«Ενας άθεος σήμερα, θεωρητικά, δεν έχει προβλήματα. Πρακτικά το σημερινό πρόβλημα είναι ότι συνεχίζει να επικρατεί η αντίληψη ότι ένας άθεος «δεν έχει τον Θεό του». Οτι δεν είναι ηθικός» τονίζει η Βασιλική Κοϊτσάνου, πρόεδρος της Ενωσης Αθέων.

«Από μικρή ηλικία δεν θυμάμαι τον εαυτό μου να έχει κάποια αίσθηση του «θείου», αντίθετα, με ενοχλούσε πολύ η εικόνα του Εσταυρωμένου στην τάξη μας. Η εικόνα του Χριστού με τα καρφιά και τα αίματα στα χέρια με είχε στιγματίσει πολύ άσχημα. Ηταν ένα μαρτύριο που έπρεπε να βλέπω σε καθημερινή βάση». Με αυτά τα λόγια η Βασιλική Κοϊτσάνου, πρόεδρος της Ενωσης Αθέων περιγράφει την τραυματική για εκείνη καθημερινότητά της στο σχολείο.

Αυτό που για τους πιστούς αποτελεί το κατεξοχήν σύμβολο του ορθόδοξου χριστιανικού δόγματος, από ένα υπαρκτό αλλά «αόρατο» τμήμα του πληθυσμού ερμηνεύεται ως επιβολή της κυρίαρχης θρησκευτικής αντίληψης. Αυτό γεννά κρίσιμα ερωτήματα: για το πόσοι και ποιοι είναι οι άθεοι, για το εάν απολαμβάνουν τα ίδια δικαιώματα με τους πιστούς έλληνες πολίτες, για το πόσο ελεύθερα μπορούν να εκφράσουν την αθεΐα τους στο ευρύτερο συγγενικό, κοινωνικό και επαγγελματικό τους περιβάλλον χωρίς να νιώθουν περιφρόνηση και περιθωριοποίηση.

Το προφίλ

Ο Αλέξανδρος Σακελλαρίου, δρ Κοινωνιολογίας της Θρησκείας και διδάσκων στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, επισημαίνει πως παρότι δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία για τον αριθμό των άθεων στην Ελλάδα «καθώς η Εθνική Στατιστική Αρχή δεν καταγράφει το θρήσκευμα στις απογραφές για λόγους προστασίας προσωπικών δεδομένων», «υπάρχουν αρκετές έρευνες κοινής γνώμης τα τελευταία χρόνια που δείχνουν ότι ένας σημαντικός αριθμός ανθρώπων αυτοτοποθετείται στην αθεΐα σε ποσοστό που κυμαίνεται από 13% έως 19%».

Μια εικόνα δίνει και μια πρόσφατη έρευνα για το «Τι πιστεύουν οι Ελληνες» που διεξήχθη το 2022 από την εταιρεία ερευνών MARC AE  σε αντιπροσωπευτικό δείγμα του γενικού πληθυσμού της χώρας 1.255 ατόμων ηλικίας 17 ετών και άνω, με τηλεφωνικές συνεντεύξεις και online panel. Σύμφωνα με τη Φαίη Μακαντάση, διευθύντρια Ερευνών της ΔιαΝΕΟσις, «στην ερώτηση «Εσείς προσωπικά θα λέγατε πως πιστεύετε στον Θεό;», το 17,2% των Ελλήνων απαντά «όχι» και 4,1 % «ΔΞ/ΔΑ». Εάν κοιτάξει κανείς τα δημογραφικά χαρακτηριστικά των ερωτώμενων που απαντούν αρνητικά θα παρατηρήσει ότι είναι περισσότερο άντρες και νέοι (το 34,2% των ατόμων ηλικίας 17-24 ετών)». Σε σχέση με το μορφωτικό επίπεδο και την πολιτική τοποθέτηση, «τα άτομα αυτά είναι υψηλού μορφωτικού επιπέδου (20,3%), ανήκουν στη μεσαία – ανώτερη τάξη (22,2%) και είναι οικονομικά άνετα (25,5%). Αυτοπροσδιορίζονται ως αριστεροί/ακραία αριστεροί (45,7%) και κεντροαριστεροί (25,2%)».

Ο Σακελλαρίου εκτιμά ότι ένα ποσοστό 30% των νέων 17-24 ετών απορρίπτει την «επικρατούσα» θρησκεία και συμπληρώνει ότι «παρόμοια ποσοστά καταγράφηκαν σε μία έρευνα στην οποία είχα την ευθύνη της σχεδίασης και ανάλυσης των ευρημάτων. Το 24% των νέων 17-34 ετών αυτοτοποθετήθηκαν στην κατηγορία άθεος και το 15% στην κατηγορία άθρησκος ή αγνωστικιστής. Στον τελευταίο γύρο της Παγκόσμιας Ερευνας Αξιών (2017) καταγράφεται στην Ελλάδα ένα ποσοστό 6,2% που δηλώνει ότι δεν πιστεύει στον Θεό, το οποίο στις ηλικίες 18-29 γίνεται 14%». Αντίστοιχα είναι τα στοιχεία για το δημογραφικό προφίλ των άθεων στην Παγκόσμια Ερευνα Αξιών, όπου «καταγράφηκε ότι όσοι είχαν μεταπτυχιακό ή διδακτορικό δήλωσαν ότι δεν πιστεύουν στον Θεό σε ποσοστό 33,5%, ενώ όσοι είχαν τελειώσει την πρωτοβάθμια εκπαίδευση μόλις 1,2%. Αντίστοιχα στην ανώτερη και ανώτερη μεσαία τάξη το ποσοστό ήταν 9,7%, ενώ στην κατώτερη 1,6%. Τα δεδομένα αυτά τα κατέγραψα κι εγώ στη δική μου έρευνα, αν και ήταν ποιοτική» εξηγεί ο Σακελλαρίου.

