Θεωρήθηκε ένα από τα σημαντικότερα λυρικά έργα του 20ού αιώνα, αλλά για το ευρύ κοινό παραμένει «άγνωστο» στο πρώτο άκουσμα. Η «Guardian» τη χαρακτήρισε την «τέλεια όπερα», καθώς καταφέρνει να ξεπεράσει τα όρια του σύγχρονου ρεπερτορίου. «Οπλα» της: ο λυρισμός, η συναισθηματική ειλικρίνεια και η μεγαλειώδης μουσική που της χάρισε ο σπουδαίος τσέχος συνθέτης Λέος Γιάνατσεκ. Αλλά και η έντονα δραματική και ταυτόχρονα ανθρώπινη υπόθεσή της. Η «Γενούφα», ύστερα από 114 χρόνια πορείας στα διεθνή λυρικά θέατρα, φτάνει στην Εθνική Λυρική Σκηνή για να εγκαινιάσει τη νέα της καλλιτεχνική περίοδο. Σε πρώτη πανελλήνια παρουσίαση, στο πλαίσιο του κύκλου Γιάνατσεκ, ανεβαίνει από τις 14 Οκτωβρίου σε μουσική διεύθυνση Λουκά Καρυτινού και σκηνοθεσία Νίκολα Ράαμπ.
Στη βάση του, το κείμενο του Γιάνατσεκ είναι επηρεασμένο από το λογοτεχνικό έργο «Η ψυχοκόρη της» τής Γκαμπριέλα Πρεΐσοβα. Η επίσης μοραβή συγγραφέας περιέγραφε χωρίς ωραιοποιήσεις τις δυσκολίες και τις κοινωνικές συνθήκες της περιοχής, γεγονός που γοήτευσε τον συνθέτη. Αλλωστε, στα τέλη του 19ου αιώνα, η ζωή στην ύπαιθρο της Τσεχίας παρουσιαζόταν μονάχα μέσα από ελαφρά έργα και κωμωδίες. Ο Γιάνατσεκ, λοιπόν, ξεκίνησε να στήνει μια όπερα χρησιμοποιώντας αυτούσια την πρόζα του λογοτεχνικού κειμένου, ενώ παράλληλα εξέφραζε με σαφήνεια το προσωπικό του ιδίωμα. Αν και το τελικό έργο πήρε μορφή 13 χρόνια νωρίτερα, η ιστορία που έστησε συνομιλεί με τη «Φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Και τα δύο φέρνουν στην επιφάνεια τη βρεφοκτονία ως συνέπεια των σκληρών συνθηκών των κλειστών κοινωνιών της υπαίθρου. Κοινός τους ορίζοντας είναι η καταπίεση της πατριαρχικής κοινωνίας προς τις γυναίκες, που κρύβεται στις λέξεις και στα νοήματα των δύο έργων. Παρά τις μικρές διαφορές στις κοινωνικές συνθήκες, οι αιτίες, τα συναισθήματα και οι τύχες των πρωταγωνιστριών αναδεικνύονται σε θέματα πανανθρώπινα και διαχρονικά.
Η Νίκολα Ράαμπ, η οποία είναι διεθνώς αναγνωρισμένη για την ιδιαίτερη ευαισθησία των αναγνώσεών της και για την επιμονή της στην ονειρική οπτικοποίηση των έργων της, προτείνει εδώ μια κλασική ανάγνωση της «Γενούφα». Ετσι, αντιμετωπίζει τον ωμό ρεαλισμό της ιστορίας μέσα από μια ποιητική διάσταση. «Η πλοκή της όπερας χαρακτηρίζεται από έντονο κοινωνικό ρεαλισμό, μια ξεκάθαρη απεικόνιση της κοινωνίας και των εθίμων που διαμορφώνουν τα πρόσωπα του έργου και καθορίζουν τη συμπεριφορά τους. Τρεις γενιές γυναικών βρίσκονται επί σκηνής όταν ανοίγει η αυλαία: γιαγιά, μητριά και (θετή) κόρη. Μόνο ένας (θετός) γιος εμφανίζεται, ο οποίος περιφέρεται στο περιθώριο της δράσης, και σίγουρα δεν υπάρχουν μεγαλύτεροι άνδρες της ίδιας οικογένειας. Αργότερα συναντάμε κι έναν άλλο γιο, αλλά αυτός φαίνεται να είναι πάντα “απών”, να διασκεδάζει μονίμως, να πίνει, να αποφεύγει τις ευθύνες του. Οι γυναίκες πρέπει να αναλάβουν τα ηνία, να αποφασίσουν την πορεία των πραγμάτων, το τι πρέπει να γίνει γενικότερα. Και πράγματι αυτό κάνουν, κυρίως μέσω του χαρακτήρα της Νεωκόρισσας, της μεσαίας από τις τρεις της μητριαρχικής φιγούρας. Οι αποφάσεις της καθορίζουν τις ζωές όλων των υπολοίπων, ακόμα και κυριολεκτικά, τη ζωή και τον θάνατο όλων τους. Αρπάζοντας την ευκαιρία, θα φτάσει στο σημείο να γίνει ακόμα και δολοφόνος, επιβάλλοντας παλαιό (πατριαρχικό;) δίκαιο στον ίδιο της τον εαυτό και στην οικογένειά της, έτσι ώστε να συμμορφωθούν με τους αυστηρούς κανόνες της κοινωνίας. Σαν οι πατέρες τους, τους οποίους δεν συναντάμε ποτέ, να ελέγχουν διαρκώς τις ζωές των γυναικών» τονίζει η σκηνοθέτρια σε σημείωμά της.
