Η είδηση αλιεύτηκε από τον ιστότοπο του «Βήματος». Περίπου 200 διαδηλώσεις – στο σύνολο 280 – έγιναν το δίμηνο Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου του 2024 βάσει στοιχείων της ΕΛ.ΑΣ.

Εδώ χώρεσαν πολλά προφανώς, αλλά η τάση είναι διακριτή: η κοινωνία είναι σε κίνηση. Επί μέρους ρεύματα δυσαρέσκειας αναζητούν διέξοδο και απαντήσεις. Ακόμη όχι ισχυρά μα υπαρκτά.

Η όλη νέα πραγματικότητα κάνει πολλούς πολιτικούς επιστήμονες αλλά και ερευνητές των κοινωνικών διεργασιών να μιλούν για ένα ξεχωριστό νέο φαινόμενο: η κοινωνική αντιπολίτευση είναι εδώ. Αγρότες, Τέμπη, φοιτητές, δικηγόροι κ.ά. Μαζί της όμως δεν εφάπτεται ακόμη η πολιτική αντιπολίτευση. Κοινώς η πλατεία αρχίζει να γεμίζει αλλά λείπουν οι πολιτικές δυνάμεις που θα την εκφράσουν. Το ΚΚΕ, παραδοσιακά με τους καλύτερους δεσμούς με τα κινήματα, τις κινητοποιήσεις, τα νέα εργατικά ή μαζικά σκιρτήματα, έχει το πάνω χέρι αλλά και ταυτόχρονα φαίνεται πως και η δική του παρέμβαση έχει τα όριά της.

Κινητοποιήσεις

Πάμε να δούμε από την αρχή όμως το θέμα. Ποια είναι η πρώτη ύλη της δυσαρέσκειας;

Μια σειρά επί μέρους ποιοτικά στοιχεία των δημοσκοπήσεων ήδη δείχνουν τους λόγους. Οι έρευνες, για παράδειγμα, της GPO είναι ενδεικτικές σε ερωτήματα όχι για την πρόθεση της ψήφου αλλά για την κοινωνική κατάσταση εν γένει και τις προσδοκίες ή τις εκτιμήσεις των πολιτών. Για παράδειγμα, τον Ιανουάριο του 2024 και στο ερώτημα πώς «πιστεύετε ότι μέσα στο 2024 η οικονομική κατάσταση στη χώρα θα εξελιχθεί», το 53,3% απαντά πως θα επιδεινωθεί (όταν το 18,6% λέει πως θα βελτιωθεί). Πάλι τον Ιανουάριο του 2024 έχει μεγάλο ενδιαφέρον ένα ερώτημα για την ακρίβεια. Εδώ στο πώς αξιολογείται το έργο της κυβέρνησης στο εν λόγω πεδίο, το 77,0% (!) απαντά αρνητικά ή μάλλον αρνητικά. Ακόμη και στην τρέχουσα συζήτηση για τα μη κρατικά ΑΕΙ ένα όχι αμελητέο ποσοστό τάσσεται (GPO, Ιανουάριος 24) κατά (33,8%) και ένα 7,7% μάλλον κατά. Κάτι ακόμη που υποδηλώνει μια νέα ρευστή τάση: στο ερώτημα για καταλληλότερο πρωθυπουργό (GPO, Φεβρουάριος 2024) προφανώς την πρωτιά έχει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όμως ο «κανένας» πιάνει το 35,3%. Εδώ στο τελευταίο πολλοί θεωρούν πως το «κενό αντιπολίτευσης» έχει τον κίνδυνο νέου λαϊκιστή ακροδεξιού προσώπου που ακόμη δεν υπάρχει στο κάδρο και που θα μπορούσε να ενοποιήσει από τα δεξιά τη δυσαρέσκεια.

Η οργή για τα Τέμπη

Προς το παρόν η πλατεία είναι ορφανή. Μόλις πρόσφατα αλλά και τώρα που μιλάμε φαίνεται να έχει αναζωπυρωθεί ένα ρεύμα με ερωτήματα για τα Τέμπη. Κεντρικό ρόλο έχει διαδραματίσει ένα μέρος των συγγενών των θυμάτων. Οι 1,3 εκατ. υπογραφές για παράδειγμα που συγκεντρώθηκαν από τη μάνα θύματος Μαρία Καρυστιανού ως ψήφισμα για νομοθετική πρωτοβουλία για την ενεργοποίηση του νόμου περί ευθύνης υπουργών και την κατάργηση της βουλευτικής ασυλίας όταν προκύπτουν ποινικές ευθύνες πολιτικών προσώπων. Αλλά και οι χειρισμοί της κυβερνητικής πλειοψηφίας στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής. Η οργή για τα Τέμπη είναι μεγαλύτερη σήμερα από ό,τι ήταν όταν το δυστύχημα έγινε.

Εχει προηγηθεί ένα ξέσπασμα των αγροτών που μπορεί σχετικά γρήγορα να μην είχε περαιτέρω ανάφλεξη αλλά η δυσφορία καλά κρατεί από τα εν λόγω κοινωνικά στρώματα – που παρεμπιπτόντως έχουν δεσμούς με την Κεντροδεξιά εν Ελλάδι.

Οι φοιτητές με τον νόμο για τα μη κρατικά ΑΕΙ επίσης μπήκαν σε μια κίνηση που όπως λένε οι πολιτικοί επιστήμονες θα έχει και συνέχεια, αφού ο νόμος ήταν απλώς ο σπινθήρας για μια πιο βαθιά δική τους αποστροφή απέναντι στην κυβέρνηση για θέματα όπως η στέγη, η ακρίβεια κ.ά.

Τρία δεδοµένα

Η ορφανή πολιτικά πλατεία διαμορφώνει σήμερα τρία ακόμη δεδομένα στο πολιτικό σκηνικό: Το πρώτο είναι πως, παρά την κλιμακούμενη δυναμική της, δεν απειλεί τον Μητσοτάκη, που είναι ο μόνος σήμερα που έχει πρόταση εξουσίας εντός ορίων. Το δεύτερο είναι πως στον βαθμό που δεν συνδεθεί το όλο νέο ρεύμα με μια ανασύνταξη της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς, θα εκχωρηθεί σε γκρίζες ζώνες αναποφάσιστων αλλά και στα δεξιά της ΝΔ. Το τρίτο είναι πως η ίδια η πλατεία θα αναζητήσει τη διέξοδό της διαμορφώνοντας αργά μα σταθερά το νέο πολιτικό υποκείμενο.

«Οι κινητοποιήσεις είναι σύστοιχες με τα προβλήματα. Δεν υπάρχει περίοδος χάριτος για τη ΝΔ αλλά και παράσταση νίκης για τα κινήματα» λέει στα «ΝΕΑ» ο διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης Δημήτρης Παπανικολόπουλος, συγγραφέας του βιβλίου «Οι Millennials στον δρόμο. Ο ρόλος των γενεών στα κινήματα της σύγχρονης Ελλάδας». Για εκείνον η γενιά Ζ βασικά δίνει το «παρών» σήμερα – με εντελώς νέα προβλήματα για την ίδια, όπως η επισφάλεια και η στέγη – ενώ τώρα φτιάχνει και τη δική της ταυτότητα. Βέβαια μιλάμε για μια γενιά που δρα σε φόντο χαμηλής συνδικαλιστικής συμμετοχής αλλά και σε περιβάλλον αποσυγκρότησης της εργατικής τάξης. Οπως και να ‘χει όμως οι διεργασίες είναι εδώ.