Στιγματίζονται;

«Ενας άθεος σήμερα, θεωρητικά, δεν έχει προβλήματα. Πρακτικά το σημερινό πρόβλημα είναι ότι συνεχίζει να επικρατεί η αντίληψη ότι ένας άθεος «δεν έχει τον Θεό του». Οτι δεν είναι ηθικός» τονίζει η Βασιλική Κοϊτσάνου.

Ομως, το έλλειμα ηθικής που αποδίδεται στους άθεους δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα κατά τον Σακελλαρίου: «Οι άνθρωποι αυτοί είναι καθημερινοί άνθρωποι που έχουν απλώς διαφορετική θρησκευτική συνείδηση, δηλαδή έχουν διαμορφώσει μία διαφορετική συνείδηση από την κυρίαρχη αναφορικά με το θρησκευτικό πεδίο. Δεν είναι ούτε προδότες, ούτε ανθέλληνες, ούτε πολύ περισσότερο ανήθικοι, όπως συνήθως προτάσσει η Εκκλησία».

Αυτό διαμορφώνει για τον άθεο την κοινωνικά κατασκευή του απειλητικού «άλλου». Ως αποτέλεσμα, κατά την Κοϊτσάνου, «πολύς κόσμος δεν δηλώνει την αθεΐα του φοβούμενος ότι θα χαρακτηριστεί άσχημα από τους φίλους του και ότι θα ξεκινήσει μία συζήτηση που θα τον φέρει σε δύσκολη θέση. Ακόμη, οι επαγγελματίες φοβούμενοι ότι θα χάσουν τη δουλειά τους ή και πελάτες, αν είναι ελεύθεροι επαγγελματίες, δεν ανακοινώνουν την αθεΐα τους. Αυτό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα που έχει να αντιμετωπίσει ένας άθεος».

«Υπήρχαν άνθρωποι στην έρευνά μου που δεν το αποκάλυπταν γιατί φοβούνταν μη χάσουν τη δουλειά τους, μη στιγματιστούν (π.χ. σε σώματα ασφαλείας) ή μη χάσουν την πελατεία τους αν είχαν ένα κατάστημα. Αυτό είναι εντονότερο στην επαρχία όπου ακόμα η θρησκεία διατηρεί πολύ πιο έντονη παρουσία. Ενας δάσκαλος σε επαρχιακό σχολείο μού είπε στην έρευνα ότι κάνει τον σταυρό του στην πρωινή προσευχή για να μη στιγματιστεί», προσθέτει ο Σακελλαρίου.

Ολα αυτά συμπληρώνονται από διακρίσεις στη δημόσια σφαίρα. Οπως εξηγεί ο δικηγόρος Βασίλης Σωτηρόπουλος «και μόνο που ένας άθεος πρέπει να ζητά συνέχεια να εξαιρείται από διαδικασίες που φαίνονται οι κανονικές, όπως η παρακολούθηση του μαθήματος των Θρησκευτικών ή όπως ο όρκος στον στρατό, δείχνει ότι το νομικό πλαίσιο αντιμετωπίζει τον άθεο ως εξαίρεση. Δηλαδή, ως πολίτη β’ κατηγορίας που πρέπει να αποκαλύπτει έμμεσα τη συνειδησιακή του επιλογή».

Τα σύμβολα

Πεδίο αντιπαράθεσης αποτελεί η ύπαρξη ή μη των θρησκευτικών συμβόλων. Κατά τον Γιώργο Καλαντζή, γενικό γραμματέα Θρησκευμάτων του υπουργείου Παιδείας, «οι εικόνες του Χριστού στα σχολεία ή στις αίθουσες των δικαστηρίων δεν παραβιάζουν τη θρησκευτική ελευθερία οποιουδήποτε όπως έχει κρίνει το Συμβούλιο της Επικρατείας για τις αίθουσες των δικαστηρίων και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση Lautsi κατά Ιταλίας για τα σχολεία της Ιταλίας. Η εικόνα του Χριστού στα δικαστήρια ή στα σχολεία έχει πολλούς συμβολισμούς που συνδέονται με την ιστορία, τον πολιτισμό, την ταυτότητα αλλά και τη ζώσα πραγματικότητα του Ελληνισμού».

Αντιθέτως, ο Βασίλης Σωτηρόπουλος επιμένει ότι «σε μια σύγχρονη σχολική αίθουσα συναντιούνται μαθητές και δάσκαλοι ετερώνυμων συνειδησιακών επιλογών και η επιβολή ενός και μόνου θρησκευτικού συμβόλου μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο έριδας, διαφωνίας και να δυναμιτίσει τη δυναμική της ομάδας που πρέπει να διέπει την εκπαιδευτική διαδικασία».

Η ανεκτικότητα

Ο Αλέξανδρος Σακελλαρίου επιμένει ότι χρειάζεται μεγαλύτερη ανεκτικότητα: «Την τελευταία δεκαετία περίπου έχουν γίνει αρκετά βήματα, βήματα που σταδιακά ξεκίνησαν από τη Μεταπολίτευση και μετά. Ομως, επειδή η ελληνική κοινωνία δεν πέρασε ποτέ από ένα δυναμικό κίνημα Διαφωτισμού ούτε Μεταρρύθμισης της Εκκλησίας, η ανεκτικότητά μας είναι σχετικά περιορισμένη».