Ο παγκόσμιος δείκτης τιμών τροφίμων κατέγραψε άνοδο τον Φεβρουάριο, τερματίζοντας μια πτωτική πορεία πέντε συνεχόμενων μηνών, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών. Η αύξηση αποδίδεται κυρίως στις υψηλότερες διεθνείς τιμές του σιταριού, των φυτικών ελαίων και ορισμένων κατηγοριών κρέατος, οι οποίες υπερίσχυσαν των μειώσεων που καταγράφηκαν στη ζάχαρη και σε ορισμένα γαλακτοκομικά προϊόντα.
Ο Δείκτης Τιμών Τροφίμων διαμορφώθηκε τον Φεβρουάριο στις 125,3 μονάδες, σημειώνοντας άνοδο 0,9% σε σχέση με τον Ιανουάριο. Παρά τη μηνιαία αύξηση, το επίπεδο του δείκτη παραμένει ελαφρώς χαμηλότερο –κατά περίπου 1%– σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους.
Σημαντικό ρόλο στην άνοδο έπαιξαν τα σιτηρά, με τον σχετικό δείκτη να αυξάνεται κατά 1,1% σε μηνιαία βάση. Η άνοδος αυτή οφείλεται κυρίως στις υψηλότερες τιμές του σιταριού στις διεθνείς αγορές, οι οποίες επηρεάστηκαν από αναφορές για παγετούς σε γεωργικές περιοχές της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς και από συνεχιζόμενες διαταραχές στη μεταφορά και τη διακίνηση προϊόντων στη Ρωσία και την ευρύτερη περιοχή της Μαύρης Θάλασσας. Παράλληλα, μικρή αύξηση σημειώθηκε και στις τιμές των χονδροειδών σιτηρών, ενώ ο δείκτης τιμών ρυζιού ενισχύθηκε κατά 0,4%, στηριζόμενος στη σταθερή ζήτηση για ποικιλίες όπως το μπασμάτι και το japonica.
Ισχυρή άνοδο κατέγραψαν επίσης τα φυτικά έλαια. Ο σχετικός δείκτης αυξήθηκε κατά 3,3% τον Φεβρουάριο, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούνιο του 2022. Οι τιμές του φοινικέλαιου ενισχύθηκαν λόγω ισχυρής παγκόσμιας ζήτησης και χαμηλότερης εποχικής παραγωγής στη Νοτιοανατολική Ασία, ενώ οι τιμές του σογιέλαιου κινήθηκαν ανοδικά εν μέσω προσδοκιών για ευνοϊκές πολιτικές βιοκαυσίμων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ανάκαμψη σημείωσαν και οι τιμές του κραμβελαίου, λόγω εκτιμήσεων για αυξημένη εισαγωγική ζήτηση από τον Καναδά. Αντίθετα, το ηλιέλαιο υποχώρησε ελαφρώς, εξαιτίας της αύξησης των εξαγωγικών αποθεμάτων από την Αργεντινή.
Ανοδική ήταν και η πορεία του κρέατος, με τον σχετικό δείκτη να ενισχύεται κατά 0,8% σε σχέση με τον Ιανουάριο. Οι τιμές του πρόβειου κρέατος έφτασαν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, ενώ το βόειο κρέας ακριβαίνει λόγω της αυξημένης ζήτησης από μεγάλες αγορές όπως η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Οι τιμές του χοιρινού και των πουλερικών κατέγραψαν επίσης μικρή αύξηση.
Αντίθετα, ο δείκτης τιμών των γαλακτοκομικών προϊόντων σημείωσε πτώση κατά 1,2%, κυρίως εξαιτίας της υποχώρησης των τιμών στα τυριά. Παράλληλα όμως αυξήθηκαν οι διεθνείς τιμές για σκόνη άπαχου και πλήρους γάλακτος, καθώς ενισχύθηκε η εισαγωγική ζήτηση από χώρες της Βόρειας Αφρικής, της Μέσης Ανατολής και της Νοτιοανατολικής Ασίας. Οι τιμές του βουτύρου κατέγραψαν μικρή ανάκαμψη, για πρώτη φορά μετά το ιστορικό υψηλό που είχαν αγγίξει τον Ιούνιο του 2025.
