Κατευθείαν στα «βαθιά» αναμένεται να μπει το επόμενο οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης (ακόμη και εάν παραμείνει κάποιος από το προηγούμενο), καθότι υπάρχουν μια σειρά από κρίσιμα ζητήματα, τα οποία θα απασχολήσουν την ελληνική οικονομία, μέχρι το τέλος τους 2023.  Το βέβαιο είναι ότι τα όποια θέματα θα αντιμετωπιστούν υπό το πρίσμα της επαναφοράς των δημοσιονομικών κανόνων από το 2024, οι οποίοι είχαν «χαλαρώσει» κατά την πανδημία και θα παραμείνει έτσι μέχρι το τέλος του 2023. Άλλωστε, μέσα στο επόμενο διάστημα αναμένεται να καταλήξει η Κομισιόν στο νέο πλαίσιο του Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

Η ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων στην Ευρώπη τοποθετείται από αναλυτές χρονικά για το φθινόπωρο, άρα η νέα κυβέρνηση και ο νέος υπουργός Οικονομικών θα κληθούν να διαπραγματευτούν τους νέους στόχους για τα δημοσιονομικά αποτελέσματα και για το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Είναι απολύτως κρίσιμη η συζήτηση, καθώς τέσσερα χρόνια με τη  «ρήτρα διαφυγής», δηλαδή να επιτρέπεται στα κράτη να αυξήσουν τις δαπάνες λόγω της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης, το 2024 θα πρέπει να υπάρξει επιστροφή στους κανόνες. Για την ελληνική οικονομία αυτό μεταφράζεται σε καταγραφή πρωτογενών πλεονασμάτων 2% του ΑΕΠ ώστε να καλύπτεται η εξυπηρέτηση του χρέους.

Η μεγάλη ακρίβεια, ιδίως στα τρόφιμα

Κορυφαίο ζήτημα αποτελεί η αντιμετώπιση της ακρίβειας και του πληθωρισμού, κυρίως σε ό,τι αφορά τα τρόφιμα, καθότι οι ανατιμήσεις τους κινούνται με 2ψήφιο ποσοστό για 14ο συνεχόμενο μήνα (Μάιος 2023), ενώ βρίσκονται σε άνοδο για 24 μήνες, ροκανίζοντας τα εισοδήματα των πολιτών. Μόνο τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι  ένα από τα χαμηλότερα κατά κεφαλήν ΑΕΠ και από τους πιο χαμηλούς δείκτες πραγματικής ατομικής κατανάλωσης (ΑΙC) κατέγραψε η Ελλάδα το 2022, με βάση τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η Eurostat.

O δείκτης AIC που εκφράζεται σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS) αποτελείται από αγαθά και υπηρεσίες που πραγματικά καταναλώνονται από νοικοκυριά, ανεξάρτητα από το αν έχουν αγοραστεί και πληρωθεί από νοικοκυριά απευθείας ή από την κυβέρνηση ή από μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς. Το κατά κεφαλήν AIC μπορεί να θεωρηθεί και ως δείκτης της υλικής ευημερίας των νοικοκυριών.Η Ελλάδα κατατάχθηκε στην τελευταία κατηγορία της ΕΕ, με δείκτη πραγματικής ατομικής κατανάλωσης κάτω από 80% και πιο συγκεκριμένα 78%, σε σύγκριση με τον μέσο ευρωπαϊκό όρο, ενώ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ ήταν 32% χαμηλότερο από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο, και τρίτη χειρότερη επίδοση σε όλη την ΕΕ.

ΑΕΠ και τουρισμός

Σημαντικό θέμα αποτελεί και η άνοδος του ΑΕΠ. Επισημαίνεται επίσης πως η Ελλάδα εμφάνισε μείωση της τάξης του 0,1% για το πρώτο τρίμηνο του έτους (σε επίπεδο τριμήνου), αν και σε ετήσιο επίπεδο σημειώθηκε άνοδος της τάξης του 2,1%. Πάντως, πρόκειται για μια επίδοση κάτω από τον πήχη του ετήσιου στόχου για 2,3% που προβλέπει το Πρόγραμμα Σταθερότητας και σε κάθε περίπτωση χειρότερη από όσα ανέμενε το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης της ΝΔ, το οποίο έκανε και «διαρροές» για άνοδο του ΑΕΠ ακόμη και πάνω από 3% το 2023.

Αξίζει δε να σημειωθεί πως το παραπάνω έλαβαν χώρα σε ένα τρίμηνο, το οποίο ο τουρισμός κατέγραψε πολύ καλύτερη πορεία από το αντίστοιχο πρώτο τρίμηνο του 2022. Όπως προκύπτει, θα είναι σημαντικό το που θα κάτσει η «μπίλια» του τουρισμού για φέτος, με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα να δείχνει ότι πολλοί επαγγελματίες δεν είναι τόσο ευχαριστημένοι όσο αρχικά. Για την Ελλάδα, η κυριότερη αδυναμία του πρώτου τριμήνου εντοπίζεται στις επενδύσεις, όπου ο ρυθμός αύξησης περιορίστηκε στο 1% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο. Η αύξηση της καταναλωτικής δαπάνης ήταν επίσης μικρή, κατά 1,4%, σε επίπεδο τριμήνου.

