Υπάρχουν ζωές που κυλούν ήσυχα, σχεδόν αθόρυβα, μέχρι τη στιγμή που κάτι ραγίζει από μέσα τους. Επτά τέτοιες ζωές ξεδιπλώνονται στο «Ενα κάποιο κενό, το νέο έργο της Βαλέριας Δημητριάδου που ανεβαίνει στο θέατρο Εμπορικόν σε σκηνοθεσία της ίδιας. Επτά ιστορίες ξεδιπλώνονται επί σκηνής όχι ως μεγάλες αφηγήσεις αλλά ως στιγμές αποκάλυψης, με το βλέμμα στραμμένο προς τα μέσα, θίγοντας θέματα όπως η μητρότητα που αιφνιδιάζει, η μοναξιά που επιλέγεται, ο φόβος απέναντι στο πέρασμα του χρόνου και η ανάγκη να ειπωθεί μια αλήθεια που χρόνια αναβάλλεται.
Σε αυτό το σύμπαν εσωτερικών μονολόγων και παράλληλων διαδρομών, η Ιωάννα Ασημακοπούλου ξετυλίγει τη δική της αφήγηση μ’ έναν ρόλο που θέτει δύσκολα ερωτήματα. Γι’ αυτά μίλησε στο «Νσυν».
Πείτε μας λίγα λόγια για τον ρόλο σας. Πώς τον αντιμετωπίζετε;
Η Ξένια είναι μια γυναίκα που πριν από πέντε μήνες έγινε μητέρα και από τότε προσπαθεί να σταθεί όρθια μέσα σε μια πραγματικότητα που τη βαραίνει. Δεν αντέχει αυτή τη νέα συνθήκη. Νιώθει μια ασφυκτική πίεση, έναν πόνο που δεν τολμά να ομολογήσει, ούτε καν στον εαυτό της. Είναι ένας άνθρωπος που έμαθε να ζει για τους άλλους. Να υπηρετεί τα «θέλω» τους, να κρατά ισορροπίες, να μη δυσαρεστεί. Κι έτσι, σιγά σιγά, έχασε τη δική της φωνή. Υπάρχει η Ξένια που βλέπουν όλοι και υπάρχει και εκείνη που δεν γνώρισε ποτέ κανείς. Η επιλόχεια κατάθλιψη λειτουργεί σαν ρωγμή. Από εκεί αρχίζουν να βγαίνουν όλα τα «πρέπει», όλα τα «μη» που επέβαλε στον εαυτό της. Πάνω στη σκηνή, ο χαρακτήρας «ξεγυμνώνεται» όχι επιδεικτικά, αλλά αναγκαστικά. Και για πρώτη φορά τολμά να κοιτάξει κατάματα όσα δεν άγγιξε ποτέ, ούτε καν με τη σκέψη της. Η προσέγγιση αυτού του ρόλου δεν ήταν εύκολη. Δεν είμαι μητέρα και δεν έχω βιώσει επιλόχεια κατάθλιψη. Χρειάστηκε έρευνα, συζητήσεις, ανάλυση. Και ύστερα αναζήτησα μέσα μου εκείνα τα σημεία που με πονάνε, που με κινούν, και τα εμπιστεύτηκα στην Ξένια. Εκεί, κάπως, συναντηθήκαμε.
Υπάρχει κάποια στιγμή στην παράσταση που νιώθετε ότι «καθρεφτίζει» κάτι δικό σας;
Δεν είναι μία στιγμή· είναι πολλές. Και δεν έρχονται μόνο από τα λόγια της Ξένιας, αλλά και από τις φωνές των άλλων χαρακτήρων. Πολλά από όσα ακούγονται είναι σκέψεις που έχω κάνει κι εγώ, αλλά δεν τόλμησα να τις πω ποτέ δυνατά. Αυτό το κενό που εμφανίζεται είναι κοινό. Μας αφορά όλους. Και ίσως δεν είναι τόσο τρομακτικό όσο νομίζουμε. Ισως είναι απλώς ένας χώρος που περιμένει να τον ακούσουμε.
