Η ομιλία του πρωθυπουργού του Καναδά Μαρκ Κάρνεϊ στις 20 Ιανουαρίου στο φετινό Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός θεωρείται ιστορική. Επικαλούμενος τον Θουκυδίδη, περιέγραψε έναν κόσμο άκρατου ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων και ρήξης με τη μεταπολεμική διεθνή τάξη, καλώντας τις μεσαίες δυνάμεις να δράσουν από κοινού.
Ολόκληρη η ομιλία:
Είναι χαρά και καθήκον να βρίσκομαι μαζί σας σε αυτή την κρίσιμη καμπή για τον Καναδά και τον κόσμο. Σήμερα, θα μιλήσω για τη ρήξη στην παγκόσμια τάξη, το τέλος μιας όμορφης ιστορίας και την αρχή μιας σκληρής πραγματικότητας, όπου η γεωπολιτική μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων δεν υπόκειται σε κανέναν περιορισμό.
Ομως υποστηρίζω επίσης ότι άλλες χώρες, ιδίως μεσαίες δυνάμεις όπως ο Καναδάς, δεν είναι ανίσχυρες. Εχουν την ικανότητα να οικοδομήσουν μια νέα τάξη που ενσωματώνει τις αξίες μας, όπως ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η βιώσιμη ανάπτυξη, η αλληλεγγύη, η κυριαρχία και η εδαφική ακεραιότητα των κρατών. Η δύναμη των λιγότερο ισχυρών αρχίζει με την ειλικρίνεια.
Φαίνεται ότι κάθε μέρα μάς υπενθυμίζει πως ζούμε σε μια εποχή ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων. Οτι η διεθνής τάξη βασισμένη σε κανόνες φθίνει. Οτι οι ισχυροί κάνουν ό,τι τους επιτρέπει η δύναμή τους και οι αδύναμοι υποχωρούν όσο τους επιβάλλει η αδυναμία τους.
Αυτό το απόφθεγμα του Θουκυδίδη παρουσιάζεται ως αναπόφευκτο, ως η φυσική λογική των διεθνών σχέσεων που επανεπιβάλλεται. Aπέναντι σε αυτή τη λογική, υπάρχει η έντονη τάση τα κράτη να συμμορφώνονται για να τα καταφέρουν. Να προσαρμόζονται. Να αποφεύγουν τα προβλήματα. Να ελπίζουν ότι η συμμόρφωση θα τους εξασφαλίσει ασφάλεια.
Λοιπόν, δεν θα το κάνει. Συνεπώς, ποιες είναι οι επιλογές μας; Το 1978 ο τσέχος αντιφρονών και μετέπειτα πρόεδρος Βάτσλαβ Χάβελ έγραψε ένα δοκίμιο με τίτλο «Η δύναμη των αδυνάμων. Σε αυτό, έθεσε ένα απλό ερώτημα: Πώς διατηρήθηκε το κομμουνιστικό σύστημα; Η απάντησή του ξεκινούσε με έναν μανάβη. Κάθε πρωί, αυτός ο καταστηματάρχης τοποθετεί μια πινακίδα στη βιτρίνα: «Εργάτες όλου του κόσμου, ενωθείτε». Δεν το πιστεύει. Κανείς δεν το πιστεύει. Αλλά βάζει την πινακίδα ούτως ή άλλως για να αποφύγει προβλήματα, για να δείξει συμμόρφωση, για να τα βγάλει πέρα. Και επειδή κάθε καταστηματάρχης, σε κάθε δρόμο, κάνει το ίδιο, το σύστημα συνεχίζει να υπάρχει. Οχι μόνο μέσω της βίας, αλλά μέσω της συμμετοχής των απλών ανθρώπων σε τελετουργίες που προσωπικά γνωρίζουν ότι είναι ψευδείς.
