Η ζωή, όπως δείχνει μια νέα επιστημονική μελέτη, δεν είναι απλώς μια βιολογική διαδικασία· είναι κυριολεκτικά φωτεινή. Ερευνητές υποστηρίζουν ότι όλα τα έμβια όντα –από φυτά και ζώα έως τον άνθρωπο– εκπέμπουν ένα εξαιρετικά αμυδρό αλλά μετρήσιμο φως, το οποίο εξαφανίζεται με τον θάνατο.

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από επιστήμονες του University of Calgary σε συνεργασία με το National Research Council of Canada και φέρνει στο προσκήνιο το φαινόμενο των λεγόμενων «βιοφωτονίων». Πρόκειται για υπερασθενείς εκπομπές φωτός που παράγονται από ζωντανούς οργανισμούς σε κυτταρικό επίπεδο.

Αν και η ιδέα θυμίζει θεωρίες περί «αύρας» και ενεργειακών πεδίων, οι ερευνητές τονίζουν ότι πρόκειται για καθαρά φυσικό φαινόμενο. Για δεκαετίες, πειράματα έχουν καταγράψει αυθόρμητες εκπομπές φωτός από κύτταρα, σε μήκη κύματος από 200 έως 1.000 νανόμετρα – δηλαδή εντός και κοντά στο ορατό φάσμα.

Το πρόβλημα ήταν ότι οι εκπομπές αυτές είναι τόσο ασθενείς ώστε συνήθως «χάνονται» μέσα στο περιβαλλοντικό φως και τη θερμική ακτινοβολία του σώματος. Η ομάδα του φυσικού Vahid Salari κατάφερε να ξεπεράσει αυτό το εμπόδιο χρησιμοποιώντας εξαιρετικά ευαίσθητες κάμερες τύπου electron-multiplying CCD, ικανές να ανιχνεύουν μεμονωμένα φωτόνια.

Το πείραμα και τα αποτελέσματα

Σε ένα από τα πιο εντυπωσιακά στάδια του πειράματος, τέσσερα ποντίκια τοποθετήθηκαν σε απόλυτο σκοτάδι και καταγράφηκαν για μία ώρα όσο ήταν ζωντανά και για άλλη μία ώρα μετά τον θάνατό τους. Για να αποκλειστεί ο παράγοντας της θερμότητας, διατηρήθηκαν στη φυσιολογική θερμοκρασία σώματος ακόμη και μετά την ευθανασία.

Τα αποτελέσματα ήταν σαφή: όσο τα ζώα ήταν ζωντανά, εξέπεμπαν σταθερά ένα εξαιρετικά ασθενές ορατό φως. Μετά τον θάνατο, η εκπομπή αυτή μειώθηκε δραστικά – το «φως της ζωής» είχε σβήσει.

Παρατηρήσεις σε φυτά

Παρόμοια ευρήματα προέκυψαν και από πειράματα σε φύλλα φυτών, όπως της Arabidopsis thaliana και του νάνου «ομπρελόδεντρου». Όταν τα φυτά υπέστησαν μηχανικό τραυματισμό ή χημικό στρες, οι τραυματισμένες περιοχές παρουσίασαν εντονότερη εκπομπή φωτονίων για έως και 16 ώρες.

Το στοιχείο αυτό ενισχύει την υπόθεση ότι η πηγή της λάμψης είναι τα λεγόμενα δραστικά είδη οξυγόνου, μόρια που παράγονται όταν τα κύτταρα βρίσκονται υπό πίεση από θερμότητα, παθογόνους οργανισμούς ή τοξίνες.

Όταν μόρια όπως το υπεροξείδιο του υδρογόνου αλληλεπιδρούν με λιπίδια και πρωτεΐνες, προκαλούν διεγέρσεις ηλεκτρονίων που απελευθερώνουν φωτόνια καθώς επανέρχονται στη σταθερή τους κατάσταση. Πρόκειται για μορφή εξαιρετικά αδύναμης χημειοφωταύγειας, αόρατης στο ανθρώπινο μάτι αλλά ανιχνεύσιμης με τα κατάλληλα όργανα.

Προοπτικές εφαρμογών

Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι αυτή η «μαλακή λάμψη» θα μπορούσε στο μέλλον να αξιοποιηθεί ως μη επεμβατικό διαγνωστικό εργαλείο. Η δυνατότητα απομακρυσμένης παρακολούθησης του κυτταρικού στρες σε ανθρώπους, ζώα ή φυτά θα μπορούσε να ανοίξει νέους δρόμους στην ιατρική, τη βιολογία και τη γεωργία.

Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό The Journal of Physical Chemistry Letters, δεν υποστηρίζει ότι το ανθρώπινο σώμα «λάμπει» με τρόπο ορατό. Υποδηλώνει όμως ότι η ζωή συνοδεύεται από μια διαρκή, φυσική εκπομπή ενέργειας, η οποία παύει όταν σταματούν οι βιολογικές διεργασίες.

Ίσως, τελικά, το φως της ζωής να μην είναι απλώς μια μεταφορά, αλλά ένα πραγματικό –έστω και σχεδόν αόρατο– φυσικό φαινόμενο.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.