Πώς οι επτά μικρές ιστορίες λειτουργούν σαν ένας ενιαίος παλμός επί σκηνής;
Υπάρχει μια βαθιά ακρίβεια στο κείμενο και στη σκηνοθεσία της Βαλέριας Δημητριάδου. Οι ιστορίες εναλλάσσονται γρήγορα, αλλά όχι βιαστικά. Σαν αναπνοή. Σαν διάλογος που ξέρει πότε να σωπάσει. Και φυσικά υπάρχει η ομάδα. Μια ομάδα ζωντανή, παρούσα, ευάλωτη. Οταν οι άνθρωποι πάνω στη σκηνή εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον, δημιουργείται ένας κοινός παλμός. Κάτι που δεν εξηγείται εύκολα, απλώς συμβαίνει.
Το έργο μιλά για το κενό της μη σύνδεσης. Πού το εντοπίζετε σήμερα;
Σχεδόν παντού. Ζούμε σε μια εποχή όπου μιλάμε συνεχώς, αλλά ακούμε σπάνια. Οι οθόνες έγιναν το φίλτρο της επαφής μας. Ακόμα και τα συναισθήματα περνούν από εκεί. Δεν μένουμε πια σε τίποτα. Ούτε στη χαρά ούτε στη λύπη. Κάνουμε scroll για να μη νιώσουμε. Και έτσι, χωρίς να το καταλάβουμε, απομακρυνόμαστε. Παλεύουμε για σύνδεση, αλλά εκπαιδευόμαστε στην απόσταση. Ισως έχουμε ξεχάσει πόση δύναμη έχει το «μαζί».
Αν ο κόσμος άλλαζε απότομα, ποια θα ήταν η πρώτη προσωπική σας επανάσταση;
Δεν ξέρω αν θα την έλεγα επανάσταση. Θα ήταν μάλλον μια πράξη ειλικρίνειας. Θα έκανα όσα δεν τόλμησα. Θα άφηνα πίσω την ντροπή, τους φόβους, τις άμυνες. Αν ήξερα ότι όλα αλλάζουν, θα ζούσα πιο αληθινά. Το ερώτημα, όμως, είναι γιατί περιμένουμε πάντα μια κατάρρευση για να τολμήσουμε να ζήσουμε. Αυτό είναι που με απασχολεί περισσότερο.
Τι χάνει πιο εύκολα ο άνθρωπος σήμερα;
Τον εαυτό του. Και αυτό συμβαίνει επειδή χάνει τον χρόνο και τις σχέσεις του. Ολα είναι αλληλένδετα. Χρειάζεται χρόνος για να συναντήσεις τον εαυτό σου και χρόνος για να συναντήσεις τους άλλους. Σήμερα, ακόμα και ο χρόνος μοιάζει με επένδυση. Κι όταν δεν «αποδίδει», τον εγκαταλείπουμε. Αλλά χωρίς αυτά τα τρία, χρόνο, σχέσεις, εσωτερική παρουσία, ο άνθρωπος αδειάζει.
Το κενό γεμίζει ή μαθαίνουμε να ζούμε μαζί του;
Εξαρτάται αν θα το φοβηθούμε ή αν θα το ακούσουμε. Πολλοί το γεμίζουν βιαστικά για να μη μείνουν μόνοι. Αλλοι μένουν μέσα του και το αφήνουν να τους μιλήσει. Κάποια στιγμή όλοι θα βρεθούμε απέναντί του. Και τότε δεν θα χρειαστεί να το εξαφανίσουμε, αλλά να το αντέξουμε. Γιατί το κενό δεν είναι πάντα απουσία. Μερικές φορές είναι χώρος. Και μέσα του κρύβονται δώρα.
Εκτός από το θέατρο, συμμετέχετε επίσης στη σειρά «Το σόι σου». Για την επιστροφή της, τι θεωρείτε πιο σημαντικό;
Ο κόσμος θέλει να συναντήσει ξανά γνώριμα πρόσωπα. Να νιώσει ότι επιστρέφει κάπου ασφαλής. Οι αλλαγές είναι φυσικές, αλλά ο πυρήνας παραμένει ίδιος. Αυτό που αγάπησε το κοινό ήταν η τρυφερότητα. Η αίσθηση οικογένειας. Το «σε βλέπω». Και αυτό, σήμερα, είναι ίσως πιο αναγκαίο από ποτέ.
Είναι πιο επίκαιρο από ποτέ το οικογενειακό χάος της σειράς;
Νομίζω πως ναι. Αλλιώς δεν θα είχε αυτή τη διαχρονικότητα. Ο κόσμος έχει ανάγκη να γελάσει, αλλά και να αναγνωρίσει τον εαυτό του. Και μια καλή κωμωδία μπορεί να τα κάνει και τα δύο.