Ο Χάβελ το ονόμασε αυτό «ζώντας μέσα στο ψέμα». Η δύναμη του συστήματος δεν προέρχεται από την αλήθεια του, αλλά από την προθυμία όλων να συμπεριφέρονται σαν να ήταν αληθινό. Και η ευθραυστότητά του προέρχεται από την ίδια ακριβώς πηγή. Οταν έστω και ένας άνθρωπος σταματά να συμμετέχει, όταν ο μανάβης κατεβάσει την πινακίδα, η ψευδαίσθηση αρχίζει να ραγίζει.
Φίλοι μου, ήρθε η ώρα οι εταιρείες και τα κράτη να κατεβάσουν τις πινακίδες τους. Για δεκαετίες, χώρες όπως ο Καναδάς ευημερούσαν στο πλαίσιο αυτού που αποκαλούσαμε διεθνή τάξη βασισμένη σε κανόνες. Ενταχθήκαμε στους θεσμούς της, επαινέσαμε τις αρχές της, ωφεληθήκαμε από την προβλεψιμότητά της. Μπορούσαμε υπό την προστασία της να ασκούμε εξωτερική πολιτική βασισμένη σε αξίες.
Ξέραμε ότι το αφήγημα της διεθνούς τάξης βασισμένης σε κανόνες ήταν εν μέρει ψευδές. Οτι οι ισχυρότεροι εξαιρούνταν όταν τους συνέφερε. Οτι οι εμπορικοί κανόνες εφαρμόζονταν ασύμμετρα. Γνωρίζαμε ότι το διεθνές δίκαιο εφαρμοζόταν με διαφορετική αυστηρότητα, ανάλογα με την ταυτότητα του κατηγορούμενου ή του θύματος. Αυτή η μυθοπλασία ήταν χρήσιμη. Η αμερικανική ηγεμονία, ειδικά, συνέβαλε στην παροχή δημόσιων αγαθών: ανοιχτές θαλάσσιες οδούς, ένα σταθερό χρηματοπιστωτικό σύστημα, συλλογική ασφάλεια και στήριξη πλαισίων επίλυσης διαφορών.
Ετσι, βάλαμε την πινακίδα στη βιτρίνα. Συμμετείχαμε στις τελετουργίες και, σε μεγάλο βαθμό, αποφεύγαμε να επισημαίνουμε το χάσμα μεταξύ ρητορικής και πραγματικότητας. Αυτή η συμφωνία δεν λειτουργεί πλέον. Ας είμαι σαφής: βρισκόμαστε στη μέση μιας ρήξης, όχι μιας μετάβασης. Τα τελευταία είκοσι χρόνια, μια σειρά χρηματοπιστωτικών, υγειονομικών, ενεργειακών και γεωπολιτικών κρίσεων αποκάλυψαν τους κινδύνους της ακραίας παγκόσμιας ολοκλήρωσης. Ομως, πιο πρόσφατα, οι μεγάλες δυνάμεις άρχισαν να χρησιμοποιούν αυτή την οικονομική ολοκλήρωση ως όπλο. Τους δασμούς ως μοχλό πίεσης. Τις χρηματοπιστωτικές υποδομές ως μέσο εξαναγκασμού. Τις εφοδιαστικές αλυσίδες ως ευπάθειες προς εκμετάλλευση.
Δεν μπορείς να «ζεις μέσα στο ψέμα» της αμοιβαίας ωφέλειας μέσω της ολοκλήρωσης, όταν η ολοκλήρωση γίνεται η πηγή της υποταγής σου. Οι πολυμερείς θεσμοί στους οποίους βασίζονταν οι μεσαίες δυνάμεις – ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, ο ΟΗΕ, οι COP, η αρχιτεκτονική της συλλογικής επίλυσης προβλημάτων – απειλούνται. Ως αποτέλεσμα, πολλά κράτη καταλήγουν στα ίδια συμπεράσματα: πρέπει να αναπτύξουν μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία στην ενέργεια, στα τρόφιμα, στα κρίσιμα ορυκτά, στα χρηματοοικονομικά και στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Αυτή η παρόρμηση είναι κατανοητή. Μια χώρα που δεν μπορεί να θρέψει τον πληθυσμό της, να τροφοδοτηθεί ενεργειακά ή να αμυνθεί, έχει λίγες επιλογές. Οταν οι κανόνες πια δεν σε προστατεύουν, πρέπει να προστατεύσεις τον εαυτό σου. Αλλά ας είμαστε ειλικρινείς ως προς το πού οδηγεί αυτό. Ενας κόσμος οχυρών θα είναι φτωχότερος, πιο εύθραυστος και λιγότερο βιώσιμος.
