Από το 2020 έως σήμερα, οι ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις έχουν κληθεί να επιβιώσουν σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο και εχθρικό περιβάλλον. Η πανδημία πρώτα, ο πόλεμος στην Ουκρανία και η ενεργειακή κρίση στη συνέχεια, και τώρα η γεωπολιτική αναταραχή στη Μέση Ανατολή, με την κλιμάκωση της σύγκρουσης με το Ιράν να αναδιατάσσει εφοδιαστικές αλυσίδες και να εκτινάσσει το κόστος ενέργειας, έχουν δημιουργήσει ένα τοπίο που δεν αφήνει χώρο για εφησυχασμό. Αυτές οι κρίσεις δεν εναλλάσσονται. Επιτίθενται ταυτόχρονα.
Στην Ελλάδα, οι μικρές, πολύ μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις αποτελούν το 99% του επιχειρηματικού μας ιστού. Απασχολούν πάνω από το 80% των εργαζομένων και παράγουν σχεδόν το 57% της προστιθέμενης αξίας της χώρας. Η επιχείρηση της γειτονιάς, το οικογενειακό μαγαζί, η μικρή βιοτεχνία, ο τεχνίτης, ο ελεύθερος επαγγελματίας αυτοί είναι η ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας. Και αυτοί είναι που πλήττονται πιο σκληρά.
Τα δομικά προβλήματα δεν είναι καινούργια, αλλά η σώρευσή τους γίνεται πλέον ασφυκτική. Η γραφειοκρατία κοστίζει στις μικρές επιχειρήσεις πενταπλάσια σε σχέση με τις μεσαίες και τριπλάσια σε σχέση με τις μεγάλες απλώς επειδή δεν έχουν τους ίδιους ανθρώπους και πόρους. Η υψηλή φορολογική επιβάρυνση, το ακριβό τραπεζικό κεφάλαιο, ο αποκλεισμός από τα ευρωπαϊκά κονδύλια,το 70% των εμπορικών ΜΜΕ απασχολεί έως 3 άτομα και εξαιρείται από κρίσιμα προγράμματα ΕΣΠΑ, και οι συσσωρευμένες οφειλές της δεκαετίας των μνημονίων εξακολουθούν να λειτουργούν ως τροχοπέδη. Σε αυτό το περιβάλλον, η ανταγωνιστικότητα δεν είναι επιλογή. Είναι θέμα επιβίωσης.
Τι χρειάζεται λοιπόν η επιχείρηση του αύριο; Πρώτα και κύρια, να επενδύσει στον ψηφιακό μετασχηματισμό της. Η ψηφιακή παρουσία, το ηλεκτρονικό εμπόριο, τα εργαλεία ανάλυσης δεδομένων και η χρήση τεχνολογίας στη λειτουργία δεν είναι πολυτέλεια μεγάλων εταιρειών. Είναι το νέο ελάχιστο για κάθε επιχείρηση που θέλει να υπάρχει στην αγορά του αύριο. Η πολύ μικρή βιοτεχνία, ο μικρός έμπορος, η υπηρεσία στην περιφέρεια όλοι έχουν σήμερα τα εργαλεία να φτάσουν σε πελάτες που δεν φανταζόταν ποτέ. Αρκεί να τολμήσουν.
Δεύτερον, η εξωστρέφεια δεν είναι προνόμιο των μεγάλων. Οι ΜΜΕ που βγαίνουν οργανωμένα στις διεθνείς αγορές, έστω και μέσα από συνεργασίες, κοινά brands ή αξιοποίηση ευρωπαϊκών δικτύων, αποδεικνύουν ότι το μέγεθος δεν είναι πάντα κριτήριο. Τρίτον, οι συνέργειες και οι συγχωνεύσεις μεταξύ μικρών επιχειρήσεων μπορούν να δημιουργήσουν νέες δυνατότητες που καμία μεμονωμένα δεν θα είχε. Η μοναχική πορεία έχει τα όριά της.
Ωστόσο, ο επιχειρηματίας δεν μπορεί να τα κάνει όλα μόνος. Η Πολιτεία οφείλει να αφαιρέσει τα εμπόδια: απλοποίηση του κανονιστικού πλαισίου, επαναφορά ρυθμίσεων για παλιές οφειλές, ευρύτερη πρόσβαση στα χρηματοδοτικά εργαλεία ειδικά για επενδυτικά σχέδια μικρής κλίμακας από 200.000 έως 500.000 ευρώ. Και τα Επιμελητήρια, ως θεσμικοί εταίροι της μικρής επιχειρηματικότητας, οφείλουν να λειτουργούν ως επιταχυντές ανάπτυξης όχι ως απλά γραφεία εξυπηρέτησης.
Η ελληνική μικρή και μεσαία επιχείρηση δεν είναι βάρος για την οικονομία. Είναι η οικονομία. Και αν θέλουμε η επιχείρηση του αύριο να είναι πιο ανθεκτική, πιο ανταγωνιστική και πιο δυναμική από αυτήν του χθες, χρειαζόμαστε στρατηγικό σχεδιασμό, πρακτικά εργαλεία και κυρίως ένα κράτος που στέκεται δίπλα στον επιχειρηματία και όχι απέναντί του.





