Ο Λίνκολν, βουλευτής αρχικά του κόμματος των Ουίγων (Whig party), αναδείχθηκε υποψήφιος του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος για τις προεδρικές εκλογές του 1860 και εξελέγη πρόεδρος των ΗΠΑ.
Η προεδρία του σημαδεύτηκε από τον Αμερικανικό Εμφύλιο (1861-1865). Αντιμέτωπος με την απόσχιση των πολιτειών του αμερικανικού Νότου, ο Λίνκολν κατόρθωσε να επαναπροσδιορίσει το νόημα του αμερικανικού εμφυλίου μετατρέποντάς τον από μια μάχη για την ένωση των πολιτειών σε έναν αγώνα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ελευθερία και την ισότητα. Συνέδεσε τον Εμφύλιο με τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, λέγοντας ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι.
Με τη Διακήρυξη της Χειραφέτησης, (Emancipation Proclamation) κατήργησε τη δουλεία και μετατρέποντας τον εμφύλιο σε πόλεμο κατά της δουλείας ενίσχυσε την ηθική διάσταση της Ενωσης.
Και στην περίφημη ομιλία του στο Gettysburg διακήρυξε ότι το αμερικανικό έθνος θα βιώσει «μια νέα γέννηση της ελευθερίας και μια κυβέρνηση του λαού, από τον λαό και για τον λαό». Το κόμμα του Αβραάμ Λίνκολν ταυτίστηκε με την κατάργηση της δουλείας, την ενίσχυση της ομοσπονδιακής εξουσίας, την υπεράσπιση της δημοκρατίας, και μια ηθική αντίληψη της πολιτικής που συνέδεε την πρόοδο με την ισότητα ενώπιον του νόμου.
Σήμερα, σχεδόν ενάμιση αιώνα αργότερα, το κόμμα του Λίνκολν έχει μετατραπεί στο κόμμα του Τραμπ, ένα κόμμα που ταυτίζεται με τον λαϊκισμό και την αμφισβήτηση θεσμών που κάποτε θεωρούσε ιερούς. Η πολιτική αυτή μεταμόρφωση είναι αποτέλεσμα μιας μακράς ιστορικής πορείας ιδεολογικών μετατοπίσεων, κοινωνικών συγκρούσεων και στρατηγικών επιλογών.
Οταν ιδρύθηκε το 1854, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα εξέφραζε τον βιομηχανικό Βορρά, τα ανερχόμενα μεσαία στρώματα και μια ηθική αντίθεση στη δουλεία. Υποστήριζε έναν ισχυρό ρόλο του κράτους στην οικονομία (σιδηρόδρομοι, υποδομές, και δασμοί για την προστασία της εγχώριας βιομηχανίας) και πίστευε ότι η Ενωση ήταν υπεράνω των πολιτειών. Για δεκαετίες μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο, οι Ρεπουμπλικανοί παρέμειναν το κυρίαρχο κόμμα της βιομηχανικής Αμερικής. Παρά τις εσωτερικές τους αντιφάσεις, δεν ήταν ένα κόμμα «μικρού κράτους» με τη σημερινή έννοια, ούτε ένα κόμμα πολιτισμικού συντηρητισμού.
Η πρώτη μεγάλη ιδεολογική μετατόπιση ήρθε τον 20ό αιώνα, ιδιαίτερα μετά το New Deal και την κεϋνσιανή οικονομική πολιτική του Φράνκλιν Ρούσβελτ. Οι Δημοκρατικοί υιοθέτησαν έναν ισχυρό κρατικό παρεμβατισμό και πολιτικές και προγράμματα που προσέλκυσαν τα εργατικά στρώματα, τις μειονότητες και τους προοδευτικούς.
Αντιδρώντας σε αυτήν την πολιτική, οι Ρεπουμπλικανοί άρχισαν να μετατρέπονται, ολοένα και περισσότερο, σε κόμμα της ελεύθερης αγοράς και της αντίθεσης στο «μεγάλο κράτος».
Από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 και κυρίως κατά τη δεκαετία του 1960, οι κοινωνικές μεταβολές, η ενίσχυση της ομοσπονδιακής εξουσίας, το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα (civil rights movement), και η πολιτισμική φιλελευθεροποίηση λειτούργησαν ως καταλύτες για την ανάδυση ενός αντιπάλου συντηρητικού λόγου.
