Μπορεί να ξαναζήσουμε ένα 2012; Μπορεί να επαναληφθεί στις επόμενες εκλογές, μονές, διπλές ή όσες χρειαστούν, κάτι σαν αυτό που είχε συμβεί τότε; Να κονιορτοποιηθεί, δηλαδή, το κομματικό σύστημα, να διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη, και στη συνέχεια να συναρμολογηθεί ξανά σε ένα νέο διπολικό σχήμα, λιγότερο ή περισσότερο ισχυρό;

Ας θυμηθούμε, πρώτα, τι ακριβώς συνέβη το 2012. Η γενική εικόνα γίνεται, πιστεύω, ευκρινέστερη, αν τη δει κανείς στη μικρή κλίμακα. Προσωπικά, έχω ξεχωρίσει την περίπτωση ενός δήμου της Αττικής, όπου συμπυκνώθηκαν και πήραν την πιο ακραία τους μορφή οι τάσεις που διέτρεξαν το εκλογικό σώμα σε πανελλαδικό επίπεδο, εκείνη την εποχή.

Ο Ασπρόπυργος ήταν μια περιοχή που παραδοσιακά έδινε στο ΠΑΣΟΚ και το ΚΚΕ υψηλότερα ποσοστά από τον εθνικό τους μέσο όρο και στη ΝΔ χαμηλότερα. Το 2007, για παράδειγμα, στην ήττα του, το ΠΑΣΟΚ είχε πάρει 45% ενώ ο νικητής των εκλογών, η ΝΔ, μόλις 32,8%. Το 2009 το ΠΑΣΟΚ ξεπέρασε το 50%, η ΝΔ είχε λιγότερο από τη μισή του δύναμη, μόλις 23%, και το ΚΚΕ με το ΛΑΟΣ μοιράστηκαν από 9%. Κι έπειτα έρχεται ο Μάιος του μεγάλου σεισμού. Πρώτο ήρθε ένα κόμμα που πριν από λίγο δεν υπήρχε καν, που δεν ήταν καν κόμμα, οι ΑΝΕΛ, με 25,6%! Δεύτερο το ΚΚΕ και τρίτη η Χρυσή Αυγή, με 13% (από 0,5%, το 2009). Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν τέταρτος, η ΝΔ στην πέμπτη θέση και το παντοδύναμο ΠΑΣΟΚ βρέθηκε στην έκτη, με μόλις 6%. Είχε καταφέρει να συγκρατήσει μόνον έναν στους οκτώ από τους ψηφοφόρους του 2009! Το εκλογικό σώμα είχε φερθεί, κυριολεκτικά, σαν ταύρος σε υαλοπωλείο.

Εξι μόλις εβδομάδες αργότερα, οι εκλογές επαναλαμβάνονται και τα συντρίμμια ανασυντάσσονται σε ένα νέο σχήμα. Ο ΣΥΡΙΖΑ εκτοξεύθηκε στο 26%, η ΝΔ ανέβηκε στη δεύτερη θέση με 19%, ξεπερνώντας ελάχιστα τους ΑΝΕΛ, η Χρυσή Αυγή αύξησε κι άλλο τη δύναμή της και το ΠΑΣΟΚ παρέμεινε στην έκτη θέση. Ηταν σαν τα διάχυτα μόρια ενός νέφους να πολώθηκαν ξαφνικά σε ένα νέο δίπολο – προσωρινό όπως αποδείχθηκε. Σε εθνικό επίπεδο, αυτό το νέο δίπολο είχε αρχίσει να σχηματίζεται νωρίτερα, από τον Μάιο (ΝΔ 18,9%, ΣΥΡΙΖΑ 16,8%) και στις εκλογές του Ιουνίου, απλώς, ενισχύθηκε (ΝΔ 29,7%, ΣΥΡΙΖΑ 26,9%). Στον Ασπρόπυργο, όμως, η διαδικασία εξελίχθηκε με μεγαλύτερη ένταση αλλά και με χρονοκαθυστέρηση, η οποία μας επιτρέπει να διακρίνουμε καλύτερα τον εσωτερικό μηχανισμό με τον οποίο η μεγάλη οργή μετακίνησε τους ψηφοφόρους. Αλλά και τον βαθμό τυχαιότητας με τον οποίο αποτυπώθηκε στην κάλπη αυτή η μετατόπιση.