Σημαντική πτώση καταγράφηκε στη ζάχαρη. Ο σχετικός δείκτης μειώθηκε κατά 4,1% σε σχέση με τον Ιανουάριο και βρίσκεται πλέον 27,3% χαμηλότερα σε σύγκριση με τον Φεβρουάριο του 2025. Η υποχώρηση αυτή αποδίδεται κυρίως στις προσδοκίες για άφθονη παγκόσμια προσφορά κατά την τρέχουσα περίοδο παραγωγής.
Παράλληλα με τα στοιχεία για τις τιμές, οι νέες εκτιμήσεις για την παγκόσμια παραγωγή σιταριού το 2026 δείχνουν πιθανή μείωση περίπου 3%, με τη συνολική παραγωγή να υπολογίζεται γύρω στα 810 εκατομμύρια τόνους. Παρά τη μείωση, η παραγωγή εκτιμάται ότι θα παραμείνει υψηλότερη από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας. Η πτώση αποδίδεται κυρίως στη μείωση των εκτάσεων καλλιέργειας στις μεγάλες παραγωγικές περιοχές, καθώς οι χαμηλότερες τιμές του προϊόντος αποθαρρύνουν τους παραγωγούς.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τη Ρωσία και τις Ηνωμένες Πολιτείες αναμένεται να περιοριστούν οι εκτάσεις που θα σπαρθούν με χειμερινό σιτάρι, καθώς οι αγρότες προσαρμόζονται στις πιέσεις των τιμών. Αντίθετα, στην Ινδία οι προοπτικές παραγωγής εμφανίζονται θετικές, χάρη στις αυξημένες σπορές που ενισχύθηκαν από κυβερνητικά κίνητρα. Θετικές εκτιμήσεις υπάρχουν επίσης για το Πακιστάν και γενικά ευνοϊκές προοπτικές για την Κίνα.
Όσον αφορά το καλαμπόκι στο νότιο ημισφαίριο, οι πρώτες εκτιμήσεις δείχνουν ότι η παραγωγή ενδέχεται να κινηθεί πάνω από τον μέσο όρο. Στην Αργεντινή και τη Βραζιλία η αύξηση των καλλιεργούμενων εκτάσεων σε συνδυασμό με ευνοϊκές καιρικές συνθήκες αναμένεται να οδηγήσουν σε υψηλές αποδόσεις. Στη Νότια Αφρική προβλέπεται δεύτερη συνεχόμενη πολύ καλή σοδειά καλαμποκιού το 2026, αν και ενδέχεται να είναι ελαφρώς χαμηλότερη από την παραγωγή του 2025 λόγω ακανόνιστων καιρικών συνθηκών που επηρεάζουν τις αποδόσεις σε ορισμένες περιοχές.
Ταυτόχρονα, αναθεωρήθηκαν προς τα πάνω οι εκτιμήσεις για την παγκόσμια παραγωγή σιτηρών το 2025, η οποία εκτιμάται πλέον ότι έφτασε σε ιστορικό υψηλό επίπεδο 3,029 δισεκατομμυρίων τόνων, σημειώνοντας αύξηση 5,6% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Η παγκόσμια κατανάλωση σιτηρών για την περίοδο 2025/26 αναμένεται επίσης να φτάσει σε νέο ρεκόρ, αγγίζοντας τους 2,943 δισεκατομμύρια τόνους, με αυξήσεις στη χρήση σιταριού, χονδροειδών σιτηρών και ρυζιού.
Τα παγκόσμια αποθέματα σιτηρών προβλέπεται να αυξηθούν μέχρι το τέλος της εμπορικής περιόδου και να φτάσουν περίπου τα 940,5 εκατομμύρια τόνους, διαμορφώνοντας τον λόγο αποθεμάτων προς κατανάλωση στο 31,9%, επίπεδο που θεωρείται σχετικά άνετο για την παγκόσμια αγορά. Παράλληλα, το διεθνές εμπόριο σιτηρών για την περίοδο 2025/26 εκτιμάται ότι θα φτάσει τα 501,7 εκατομμύρια τόνους, σημειώνοντας αύξηση 3,5% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά και καταγράφοντας τη δεύτερη υψηλότερη επίδοση που έχει σημειωθεί ποτέ.
Την ίδια στιγμή, αναλυτές επισημαίνουν ότι η γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή ενδέχεται να επηρεάσει το κόστος παραγωγής και μεταφοράς αγροτικών προϊόντων διεθνώς, καθώς πιθανή κλιμάκωση των συγκρούσεων θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας και των λιπασμάτων, δημιουργώντας νέες πιέσεις για τους αγρότες και τις παγκόσμιες αγορές τροφίμων.