Και υπάρχει άλλη μια αλήθεια: αν οι μεγάλες δυνάμεις εγκαταλείψουν ακόμη και το πρόσχημα κανόνων και αξιών για την ανεμπόδιστη επιδίωξη της ισχύος και των συμφερόντων τους, τα οφέλη του συναλλακτισμού θα γίνουν όλο και πιο δύσκολο να αναπαραχθούν. Οι ηγεμονίες δεν μπορούν επ’ αόριστον να μετατρέπουν σε κέρδος τις σχέσεις τους. Οι σύμμαχοι θα διαφοροποιηθούν για να αντισταθμίσουν την αβεβαιότητα. Θα «αγοράσουν» ασφάλεια, θα αυξήσουν τις επιλογές τους για να αποκαταστήσουν την κυριαρχία – μια κυριαρχία που κάποτε εδραζόταν σε κανόνες, αλλά θα βασίζεται όλο και περισσότερο στην ικανότητα αντοχής στην πίεση. Πρόκειται για κλασική διαχείριση κινδύνου, με κόστος. Αλλά το κόστος της στρατηγικής αυτονομίας, της κυριαρχίας, μπορεί να επιμεριστεί. Οι συλλογικές επενδύσεις στην ανθεκτικότητα είναι φθηνότερες από το να χτίζει ο καθένας το δικό του φρούριο. Τα κοινά πρότυπα μειώνουν τον κατακερματισμό. Οι συμπληρωματικότητες δημιουργούν θετικό άθροισμα.
Και το ερώτημα για μεσαίες δυνάμεις, όπως ο Καναδάς, δεν είναι αν πρέπει να προσαρμοστούμε στη νέα πραγματικότητα. Πρέπει. Το ερώτημα είναι αν θα προσαρμοστούμε απλώς χτίζοντας ψηλότερα τείχη ή αν μπορούμε να κάνουμε κάτι πιο φιλόδοξο. Ο Καναδάς ήταν από τους πρώτους που άκουσαν το καμπανάκι αφύπνισης, οδηγώντας σε θεμελιώδη αλλαγή της στρατηγικής στάσης μας. Οι Καναδοί γνωρίζουν ότι οι παλιές, άνετες παραδοχές μας, πως η γεωγραφία μας και οι συμμετοχές σε συμμαχίες εξασφάλιζαν αυτομάτως ευημερία και ασφάλεια, δεν ισχύουν πλέον.
Η νέα μας προσέγγιση βασίζεται σε αυτό που ο (φινλανδός πρόεδρος) Αλεξάντερ Στουμπ έχει ονομάσει «ρεαλισμό βασισμένο σε αξίες» ή, για να το θέσω αλλιώς, επιδιώκουμε να είμαστε ταυτόχρονα με αρχές και ρεαλιστές. Με αρχές στη δέσμευσή μας σε θεμελιώδεις αξίες: κυριαρχία και εδαφική ακεραιότητα, απαγόρευση της χρήσης βίας εκτός εάν είναι σύμφωνη με τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ, σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ρεαλιστές στην αναγνώριση ότι η πρόοδος είναι συχνά σταδιακή, ότι τα συμφέροντα αποκλίνουν, ότι δεν συμμερίζονται όλοι οι εταίροι τις αξίες μας. Ετσι, εμπλεκόμαστε ευρέως και στρατηγικά, με τα μάτια μας ανοιχτά. Αντιμετωπίζουμε ενεργά τον κόσμο όπως είναι. Δεν περιμένουμε έναν κόσμο όπως θα θέλαμε να είναι. Βαθμονομούμε τις σχέσεις μας ώστε το βάθος τους να αντανακλά τις αξίες μας. Δίνουμε προτεραιότητα στη διευρυμένη εμπλοκή για να μεγιστοποιήσουμε την επιρροή μας, δεδομένης της ρευστότητας του κόσμου, των κινδύνων που αυτή συνεπάγεται και των διακυβευμάτων για το τι θα ακολουθήσει. Και δεν βασιζόμαστε πλέον μόνο στη δύναμη των αξιών μας, αλλά και στην αξία της δύναμής μας.
