Σε ένα ιταλικό ποδόσφαιρο που παραδοσιακά κινείται ανάμεσα σε ελλείμματα, ανακεφαλαιοποιήσεις και διαρκή οικονομική αστάθεια, η Serie A βρίσκει φέτος στο βάθρο των ισολογισμών της έναν απρόσμενο πρωταγωνιστή: τη Λέτσε. Ο σύλλογος της Απουλίας ενέκρινε τους λογαριασμούς της χρήσης έως τις 30 Ιουνίου 2025 με καθαρά κέρδη 20,2 εκατ. ευρώ, την τρίτη καλύτερη επίδοση του πρωταθλήματος, πίσω μόνο από την Αταλάντα και την Ιντερ. Ενα αποτέλεσμα που δεν είναι συγκυριακό, αλλά προϊόν ενός σχεδίου που εφαρμόστηκε με πειθαρχία, συνέπεια και ξεκάθαρη στρατηγική.
Η Λέτσε αποτελεί σήμερα μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις στο ιταλικό ποδόσφαιρο όπου ένα τριετές business plan όχι μόνο σχεδιάστηκε, αλλά υλοποιήθηκε πλήρως, εντός χρονοδιαγράμματος. Το 2022, μετά τη συσσώρευση ζημιών ύψους 27 εκατ. ευρώ λόγω της υποβιβασμού στη Serie B και της πανδημίας, η διοίκηση υπό τον πρόεδρο Σαβέριο Στίκι Νταμιάνι και τον νέο διευθύνοντα σύμβουλο Σάντρο Μενκούτσι έθεσε ως απόλυτη προτεραιότητα την αυτάρκεια. Οι μέτοχοι, επαγγελματίες της τοπικής κοινωνίας, είχαν ήδη συνεισφέρει πάνω από 20 εκατ. ευρώ σε ίδια κεφάλαια και δεν υπήρχαν περιθώρια για νέα «ενέσιμα» χρήματα. Το μοντέλο έπρεπε να σταθεί μόνο του.
Σταθερότητα και ισορροπία
Καθοριστική προϋπόθεση υπήρξε η αγωνιστική σταθερότητα. Η παρουσία της Λέτσε σε τρία διαδοχικά πρωταθλήματα Serie A εξασφάλισε έναν ελάχιστο κύκλο εργασιών της τάξης των 50 εκατ. ευρώ ετησίως, αλλά κυρίως μια βιτρίνα προβολής για νεαρούς ποδοσφαιριστές. Εκεί ακριβώς ενεργοποιήθηκε ο βασικός μοχλός του μοντέλου: το player trading. Ο τεχνικός διευθυντής Πανταλέο Κορβίνο, με πολυετή εμπειρία στην ανίχνευση ταλέντων χαμηλού κόστους, μετέτρεψε το ρόστερ σε παραγωγική μηχανή υπεραξιών.
Στον τελευταίο ισολογισμό, οι υπεραξίες από μεταγραφές ανήλθαν σε 52,5 εκατ. ευρώ, ενώ τα συνολικά έσοδα από την αγορά έφτασαν τα 57,1 εκατ. Η πώληση του δανού εξτρέμ Ντόργκου στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ για 28,5 εκατ. ευρώ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα: αποκτήθηκε ανήλικος με μόλις 220 χιλ. ευρώ και απέφερε σχεδόν 28,4 εκατ. καθαρής υπεραξίας, με επιπλέον μπόνους στον ορίζοντα. Αντίστοιχα, ο Πόνγκρατσιτς και ο Ζεντρί συνέβαλαν με διψήφια εκατομμύρια, επιβεβαιώνοντας ότι το μοντέλο δεν βασίζεται σε μία μόνο «χρυσή» πώληση, αλλά σε συστηματική διαδικασία.
Το κρίσιμο στοιχείο, ωστόσο, είναι η ισορροπία. Η Λέτσε κατάφερε να απορροφήσει ακόμη και τη μείωση των τηλεοπτικών εσόδων – από 40,3 σε 33,1 εκατ. ευρώ – χωρίς να υπονομεύσει την αγωνιστική της ανταγωνιστικότητα. Παράλληλα, αύξησε ελεγχόμενα το μισθολογικό κόστος στα 42,1 εκατ. ευρώ, παραμένοντας πάντως στα χαμηλότερα επίπεδα της κατηγορίας. Η στρατηγική συνεχίστηκε και το καλοκαίρι, με επενδύσεις 16 εκατ. ευρώ σε νέους παίκτες και νέες υπεραξίες σχεδόν 23 εκατ., στοιχείο που διασφαλίζει ρευστότητα και για τη χρήση 2025-26.
Εξυγίανση και υποδομές
Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι η ολοκλήρωση της εξυγίανσης. Τα κέρδη των τελευταίων τριών ετών, συνολικού ύψους 35 εκατ. ευρώ, ανέβασαν τα ίδια κεφάλαια στα 29,2 εκατ., επιτρέποντας την απορρόφηση των παλαιών ζημιών πολύ νωρίτερα από τις νομικές προθεσμίες. Παράλληλα, το σχέδιο απομείωσης του τραπεζικού δανεισμού ολοκληρώθηκε, με τα περισσότερα δάνεια να είναι βραχυπρόθεσμα και αυτοεξοφλούμενα. Η φορολογική εικόνα επίσης εξυγιάνθηκε, με σημαντικές πληρωμές εντός της τελευταίας χρήσης.
Απαλλαγμένη από την πίεση της επιβίωσης, η Λέτσε στρέφεται πλέον στις υποδομές. Η κατασκευή του ιδιόκτητου προπονητικού κέντρου στο Μαρτινιάνο, επένδυση 14 εκατ. ευρώ, σηματοδοτεί τη μετάβαση σε ένα πιο ώριμο αναπτυξιακό στάδιο. Παράλληλα, η αναβάθμιση του «Via del Mare» ενόψει των Μεσογειακών Αγώνων του 2026 ενισχύει τη μακροπρόθεσμη αξία του συλλόγου.
Το μήνυμα της διοίκησης είναι σαφές: ακόμη και σε περίπτωση υποβιβασμού, η βιωσιμότητα θεωρείται εξασφαλισμένη χάρη στην αξία του ρόστερ και στις μελλοντικές χρηματορροές. Σε ένα πρωτάθλημα όπου οι οικονομικές κρίσεις είναι ο κανόνας, η Λέτσε αποδεικνύει ότι η πειθαρχία, το σχέδιο και η γνώση της αγοράς μπορούν να μετατρέψουν έναν μικρό σύλλογο σε case study οικονομικής επιτυχίας.