Το καθοριστικό σημείο, όμως, ήταν η δεκαετία του 1960. Οταν οι Δημοκρατικοί, υπό τον Λίντον Τζόνσον, στήριξαν τα πολιτικά δικαιώματα των Αφροαμερικανών (civil rights movement), ο φυλετικά συντηρητικός Νότος άρχισε να απομακρύνεται από αυτούς.
Οι Ρεπουμπλικανοί, με τη λεγόμενη στρατηγική του Νότου (Southern Strategy), κυρίως επί Νίξον, εκμεταλλεύτηκαν αυτή τη δυσαρέσκεια, προσελκύοντας λευκούς ψηφοφόρους που ένιωθαν ότι χάνουν την κοινωνική και πολιτική τους κυριαρχία. Εδώ συντελέστηκε μια ιστορική αντιστροφή: το κόμμα που κάποτε είχε ταυτιστεί με την κατάργηση της δουλείας άρχισε να γίνεται το όχημα πολιτικής έκφρασης της λευκής συντηρητικής αντίδρασης.
Τη δεκαετία του 1980, με τον Ρόναλντ Ρίγκαν, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα συγχώνευσε τρία ρεύματα: οικονομικό νεοφιλελευθερισμό, αντικομμουνιστικό πατριωτισμό και κοινωνικό συντηρητισμό. Ευαγγελικές χριστιανικές ομάδες, που μέχρι τότε κρατούσαν απόσταση από την πολιτική, εντάχθηκαν μαζικά στο κόμμα. Αυτή η συμμαχία ήταν εκλογικά αποτελεσματική, αλλά ιδεολογικά εύθραυστη.
Οι ελίτ του κόμματος μιλούσαν τη γλώσσα της ελεύθερης αγοράς, ενώ η βάση του άρχισε να κινητοποιείται όλο και περισσότερο από κοινωνικά ζητήματα: τα θέματα των αμβλώσεων, της οπλοκατοχής, και της ταυτότητας.
Η παγκοσμιοποίηση, η αποβιομηχάνιση και η οικονομική κρίση του 2008 ανέδειξαν το χάσμα ανάμεσα στην ηγεσία και τη βάση του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Πολλοί ψηφοφόροι ένιωθαν ότι οι πολιτικές της ελεύθερης αγοράς ωφέλησαν τις ελίτ, αλλά όχι τους ίδιους. Ταυτόχρονα, δημογραφικές αλλαγές, η μετανάστευση και η ενίσχυση των δικαιωμάτων των μειονοτήτων τροφοδότησαν ένα αίσθημα κοινωνικής δυσανεξίας και ανασφάλειας.
Ο Ντόναλντ Τραμπ με εθνικιστική ρητορική, επιθετικότητα απέναντι στους θεσμούς, τα ΜΜΕ και τις «ελίτ», και μια απλοϊκή αντίληψη πολιτικής ως σύγκρουση «εμείς εναντίον αυτών», εξέφρασε αυτό το αντισυστημικό ρεύμα.
Πολλές παραδοσιακές ρεπουμπλικανικές αξίες, όπως δημοσιονομική πειθαρχία, σεβασμός στους θεσμούς, ελεύθερο εμπόριο, παραμερίστηκαν μπροστά στην πολιτική και εκλογική αποτελεσματικότητα του τραμπισμού.
Η ιδεολογική μετατόπιση του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος οφείλεται σε τρεις βασικούς παράγοντες. Πρώτον, στη μακροχρόνια στρατηγική επιλογή του να επενδύσει σε πολιτισμικούς και ταυτοτικούς φόβους αντί σε συνεκτικό πολιτικό πρόγραμμα.
Δεύτερον, στη δομή του αμερικανικού πολιτικού συστήματος, όπου οι προκριματικές εκλογές ενισχύουν τους πιο φανατικούς υποψηφίους. Και τρίτον, στη διάβρωση της εμπιστοσύνης προς θεσμούς και ΜΜΕ, που έκανε τη ριζοσπαστική ρητορική όχι μόνο αποδεκτή αλλά ελκυστική.
Το κόμμα του Λίνκολν και το κόμμα του Τραμπ δεν διαφέρουν απλώς ιδεολογικά. Εκπροσωπούν διαφορετικές αντιλήψεις για τη δημοκρατία, το κράτος και την ίδια την έννοια της αμερικανικής ταυτότητας.
Ο Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος είναι καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, διευθυντής του Ιδρύματος «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής», πρώην υπουργός.