Χτίζουμε αυτή τη δύναμη στο εσωτερικό. Από τότε που ανέλαβε καθήκοντα η κυβέρνησή μου, μειώσαμε τους φόρους στα εισοδήματα, στα κεφαλαιακά κέρδη και στις επιχειρηματικές επενδύσεις. Καταργήσαμε όλα τα ομοσπονδιακά εμπόδια στο διαπεριφερειακό εμπόριο. Επισπεύδουμε επενδύσεις ύψους 1 τρισεκατομμυρίου δολαρίων στην ενέργεια, την τεχνητή νοημοσύνη, τα κρίσιμα ορυκτά, σε νέους εμπορικούς διαδρόμους και πέραν αυτών. Διπλασιάζουμε τις αμυντικές δαπάνες μας μέχρι το τέλος της δεκαετίας, με τρόπους που ενισχύουν τις εγχώριες βιομηχανίες μας. Διαφοροποιούμαστε ταχύτατα στο εξωτερικό.
Συμφωνήσαμε σε μια ολοκληρωμένη στρατηγική εταιρική σχέση με την ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της ένταξης στο SAFE, το ευρωπαϊκό πλαίσιο αμυντικών προμηθειών. Υπογράψαμε άλλες 12 εμπορικές και στρατηγικές συμφωνίες σε τέσσερις ηπείρους μέσα σε έξι μήνες. Τις τελευταίες ημέρες, ολοκληρώσαμε νέες στρατηγικές συνεργασίες με την Κίνα και το Κατάρ. Διαπραγματευόμαστε συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου με την Ινδία, την ASEAN, την Ταϊλάνδη, τις Φιλιππίνες και τη Mercosur. Κάνουμε και κάτι ακόμη: για να συμβάλουμε στην επίλυση παγκόσμιων προβλημάτων, ακολουθούμε τη μεταβλητή γεωμετρία, δηλαδή διαφορετικούς συνασπισμούς για διαφορετικά ζητήματα, βάσει κοινών αξιών και συμφερόντων. Ετσι, ως προς την Ουκρανία, είμαστε βασικό μέλος της «Συμμαχίας των Προθύμων» και από τους μεγαλύτερους κατά κεφαλήν συνεισφέροντες στην άμυνα και την ασφάλειά της.
Στην αρκτική κυριαρχία, στεκόμαστε σταθερά στο πλευρό της Γροιλανδίας και της Δανίας και στηρίζουμε πλήρως το αποκλειστικό τους δικαίωμα να καθορίσουν το μέλλον της Γροιλανδίας. Η δέσμευσή μας στο Αρθρο 5 του ΝΑΤΟ είναι ακλόνητη. Συνεργαζόμαστε με τους συμμάχους μας στο ΝΑΤΟ, συμπεριλαμβανομένων των Nordic-Baltic 8 [των οκτώ σκανδιναβικών και βαλτικών χώρων], για να ενισχύσουμε περαιτέρω τη βόρεια και δυτική πτέρυγα, μεταξύ άλλων μέσω άνευ προηγουμένου επενδύσεων του Καναδά σε ραντάρ, υποβρύχια, αεροσκάφη και στρατεύματα επί του εδάφους.
