Στη δεκαετία του 1990 αναδύθηκε ο όρος failed state (αποτυχημένο κράτος), για να περιγράψει κράτη σε κατάρρευση που αδυνατούσαν να προσφέρουν στοιχειώδεις υπηρεσίες και εγγυήσεις ασφάλειας στους πολίτες τους. Συχνά αυτό αποτέλεσε και τη δικαιολογία για μια σειρά από σχέδια ένοπλων στρατιωτικών επεμβάσεων. Ομως, κατά μία παράξενη ιστορική ειρωνεία ο ίδιος όρος μπορεί να περιγράψει την κατάσταση που διαμορφώνεται ως προς κρίσιμες υποδομές και κρατικές λειτουργίες σε περιπτώσεις όπου εφαρμόζονται επιθετικές νεοφιλελεύθερες πολιτικές που αντιμετωπίζουν το κράτος πρωτίστως ως ένα πεδίο επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Το πρόσφατο περιστατικό με την κατάρρευση των συστημάτων επικοινωνίας στον FIR Αθηνών και τους κινδύνους που αυτό δημιούργησε αλλά και την ταλαιπωρία στην οποία οδήγησε είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Σε ένα πεδίο κατεξοχήν ιδιωτικοποιημένο όπως είναι αυτό των αεροπορικών μεταφορών στη χώρα μας – η οποία δεν έχει, πολλά χρόνια τώρα, «κρατικό αερομεταφορέα» και όπου μεγάλο μέρος των αεροδρομίων είναι ιδιωτικά – το κρίσιμο τμήμα των υποδομών που αφορά την ασφάλεια και είναι ευθύνη του κράτους αποδείχτηκε επικίνδυνα παραμελημένο. Και όλα αυτά την ώρα που η τραγωδία των Τεμπών – που προφανώς και δεν ήταν υπόθεση «ανθρώπινου λάθος» – διαρκώς υπογραμμίζει τραγικά τι συμβαίνει όταν κρίσιμες υποδομές αντιμετωπίζονται πρωτίστως ως «απορροφησιμότητα» κονδυλίων και όχι ως πραγματική εξασφάλιση ότι δεν θα ήταν δυνατό δύο τρένα να κινούνται «τυφλά» στην ίδια γραμμή.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ελληνικό. Το ζήτημα της ασφάλειας των υποδομών, που σε μεγάλο βαθμό είναι ζήτημα επισκευής και αναβάθμισης έργων που έγιναν σε μια προηγούμενη φάση, απασχολεί χώρες παγκοσμίως. Και αυτό γιατί η δαιμονοποίηση του «κρατικού», προς όφελος του ιδιωτικού, ή, ακόμη χειρότερα, του «αγοραίου», οδήγησε σε μια αντιμετώπιση του κράτους ως επενδυτικού πεδίου (ενίοτε και «τρόπαιου»), που με τη σειρά της σήμαινε ότι η συντήρηση και αναβάθμιση κρίσιμων υποδομών ήταν πια ένα κόστος που κάποιος έπρεπε να αναλάβει, συνήθως υπό την προϋπόθεση ότι θα μπορούσε να είναι μια ακόμη συμφέρουσα εργολαβία. Ομως, αυτό στην πράξη κατέληγε είτε στην αναβολή αναμέτρησης με το πρόβλημα, είτε, στην καλύτερη των περιπτώσεων, σε «εμβαλωματικού» τύπου λύσεις.
Η απάντηση σε αυτό το πρόβλημα, το οποίο επιτείνουν παράμετροι που δοκιμάζουν τις υποδομές παγκοσμίως όπως είναι η κλιματική αλλαγή, δεν μπορεί να αφορά απλώς μια επίκληση αποτελεσματικότητας ή «επιτάχυνσης» του έργου. Στην πραγματικότητα απαιτεί μια «αλλαγή παραδείγματος» σε σχέση με το πώς βλέπουμε το ίδιο το κράτος, τη λειτουργία και τις προτεραιότητές του. Η αντίληψη ότι αποτελεί απλώς ένα διοικητικό κέλυφος γύρω από κατά βάση ιδιωτικές λειτουργίες, όπου δυνητικά ακόμη και πλευρές του «σκληρού πυρήνα» όπως η καταστολή και ο σωφρονισμός θα μπορούσαν να ιδιωτικοποιηθούν, για να μην αναφερθούμε στην παιδεία ή την υγεία, στο τέλος καταλήγει σε ένα κράτος που προσφέρει – και εγγυάται – πολύ λιγότερα, ένα κράτος που «δομικά» αυξάνει και δεν περιορίζει τον κίνδυνο, ένα κράτος διαρκούς ανασφάλειας.