ΤΟ ΣΚΗΝΙΚΟ. Οι γενικές αυτές γραμμές περνούν και στο σκηνικό της παράστασης που επιμελείται ο διεθνώς καταξιωμένος Γιώργος Σουγλίδης. Η σκηνή γεμίζει μ’ ένα λευκό σπίτι, εγκλωβισμένο μέσα σ’ ένα δάσος, σαν μια αναφορά στην κλειστοφοβική ατμόσφαιρα και στους αυστηρούς κανόνες της κοινωνίας, από τους οποίους κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει. «Ενα σπίτι λειτουργεί ως το αρχικό κύτταρο του σκηνικού και της αφήγησης της ιστορίας. Επιβλέπει, προφυλάσσει, κρύβει και στο τέλος αποκαλύπτει γεγονότα, μυστικά, οικογένειες, γυναίκες, παιδιά, το παρελθόν και το παρόν. Με σχεδόν μεταφυσικό τρόπο ταξιδεύει μέσα από τις πράξεις μέχρι τελικά να διαλυθεί, όταν παύει να εξυπηρετεί κάτι» προσθέτει η σκηνοθέτρια.
Η αντίληψή της αυτή για το όραμα του Γιάνατσεκ μάλλον θα άρεσε και στον ίδιο τον συνθέτη. Ο ίδιος δεν ήταν τυχερός να δει το έργο του να παρουσιάζεται όπως το είχε συλλάβει. Για να πετύχει ν’ ανέβει στο Εθνικό Θέατρο της Πράγας, δέχτηκε τις τροποποιήσεις του διευθυντή του Κάρελ Κοβαρζόβιτς σε όσα σημεία του μουσικού κειμένου δεν κατανοούσε, θεωρούσε άτεχνα ή έκρινε ως εκκεντρικά. Η μορφή αυτή στη γερμανική γλώσσα που έγινε γνωστή ως «εκδοχή της Πράγας» επικράτησε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Τότε, ο αυστραλός αρχιμουσικός Τσαρλς Μακέρας, ένθερμος υποστηρικτής της μουσικής του Γιάνατσεκ, ηχογράφησε την αυθεντική εκδοχή στην πρωτότυπη γλώσσα, αποκαθιστώντας όλες τις αλλαγές. Η αντίσταση πάντως του γερμανόφωνου κάμφθηκε πρόσφατα μπροστά σ’ αυτήν την εξέλιξη, αφού τελικώς η Κρατική Οπερα της Βιέννης παρουσίασε το έργο για πρώτη φορά στα τσεχικά μόλις τον Απρίλιο του 2016.
Στη διανομή της «Γενούφα» συναντούμε διακεκριμένους ξένους και έλληνες πρωταγωνιστές. Στον ομώνυμο ρόλο, την ανερχόμενη υψίφωνο Σάρα – Τζέιν Μπράντον. Τον πρωταγωνιστικό ρόλο της Νεωκόρισσας θα ερμηνεύσει η σπουδαία Γερμανίδα Ζαμπίνε Χογκρέφε, η υψίφωνος που αποθεώθηκε στην περσινή εναρκτήρια παραγωγή της Λυρικής, την «Ηλέκτρα» του Στράους. Στον ρόλο του Λάτσα, ο Ολλανδός Φρανκ βαν Ακεν, ο οποίος συγκαταλέγεται στους δημοφιλέστερους τενόρους της γενιάς του και γνώρισε το ελληνικό κοινό στην περσινή «Ηλέκτρα». Στον ρόλο του Στέβα ο τενόρος Δημήτρης Πακσόγλου. Στη δεύτερη διανομή, τους κεντρικούς ρόλους θα ερμηνεύσουν οι Μαρία Μητσοπούλου και η Τζούλια Σουγλάκου.
INFO
«Γενούφα», στις 14, 19, 21, 24, 27 Οκτωβρίου και 2 Νοεμβρίου στην Εθνική Λυρική Σκηνή (Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος Εθνικής Λυρικής Σκηνής – Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος, Λεωφόρος Συγγρού 364, Καλλιθέα, τηλ. 213-0885.700, είσοδος 10-70 ευρώ)