Μπορεί, λοιπόν, να επαναληφθεί μια ανάλογη διαδικασία τώρα; Δύσκολα. Οχι πάντως με τον ίδιο τρόπο. Οι συνθήκες του 2012 είχαν κάτι μοναδικό. Το σοκ της χρεοκοπίας και τα σκληρά μέτρα λιτότητας του πρώτου μνημονίου είχαν συντρίψει το ατελές κοινωνικό συμβόλαιο της μεταπολίτευσης και είχαν απελευθερώσει πελώρια κύματα οργής. Τα δύο μέρη του παραδοσιακού δικομματισμού είχαν χρεωθεί τόσο την ίδια τη χρεοκοπία όσο και την πολιτική ελαφρότητα με την οποία είχαν διαχειριστεί ως τότε τις συνέπειές της. Η ΝΔ είχε κινηθεί από το σοφτ αντιμνημόνιο του Ζαππείου στην κυβέρνηση Παπαδήμα, της οποίας τον βίο βιάστηκε να διακόψει πρόωρα, με τη φιλοδοξία να κερδίσει τις εκλογές. Και το ΠΑΣΟΚ, σαν να μην του έφθαναν όλα τα άλλα, είχε δει έναν υποψήφιο αρχηγό του να συλλαμβάνεται και να φυλακίζεται με βαριές κατηγορίες διαφθοράς, μόλις 25 ημέρες πριν από τις εκλογές. Ηταν η ώρα ενός μεγάλου πολιτικού αναδασμού.

Δεν βρισκόμαστε εκεί σήμερα. Μα, από την άλλη πλευρά, απέχουμε πολύ τόσο από την εύθραυστη ισορροπία του ατελούς δικομματισμού του 2019 όσο και από το σχήμα «κυρίαρχου κόμματος» του 2023. Το νιώθουμε γύρω μας, το μετρούν οι δημοσκοπήσεις, το δείχνει η εμφάνιση νέων πολιτικών σχηματισμών που οσμίζονται ευκαιρία και κατεβαίνουν στην κονίστρα.

Η δυσαρέσκεια μεγεθύνεται, η «κανονικότητα» αφήνει εκτός των τειχών της πολλούς. Ενας νέος, άλλου τύπου θυμός φουσκώνει. Ενα μεγάλο ρήγμα βαθαίνει. Το τροφοδοτούν η επίμονη ακρίβεια και η βαθιά δυσπιστία προς τους θεσμούς, περιλαμβανομένης της Δικαιοσύνης, που κάνουν ό,τι μπορούν για να επιβεβαιώσουν τους λόγους της δυσπιστίας. Και το κοινωνικό σώμα κόβεται στα δύο. Από τη μια, ένα τμήμα του, κάτι μεταξύ του ενός τρίτου ή ενός τετάρτου, νιώθει πως έχει κάτι να χάσει, συνέχεται από τον φόβο μιας μεγάλης αστάθειας και συγκινείται από υποσχέσεις πολιτικής σταθερότητας μέσα στη διεθνή φουρτούνα που μας κυκλώνει. Μα το άλλο τμήμα, η μεγάλη πλειοψηφία που αγγίζει τα τρία τέταρτα, γυρνά την πλάτη σε όλα αυτά. Αν ψηφίσει θα ψηφίσει για να εκδηλώσει την οργή του, να απορρίψει, να εκδικηθεί ή, στην καλύτερη περίπτωση, να αναζητήσει κάποιον που θα πιστέψει ότι θα τον εκπροσωπήσει και θα διαπραγματευθεί για λογαριασμό του.

Αυτό το κλίμα επιτρέπει σε πολλούς, νέους και παλιούς παίκτες να διεκδικούν, όλο και πιο επιθετικά, κλήρο σε ένα νέο πολιτικό αναδασμό. Σε αυτό το περιβάλλον, κάθε πρόβλεψη για τον τρόπο που θα εξελιχθούν τα πράγματα στις πρώτες εκλογές και πώς θα κατασταλάξουν στις επόμενες – τις οποίες όλοι προεξοφλούν – είναι, φυσικά, επισφαλής. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει αν ο θυμός, ανάμεικτος με απογοήτευση, θα κρατήσει και πάλι τους ανθρώπους μακριά από την κάλπη (θυμίζω: το 2009 είχαν συμμετάσχει στις κάλπες 7 εκατομμύρια πολίτες, στις εκλογές του 2015 πολύ λιγότεροι, 6,3 εκατομμύρια, στις εκλογές της «κανονικότητας» το 2023 μόνον 5,9 και στις ευρωεκλογές του 2024 μόλις 4 εκατομμύρια). Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει, επίσης, ακόμη κι αν η ΝΔ μονοπωλήσει την «ψήφο σταθερότητας», σε τι ύψος θα φθάσει αυτή. Και πώς θα μοιραστεί η ψήφος των άλλων, των πολλών δυσαρεστημένων/ θυμωμένων.

Ας είμαστε έτοιμοι για εκπλήξεις.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail