Πώς πεθαίνει ένα κόμμα; Η μία εκδοχή είναι από φυσικό θάνατο – όταν η απήχησή του στο εκλογικό σώμα σβήσει. Για τα κόμματα εξουσίας, αυτό συνήθως συμβαίνει όταν βρεθούν στην αξιωματική αντιπολίτευση και χάσουν σε κάποιες εκλογές τη δεύτερη θέση, οπότε η απώλεια της προοπτικής επανόδου οδηγεί σε εξαφάνιση ή επιβίωση ως ήσσονος εταίρου ενός μεγαλύτερου φορέα.

Στην Ελλάδα, αυτό ακριβώς συνέβη στην κεντρώα ΕΔΗΚ όταν την προσπέρασε η δυναμική του ΠΑΣΟΚ το 1977 και μέσα σε τρία χρόνια εξαϋλώθηκε για να μην επανέλθει ποτέ. Στο ΠΑΣΟΚ δόθηκε μια αναπάντεχη ευκαιρία.

Συρρικνώθηκε από το 43,92% του 2009 στο 4,68% του Ιανουαρίου 2015 – όταν διογκωνόταν ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Γιώργος Παπανδρέου κατέβαινε στις εκλογές απέναντί του.

Το «φαινόμενο ΣΥΡΙΖΑ» αναδείχθηκε κυρίως μέσα από τη μαζική μετακίνηση ιστορικών ψηφοφόρων και μιας συγκεκριμένης μερίδας στελεχών του ΠΑΣΟΚ, εκ των οποίων τα  περισσότερα προέρχονταν από την «εσωτερική αντιπολίτευση» της περιόδου Σημίτη.

Η αναπάντεχη δεύτερη ευκαιρία, πέρα από κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά (όπως η διατήρηση επιρροής στην τοπική αυτοδιοίκηση και τα συνδικάτα), οφείλεται πρώτα στην αποτυχία της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, μετά στην απροσδόκητα απογοητευτική επίδοσή του στην αντιπολίτευση την περίοδο 2019-2023, και τέλος, στην πλήρη κατάρρευσή του με αποτέλεσμα το ΠΑΣΟΚ να επανέλθει ως κοινοβουλευτική αξιωματική αντιπολίτευση παρότι ήταν τρίτο στις εκλογές. Αλλά δεν υπάρχουν πολλές δεύτερες ευκαιρίες – η επόμενη εκλογική δοκιμασία θα κρίνει τα πάντα.

Αλλά εκτός από την παρακμή, υπάρχει πάντα – και για ένα κόμμα – η εκδοχή της αυτοκτονίας. Το επικείμενο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ μπορεί να γίνει ένας τόπος αυτοχειριασμού. Το κόμμα παραμένει βαθιά διχασμένο ανάμεσα σε ένα τμήμα ψηφοφόρων με αριστερές καταβολές (και την προσδοκία να επαναφέρει κι άλλους που παρέμεναν έως τώρα στον ΣΥΡΙΖΑ) και στην πιο κεντρώα συνιστώσα του, αυτή που το κράτησε στη ζωή από το 2015 μέχρι το 2019 όταν οι άλλες το εγκατέλειπαν μαζικά. Από μια άποψη είναι σαν το συνέδριο του 1996 να μην τελείωσε ποτέ. Αλλά η δύναμη του ΠΑΣΟΚ ήταν πάντοτε η πολυσυλλεκτικότητά του.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου κρατούσε κάτω από την ίδια στέγη ομάδες τόσο διαφορετικές όσο οι κεντρώοι του Γιάννη Αλευρά και οι «Ιταλοί» του Μιχάλη Χαραλαμπίδη ή (τα πρώτα χρόνια) ομάδες τροτσκιστών.

Ο Κώστας Σημίτης δεν θέλησε ποτέ να φτάσει στα άκρα, δηλαδή στη διάσπαση, τη σύγκρουση με τους υποστηρικτές του Ακη Τσοχατζόπουλου ακόμη κι όταν τον υπονόμευαν ανοιχτά. Με πρωτοβουλία του Χάρη Δούκα, ως κεντρικό επίδικο του προσεχούς συνεδρίου έχει αναδειχθεί το ζήτημα των συμμαχιών. Ο κ. Δούκας θέλει δέσμευση για μη συνεργασία με τη ΝΔ. Σπάνια μια παρτίδα πόκερ ξεκινάει με τον ένα παίκτη να δείχνει τα χαρτιά του.

Κάτι τέτοιο θα απομακρύνει βέβαια τους κεντρώους/κεντροαριστερούς ψηφοφόρους – κι αυτούς που έχουν μείνει πιστοί κι εκείνους που έδωσαν τη νίκη στη ΝΔ σε δύο αναμετρήσσεις για χάρη της σταθερότητας.

Κι αν η ΝΔ αποκλείεται, στο «προοδευτικό μέτωπο» περιλαμβάνεται δυνητικά η κ. Κωνσταντοπούλου; Η θετική απάντηση θα ήταν ευλογία για τον κ. Μητσοτάκη. Η προσωπική ατζέντα του κ. Δούκα προσφέρει μεγάλη υπηρεσία στην «κυβέρνηση της Δεξιάς» που εξορκίζει…

Τα συνέδρια γίνονται για να πουν στην κοινωνία τα κόμματα τι θα κάνουν προγραμματικά. Οχι τι δεν θα κάνουν μετεκλογικά – αυτό το κρίνουν τα ποσοστά, δηλαδή οι ψηφοφόροι, ιδίως όταν υπάρχουν μπροστά δύο ή τρεις διαδοχικές κάλπες με όλο και πιο σκληρά διλήμματα.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.
Footballtalk