Στις 11 Απριλίου 2002, πριν από σχεδόν 24 χρόνια, ο Ούγκο Τσάβες, τότε πρόεδρος της Βενεζουέλας και μέντορας του Νικολάς Μαδούρο, είχε βρεθεί σε εξαιρετικά δύσκολη θέση. Τόσο δύσκολη ώστε αρκετοί – στις τάξεις των αντιπάλων του, εντός και εκτός συνόρων – είχαν σπεύσει να πανηγυρίσουν, υποστηρίζοντας πως τελικώς θα είχε την τύχη του Σαλβαδόρ Αλιέντε. Του εκλεγμένου προέδρου της Χιλής ο οποίος είχε πεθάνει με το όπλο στο χέρι υπερασπιζόμενος τη δημοκρατία και τη λαϊκή εντολή που είχε λάβει, όντας πολιορκημένος από τις δυνάμεις του μετέπειτα δικτάτορα, Αουγκούστο Πινοτσέτ.
Ο Τσάβες, όμως, αποδείχθηκε πως ήταν πολύ σκληρός για να πεθάνει – τουλάχιστον εκείνη τη στιγμή και από το όπλο των επίδοξων πραξικοπηματιών. Ετσι, παρά το γεγονός ότι μονάδες που υπάκουσαν στην ηγεσία του στρατού τον συνέλαβαν και τον μετέφεραν από το Μιραφλόρες (την έδρα της προεδρίας) σε στρατιωτική βάση, δεν έμεινε εκεί παρά για ένα μόνο 24ωρο. Το κέντρο του Καράκας πλημμύρισε από ένα ποτάμι ανθρώπων που έφτασε από κάθε γωνιά της πόλης και της χώρας, κυρίως από τις φτωχογειτονιές, οι κάτοικοι των οποίων έφαγαν ψωμί και είδαν στον ήλιο μοίρα από την κυβέρνησή του. Με τη δική τους ώθηση, η πιστή σε αυτόν προεδρική φρουρά ανακατέλαβε το κτίριο και, στη συνέχεια, τον απελευθέρωσε πανηγυρικά. Σκορπίζοντας την απογοήτευση τόσο στις τάξεις της αντιπολίτευσης και των οπαδών της, που είχαν ελπίσει ότι η «παρένθεση» θα έκλεινε κάπου εκεί όσο και των υποστηρικτών τους στην Ουάσιγκτον, όπου αξιωματούχοι έκαναν λόγο για την αποκατάσταση της δημοκρατίας και την ανατροπή του «αδίστακτου δικτάτορα».
Περίπου δέκα χρόνια αργότερα, βεβαίως, ο Τσάβες ηττήθηκε. Οχι από τους εχθρούς του αλλά από τον καρκίνο, ο οποίος επέστρεψε αμείλικτος, παρά τις προσπάθειες που κατέβαλαν οι κουβανοί γιατροί οι οποίοι είχαν αναλάβει τη φροντίδα του. Το νησί του Τσε και του Φιντέλ, άλλωστε, τους οποίους ο ίδιος θαύμαζε και επικαλούνταν συχνά μαζί με τον μεγάλο απελευθερωτή της Λατινικής Αμερικής, Σιμόν Μπολίβαρ (από αυτόν βάφτισε το κίνημά του) ήταν εξαρχής ένας από τους μεγάλους και πιο πιστούς του συμμάχους. Το σύνθημά τους – «Patria o muerte!» («Πατρίδα ή θάνατος!») – βρέθηκε και στη δική του σημαία, την οποία ανέμιζε διαρκώς απέναντι στους (Αμερικανούς πρωτίστως) ιμπεριαλιστές και τους εντός των τειχών συνεργάτες τους.
