόδειξης. Μια βόλτα έξω και διαπιστώνεις πως δεν βρίσκεις πού να αφήσεις το αυτοκίνητο και πως το όποιο πάρκινγκ (αν βρεις) κοστίζει πέντε ευρώ, τουλάχιστον, την ώρα. (Μιλάμε, ανάλγητε, για πολλή πείνα).