Ο Καναδάς αντιτίθεται σθεναρά σε δασμούς για το θέμα της Γροιλανδίας και ζητά συνομιλίες εστιασμένες στην επίτευξη των κοινών μας στόχων ασφάλειας και ευημερίας στην Αρκτική. Στο πολυμερές εμπόριο, πρωτοστατούμε σε προσπάθειες γεφύρωσης μεταξύ της Σύμπραξης των Χωρών του Ειρηνικού (TPP) και της ΕΕ, που θα δημιουργούσε ένα νέο εμπορικό μπλοκ 1,5 δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Ως προς τα κρίσιμα ορυκτά, συγκροτούμε ομάδες αγοραστών με πυρήνα το G7, ώστε ο κόσμος να μπορεί να διαφοροποιηθεί από συγκεντρωμένες πηγές εφοδιασμού. Και όσον αφορά την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI), συνεργαζόμαστε με ομοϊδεάτισσες δημοκρατίες για να διασφαλίσουμε ότι δεν θα αναγκαστούμε τελικά να επιλέξουμε ανάμεσα σε ηγεμόνες και εταιρείες – κολοσσούς.
Αυτό δεν αποτελεί αφελή πολυμερή προσέγγιση. Ούτε σημαίνει ότι βασιζόμαστε στους δικούς τους θεσμούς. Πρόκειται για τη συγκρότηση συμμαχιών που λειτουργούν, ζήτημα προς ζήτημα, με εταίρους που έχουν επαρκή κοινά σημεία για να δράσουν από κοινού. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτό θα αφορά τη συντριπτική πλειονότητα των κρατών. Αυτό που επιτυγχάνει είναι η δημιουργία ενός πυκνού πλέγματος συνδέσεων στο εμπόριο, τις επενδύσεις και τον πολιτισμό, στο οποίο μπορούμε να βασιστούμε για μελλοντικές προκλήσεις και ευκαιρίες. Οι μεσαίες δυνάμεις πρέπει να δρουν από κοινού, γιατί αν δεν είμαστε στο τραπέζι, είμαστε στο μενού.
Θα έλεγα όμως επίσης ότι οι μεγάλες δυνάμεις έχουν την πολυτέλεια, προς το παρόν, να πορεύονται μόνες τους. Διαθέτουν το μέγεθος της αγοράς, τη στρατιωτική ισχύ και τη μόχλευση για να επιβάλλουν όρους. Οι μεσαίες δυνάμεις δεν την έχουν. Αλλά όταν διαπραγματευόμαστε μόνο διμερώς με έναν ηγεμόνα, διαπραγματευόμαστε από θέση αδυναμίας. Αποδεχόμαστε ό,τι μας προσφέρεται. Ανταγωνιζόμαστε μεταξύ μας για το ποιος θα είναι ο πιο ενδοτικός. Αυτό δεν είναι κυριαρχία. Είναι η προσποίηση κυριαρχίας, ενώ αποδέχεται κάποιος την υποταγή. Σε έναν κόσμο ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων, οι χώρες που βρίσκονται ανάμεσά τους έχουν μια επιλογή: να ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την εύνοια των ισχυρών ή να συνασπιστούν για να δημιουργήσουν έναν τρίτο δρόμο με ουσιαστικό αντίκτυπο.
Δεν πρέπει να αφήσουμε την άνοδο της σκληρής ισχύος να μας τυφλώσει απέναντι στο γεγονός ότι η δύναμη της νομιμοποίησης, της ακεραιότητας και των κανόνων θα παραμείνει ισχυρή, αν επιλέξουμε να τη χρησιμοποιήσουμε μαζί. Και αυτό με φέρνει πίσω στον Χάβελ. Τι θα σήμαινε για τις μεσαίες δυνάμεις να «ζουν την αλήθεια»; Πρώτον, αυτό σημαίνει να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Σταματήστε να επικαλείστε τη «διεθνή τάξη βασισμένη σε κανόνες» σαν να εξακολουθεί να λειτουργεί όπως διαφημίζεται. Πείτε το όπως είναι: ένα σύστημα εντεινόμενου ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων, όπου οι ισχυρότεροι επιδιώκουν τα συμφέροντά τους χρησιμοποιώντας την οικονομική ενοποίηση ως όπλο εξαναγκασμού. Σημαίνει συνεπή δράση, εφαρμογή των ίδιων κριτηρίων σε συμμάχους και αντιπάλους. Οταν οι μεσαίες δυνάμεις καταγγέλλουν την οικονομική πίεση από τη μια κατεύθυνση, αλλά σιωπούν όταν προέρχεται από άλλη, κρατούν ακόμη την πινακίδα στη βιτρίνα. Σημαίνει να οικοδομήσουμε αυτό που δηλώνουμε ότι πιστεύουμε. Αντί να αναμένουμε την αποκατάσταση της παλιάς τάξης, να δημιουργούμε θεσμούς και συμφωνίες που λειτουργούν όπως περιγράφονται και να μειώνουμε τη μόχλευση που καθιστά εφικτό τον εξαναγκασμό.
