Ο ιός SARS-CoV2 είναι υπεύθυνος για την πανδημία COVID-19 που βιώνουμε όλοι μας σήμερα. Η καρδιά θεωρείται ένα σημαντικό όργανο-στόχος που προσβάλλει ο κορωνοϊός, καθώς εκφράζει υποδοχείς που χρησιμοποιεί για να εισέλθει στα κύτταρα. Συνεπώς, ένα από τα πλέον κρίσιμα ερωτήματα είναι εάν ο πανδημικός ιός αφήνει μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στο καρδιαγγειακό σύστημα.
O Εμμανουήλ Βαβουρανάκης, καθηγητής Καρδιολογίας ΕΚΠΑ και διευθυντής Γ’ Πανεπιστημιακής Καρδιολογικής Κλινικής του νοσοκομείου «Η Σωτηρία», αναλύει στο ένθετο «Υγεία» όλα τα νεότερα δεδομένα.
Ειδικότερα και όπως ο ίδιος αναλύει, υπάρχει μια αμφίδρομη σχέση μεταξύ καρδιαγγειακών νοσημάτων και λοίμωξης COVID. Εχει βρεθεί ότι αυξημένο κίνδυνο για καρδιαγγειακές επιπλοκές δεν έχουν μόνο οι ασθενείς που ανέπτυξαν σοβαρού βαθμού λοίμωξη αλλά και αυτοί που πάσχουν από παθήσεις του καρδιαγγειακού συστήματος. Συγκεντρωτικά δεδομένα από μεγάλο αριθμό ασθενών (μεγαλύτερο από 3.000) που χρειάστηκε να νοσηλευθούν λόγω COVID-19 παρουσίασαν μυοκαρδιακή βλάβη, όπως προκύπτει από βιοχημικούς δείκτες του αίματος, σε υψηλό ποσοστό (20%).
Αυτή η κατηγορία των ασθενών είχαν κατά 8 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να χάσουν τη ζωή τους. Αρα η βλάβη του μυοκαρδίου στην οξεία φάση της νόσησης αποτελεί ισχυρό αρνητικό παράγοντα πρόγνωσης. Οι μηχανισμοί που οδηγούν σε μυοκαρδιακή βλάβη έχουν σχέση με την τοξικότητα του ιού, ανοσολογικούς μηχανισμούς, τη φλεγμονή του ενδοθηλίου και τις θρομβώσεις των αγγείων.
Πώς ανιχνεύουμε τις βλάβες της καρδιάς και των αγγείων;
Σε μια μελέτη από πολλά νοσοκομεία που δημοσιεύθηκε πρόσφατα, παρατηρήθηκε ότι σε ασθενείς με COVID-19 που χρειάστηκαν νοσηλεία η καρδιά παρουσίαζε τμηματικές διαταραχές της κινητικότητας και έκπτωση της συστολικής της απόδοσης σε ποσοστό 20%. Σε ένα ποσοστό 7% παρουσιάστηκε επίσης υγρό γύρω από την καρδιά. Ο συνδυασμός δε αυτών των διαταραχών σχετιζόταν με υψηλά ποσοστά θανάτων. Σήμερα η μαγνητική τομογραφία καρδιάς χρησιμοποιείται ευρέως για την ανίχνευση μυοκαρδιακής βλάβης ύστερα από ιογενείς λοιμώξεις. Στο 26% των ασθενών που είχαν αναρρώσει ύστερα από COVID-19 με ύπαρξη βιοχημικών δεικτών μυοκαρδιακής βλάβης στο αίμα παρουσιάστηκαν στοιχεία μυοκαρδίτιδας και στο 22% ευρήματα συμβατά με ισχαιμία και έμφραγμα του μυοκαρδίου. Στα νεαρά άτομα όμως, ευρήματα από τη μαγνητική τομογραφία καρδιάς, μεταξύ φοιτητών αθλητών υψηλών επιδόσεων, που ανάρρωναν από λοίμωξη με κορωνοϊό, έδειξαν μόνο 1,4% να έχει μυοκαρδίτιδα.