Αυτός είναι και ο λόγος που ήδη, από εκείνη την περίοδο, οι Κουβανοί κατείχαν περίοπτη θέση στην επίλεκτη δύναμη στην οποία είχε εμπιστευθεί τη φύλαξή του, μια παράδοση που τήρησε και ο διάδοχός του. Μόνο που ούτε αυτοί κατάφεραν να σώσουν τον Μαδούρο από τους αμερικανούς κομάντος, οι οποίοι τα ξημερώματα του περασμένου Σαββάτου χτύπησαν σαν αστραπή και τον απήγαγαν από τη στρατιωτική βάση-φρούριο όπου βρισκόταν, σκορπώντας τον θάνατο σε όποιους στάθηκαν μπροστά τους. Η Αβάνα παραδέχθηκε αμέσως τις απώλειές της, κάνοντας λόγο για 32 νεκρούς Κουβανούς – αφήνοντας πολλούς να αναρωτιούνται εάν θα είχε διαφορετική τύχη ο σημερινός πρόεδρος της μικρής αλλά ατίθασης χώρας της Καραϊβικής, στην περίπτωση που ο Τραμπ επιχειρήσει κάτι ανάλογο εκεί.
Θα στριφογυρίζουν, άραγε, τα κόκκαλα του Τσάβες στο μαυσωλείο του, από την οργή και την ντροπή για το γεγονός ότι ο άνθρωπος στον οποίο παρέδωσε το δαχτυλίδι, το 2012, πιάστηκε… με τις πιτζάμες; Θα αναρωτηθεί μήπως έκανε λάθος που του εμπιστεύθηκε το δημιούργημά του; Θα παλεύει το πνεύμα του να ξαναπάρει σάρκα και οστά, έστω για λίγο, προκειμένου να φωνάξει στα εκατομμύρια των Βενεζουελάνων που παραμένουν πιστοί στην «μπολιβαριανή επανάσταση», ότι τίποτα δεν έχει τελειώσει; Θα «μιλήσει» και σε αυτούς – όπως είχε ισχυριστεί ο Μαδούρο ότι έκανε μαζί του, λίγο μετά τον θάνατό του… – προσπαθώντας να τους πείσει ότι δεν θα αφήσει τη χώρα να γίνει αποικία των ΗΠΑ και τα όνειρά τους να πάνε στον βρόντο; Μήπως κοιτάξει και λίγο πίσω, ρωτώντας τον εαυτό του εάν έκανε κάποιο μοιραίο λάθος που οδήγησε την κατάσταση εδώ που είναι σήμερα;
Κάποιοι θα ισχυριστούν πως οι εποχές έχουν αλλάξει και, ειδικά με τον Τραμπ στον Λευκό Οίκο, τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να είναι πολύ διαφορετικά, ακόμη και αν ο «κομαντάντε» ήταν σήμερα ένας ακμαίος και γεμάτος πολιτική φλόγα 72άρης. Αλλοι θα επιμείνουν πως τα πράγματα θα μπορούσαν να πάνε αλλιώς, εάν ο ίδιος ήταν παρών ώστε να μην αφήσει το έργο του μισό. Να φτάσει το μαχαίρι ως το κόκκαλο, τσακίζοντας τον κρατικό μηχανισμό του προηγούμενου καθεστώτος και δίνοντας πραγματικά τον λόγο και την εξουσία στον λαό, ο οποίος του χάρισε αλλεπάλληλες εκλογικές νίκες, με συντριπτικά ποσοστά. Να μην επιτρέψει στους αντιπάλους του να διατηρούν ένα ασφαλές καταφύγιο εντός της PDVSA, του κρατικού πετρελαϊκού ομίλου της Βενεζουέλας που τώρα φέρεται να παζαρεύει με την Ουάσιγκτον την εκχώρηση των κοιτασμάτων της χώρας. Να μην αφήσει ανεξέλεγκτους θύλακες στις ένοπλες δυνάμεις.
Το σίγουρο, σε κάθε περίπτωση, είναι πως η ιστορία δεν γυρίζει πίσω. Ο Τσάβες δεν είναι εδώ και ο Μαδούρο αποδείχθηκε «λίγος». Εάν έχει μείνει κάτι ζωντανό από την «μπολιβαριανή» κληρονομιά του είναι κάτι που μένει να αποδειχθεί – και θα αποδειχθεί σύντομα.