Η οικοδόμηση μιας ισχυρής εγχώριας οικονομίας πρέπει πάντα να αποτελεί την άμεση προτεραιότητα κάθε κυβέρνησης. Η διεθνής διαφοροποίηση δεν αποτελεί απλώς οικονομική σύνεση – είναι το υλικό θεμέλιο για μια έντιμη εξωτερική πολιτική. Διότι οι χώρες κερδίζουν το δικαίωμα να τηρούν στάση αρχών, μειώνοντας την τρωτότητά τους σε αντίποινα. Επομένως, ο Καναδάς έχει λοιπόν αυτό που θέλει ο κόσμος. Είμαστε μια ενεργειακή υπερδύναμη. Διαθέτουμε τεράστια αποθέματα κρίσιμων ορυκτών. Εχουμε τον πιο μορφωμένο πληθυσμό στον κόσμο. Τα συνταξιοδοτικά ταμεία μας είναι από τους μεγαλύτερους και πιο εξελιγμένους επενδυτές διεθνώς. Με άλλα λόγια, διαθέτουμε κεφάλαιο, ταλέντο και μια κυβέρνηση με τεράστια δημοσιονομική ικανότητα να δρα αποφασιστικά. Και διαθέτουμε τις αξίες στις οποίες πολλοί άλλοι προσβλέπουν. Ο Καναδάς είναι μια πλουραλιστική κοινωνία που λειτουργεί. Ο δημόσιος χώρος μας είναι θορυβώδης, ποικιλόμορφος και ελεύθερος. Οι Καναδοί παραμένουν προσηλωμένοι στη βιωσιμότητα.
Είμαστε ένας σταθερός και αξιόπιστος εταίρος σε έναν κόσμο που κάθε άλλο παρά είναι τέτοιος. Ενας εταίρος που χτίζει και εκτιμά τις μακροπρόθεσμες σχέσεις. Και διαθέτουμε κάτι ακόμη. Εχουμε την επίγνωση των όσων συμβαίνουν και την αποφασιστικότητα να δράσουμε αναλόγως. Κατανοούμε ότι αυτή η ρήξη απαιτεί κάτι παραπάνω από απλή προσαρμογή. Απαιτεί ειλικρίνεια για τον κόσμο, όπως πραγματικά είναι. Κατεβάζουμε την πινακίδα από τη βιτρίνα. Γνωρίζουμε ότι η παλαιά τάξη πραγμάτων δεν πρόκειται να επιστρέψει. Δεν πρέπει να τη θρηνούμε. Η νοσταλγία δεν είναι στρατηγική. Πιστεύουμε όμως ότι μέσα από αυτό το ρήγμα, μπορούμε να χτίσουμε κάτι καλύτερο, ισχυρότερο, πιο δίκαιο. Αυτό είναι το καθήκον των μεσαίων δυνάμεων. Των χωρών που έχουν τα περισσότερα να χάσουν από έναν κόσμο φρουρίων και τα περισσότερα να κερδίσουν από έναν κόσμο γνήσιας συνεργασίας.
Οι ισχυροί έχουν την ισχύ τους. Αλλά έχουμε κι εμείς κάτι: την ικανότητα να σταματήσουμε να προσποιούμαστε, να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, να ενισχύσουμε τη δύναμή μας στο εσωτερικό και να δρούμε από κοινού. Αυτός είναι ο δρόμος του Καναδά. Τον επιλέγουμε ανοιχτά και με αυτοπεποίθηση. Και είναι ένας δρόμος διάπλατα ανοιχτός για κάθε χώρα που είναι πρόθυμη να τον ακολουθήσει μαζί μας.







