Τις ίδιες μέρες της πανηγυρικής αθώωσης των κατηγορουμένων στη μεγαλύτερη υπόθεση σύνδεσης ΜΚΟ με παράνομη διακίνηση μεταναστών, της οργάνωσης ERCI, είχαμε και τις αντιδράσεις 56 ΜΚΟ στο νομοσχέδιο του υπουργείου Μετανάστευσης, που νομοθετεί ότι η συμμετοχή σε ΜΚΟ θα είναι επιβαρυντικός παράγοντας για την ποινή όποιου καταδικαστεί για «λαθροδιακίνηση».
Απαντώντας, ο Θάνος Πλεύρης άφησε αιχμές: «Το άγχος κάποιων ΜΚΟ να μην τιμωρηθούν μέλη τους που τυχόν θα καταδικαστούν για διακίνηση παράνομων μεταναστών σε κάποιους προκαλεί έκπληξη. Σε μένα όχι». Καθώς είναι και νομικός, θα είχε ενδιαφέρον να μας πει σε πόσες τελεσίδικες καταδικαστικές αποφάσεις της ελληνικής Δικαιοσύνης βασίζει την πεποίθησή του. Διότι η δήλωση που έκανε με την υπουργική ιδιότητα δεν έχει νομική χροιά. Είναι μια πολιτική δήλωση ενοχοποίησης της ίδιας της ιδιότητας του ανθρώπου που οργανώνεται και δρα συλλογικά. Οταν ο υπουργός αφήνει να αιωρείται ότι ακτιβιστές «κινδυνεύουν να καταδικαστούν», δεν περιγράφει ένα ουδέτερο νομικό πλαίσιο. Στήνει έναν ηθικό διαχωρισμό: από τη μία το κράτος και από την άλλη οι ύποπτοι.
Το επιχείρημα είναι ύπουλα απλό: «Δεν ποινικοποιούμε τη συμμετοχή σε ΜΚΟ, απλώς αυστηροποιούμε την ποινή αν ο διακινητής είναι και μέλος ΜΚΟ». Δηλαδή η ιδιότητα του μέλους ΜΚΟ μετατρέπεται σε επιβαρυντικό στοιχείο, όπως π.χ. ο ρατσισμός, που λαμβάνεται υπόψη όταν π.χ. ένας χρυσαυγίτης σκοτώνει τον Λουκμάν επειδή είναι ξένος. Εδώ δεν μιλάμε για μια αποτρόπαια ιδεολογία, βέβαια, αλλά για την ταυτότητα του μέλους ΜΚΟ. Νομοθετείται δε από την ίδια την κυβέρνηση που αρνείται τη νομική υιοθέτηση του όρου γυναικοκτονία ως επιβαρυντική περίσταση στον Ποινικό Κώδικα. Ο μισογυνισμός που σκοτώνει να μη λαμβάνεται υπόψη, το μέλος ΜΚΟ όμως πρέπει να επιβαρύνεται.
Και αν αυτή η ρητορική ακούγεται θεωρητική, η πραγματικότητα έχει όνομα: Σάρα Μαρντίνι. Η πιο διάσημη ευρωπαϊκή υπόθεση «ποινικοποίησης της αλληλεγγύης» κατέρρευσε εκκωφαντικά. Επτά χρόνια διώξεων, προφυλακίσεις, κατηγορίες για κατασκοπεία και εγκληματική οργάνωση, διεθνής διασυρμός – και στο τέλος, πλήρης αθώωση.
Αυτό είναι το αποτέλεσμα της «λογικής υποψίας». Να ελπίζουμε κάθε φορά ότι η Δικαιοσύνη θα μαζέψει τα συντρίμμια μιας πολιτικής νομοθέτησης. Η υπόθεση αυτή, άλλωστε, δεν ήταν μια εξαίρεση που «δικαιώθηκε». Ηταν μια προειδοποίηση για το πού οδηγεί η συνειδητή σύγχυση που καλλιεργείται από συγκεκριμένους κύκλους ανάμεσα στη διάσωση και τη διακίνηση.