Παραμένουν συμπτώματα ύστερα από νόσηση με COVID-19;
Yπάρχουν μελέτες που δείχνουν ότι οι ασθενείς που νόσησαν με COVID-19 εξακολουθούν να παρουσιάζουν συμπτωματολογία που υπονοεί δυσλειτουργία των πολλαπλών οργάνων και συστημάτων. Με τον όρο «long COVID», αν και δεν υπάρχει σαφής ορισμός, συνήθως αναφερόμαστε στις περιπτώσεις που η συμπτωματολογία των ασθενών παραμένει πέραν των 6-12 εβδομάδων μετά την οξεία λοίμωξη. Αν και ο όρος αυτός δημιουργήθηκε από τους ασθενείς και περιλαμβάνει ένα μεγάλο εύρος συμπτωμάτων, η κούραση και η αδυναμία κατά την άσκηση είναι τα πιο συχνά ενοχλήματα.
Πρόσφατα, παρουσιάστηκαν οι επιπτώσεις ύστερα από 6 μήνες σε 1.700 ασθενείς επιβεβαιωμένων κρουσμάτων COVID-19. Το 63% αυτών συνέχιζαν να έχουν κούραση και διαταραχές στον ύπνο, 54% είχαν παθολογικά ευρήματα στην αξονική τομογραφία θώρακος και 56% διαταραχές στη διάχυση των αερίων των πνευμόνων. Τα ευρήματα αυτά ήταν πιο έντονα σε ασθενείς που είχαν σοβαρότατη συμπτωματολογία κατά τη νόσηση.
Δεδομένα ασθενών που παρακολουθούνται στη Γ’ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική ΕΚΠΑ στο ΓΝΝΘΑ «Η Σωτηρία» και ανακοινώθηκαν στο πρόσφατο Πανευρωπαϊκό Καρδιολογικό Συνέδριο δείχνουν ότι η προσβολή του ενδοθηλίου των αγγείων παραμένει στους ασθενείς με COVID-19 ακόμα και 6 μήνες μετά τη νοσηλεία τους.
Μάλιστα, λόγω της σημαντικότητας του θέματος, σε πολλά ερευνητικά κέντρα ήδη πραγματοποιούνται πολυκεντρικές προοπτικές μελέτες σε ασθενείς οι οποίοι έχουν νοσήσει με COVID-19 και παρακολουθούνται μακροχρόνια μετά την έξοδο από το νοσοκομείο. Σε αυτές τις μελέτες διερευνώνται η εξέλιξη των αλλοιώσεων με μαγνητική τομογραφία (εγκέφαλος, πνεύμονες, καρδιά, νεφροί, ήπαρ) και η συσχέτιση με τα συμπτώματα, την ικανότητα για άσκηση, την ποιότητα ζωής και τη νοητική λειτουργία. Από δεδομένα που παρουσιάστηκαν στο πρόσφατο πανευρωπαϊκό συνέδριο, φαίνεται ότι η δύσπνοια παραμένει σε σημαντικό ποσοστό (64%), ενώ ένα επίσης υψηλό ποσοστό (55%) αναφέρει αίσθημα κόπωσης στις καθημερινές δραστηριότητες. Ανεξάρτητα από τα αντικειμενικά ευρήματα των απεικονιστικών τεχνικών, η ύπαρξη άγχους και ελαττωμένης ποιότητας στη ζωή των ασθενών ήταν ευρήματα που επίσης παρατηρήθηκαν.
Συμπερασματικά, πέραν του αναπνευστικού συστήματος, το καρδιαγγειακό σύστημα αποτελεί κύριο όργανο-στόχο της λοίμωξης από τον ιό SARS-CoV2 στην οξεία φάση της νόσου αλλά και με πιθανές μακροπρόθεσμες επιπτώσεις.