Επενδύσεις

Προκλήσεις υπάρχουν και στο θέμα των επενδύσεων. Οι ξένες άμεσες επενδύσεις (ΞΑΕ) σημείωσαν ρεκόρ 20ετίας το 2022, φθάνοντας τα 7,22 δισ. ευρώ, σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, αλλά σε μεγάλο βαθμό αυτές αφορούν εξαγορές  ή ιδιωτικοποιήσεις ήδη υφιστάμενων επιχειρήσεων, καθώς και αγορά ακινήτων (ακόμη και ακινήτων από funds). Έτσι, η δημιουργία νέων παραγωγικών επενδύσεων (greenfield investments), εξακολουθούν να αποτελούν μικρό ποσοστό των συνολικών επενδύσεων.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με στοιχεία της Εκθεσης του διοικητή 2022 της Τράπεζας της Ελλάδος, στο σύνολο των 7,220 δισ. ευρώ των ΞΑΕ το 2022, τα 2,3 δισ. ευρώ (ποσοστό 31,8%) αφορούσαν συγχωνεύσεις και εξαγορές. Αλλα 1,975 δισ. ευρώ (ποσοστό 27,3%) αφορούσαν αγορά ακινήτων. Η αγορά νέων μετοχών, που αντιπροσωπεύει τη δημιουργία νέων παραγωγικών επενδύσεων ή τη συμμετοχή σε αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, αντιστοιχούσε σε 1,979 δισ. ευρώ (27,4% του συνόλου). Συνεπώς, όπως υποστηρίζουν πολλοί αναλυτές θα πρέπει να υπάρχει μια στροφή σε πολύ πιο παραγωγικές επενδύσεις.

Το ισοζύγιο

Από εκεί και πέρα, ιδιαιτέρως αρνητικό είναι το γεγονός ότι παραμένει σε πολύ υψηλό επίπεδο το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, καθώς ενδέχεται να προκαλέσει μεγάλα προβλήματα στην ελληνική οικονομία, ιδίως σε ένα περιβάλλον χαμηλότερης ανάπτυξης.

Το έλλειμμα ισοζυγίου πληρωμών από 2,9% του ΑΕΠ το 2018 και 1,5% του ΑΕΠ το 2019, σκαρφάλωσε στο 6,8% το 2021 και εκτοξεύθηκε στο 10% περίπου το 2022 (κοντά στα 20 δις. ευρώ) Εν μέρει αυτή η εκτόξευση οφειλόταν στις αυξημένες τιμές των καυσίμων και στην ταχεία ανάκτηση των απωλειών του ΑΕΠ λόγω πανδημίας.

Όπως έχει επισημάνει κατ’ επανάληψη ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος ένα έλλειμμα του ισοζυγίου «που διατηρείται πάνω από 4% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα έρχεται σε σύγκρουση με τον έλεγχο των μακροοικονομικών ανισορροπιών της Ευρωπαϊκής Ενωσης», κάτι που συμμερίζεται και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Άλλωστε, υπενθυμίζεται ότι και οι τέσσερις ευρωπαϊκές χώρες που μπήκαν σε μνημόνιο πέραν της Ελλάδας (Ιρλανδία, Πορτογαλία, Κύπρος και Ισπανία) αντιμετώπιζαν αυτό το ζήτημα.

Αξίζει δε να επισημανθεί ότι τον κίνδυνο που εμπεριέχει η διεύρυνση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών, είχε επισημάνει και η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σε συνέχεια των συμπερασμάτων των εκθέσεων που δημοσιεύτηκαν στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου.

Υπενθυμίζεται πως στην έκθεση, η Κομισιόν επισημαίνει ότι παρότι η κορύφωση του ελλείμματος για το 2022 οφείλεται στην αύξηση των τιμών της ενέργειας των τροφίμων και των πρώτων υλών που είχαμε το 2022, το ελληνικό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, παρότι θα αποκλιμακωθεί ως ποσοστό του ΑΕΠ από το 9,7% το 2022, στο 7,3% για φέτος και στο 6,4% το 2024, θα παραμείνει από τα υψηλότερα εντός της ΕΕ!

Σύμφωνα με τη Eurobank, το έλλειμμα θα υποχωρήσει από το 9,6% του ΑΕΠ (είναι διαφορετικός ο τρόπος υπολογισμού σε σχέση με την Κομισιόν) στο 7% του ΑΕΠ φέτος, ενώ η Εθνική Τράπεζα σε πρόσφατη ανάλυσή της προέβλεψε έλλειμμα φέτος 6,5% του ΑΕΠ και στη συνέχεια, μετά το 2024, περαιτέρω υποχώρησή του στο 4% του ΑΕΠ.

Επενδυτική βαθμίδα

Ζητούμενο αποτελεί και η επανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας. Η Ελλάδα αναμένεται προχωρήσει την απόκτηση της επενδυτικής βαθμίδας μετά τις εκλογές, όντας η μόνη χώρα στην Ευρωπαϊκή Ενωση που βαθμολογείται χαμηλότερα από αυτήν, αφού την έχασε πριν από περίπου 13 χρόνια, στα τέλη του 2010. όπως προκύπτει και από αναλύσεις ξένων οίκων, το θέμα αυτό αναμένεται να έχει ευτυχή κατάληξη, μέσα στους επόμενους μήνες.

Σύμφωνα με την Alpha Bank, η πρόωρη επιστροφή σε δημοσιονομική ισορροπία, σε συνδυασμό με την εκτίμηση για επίτευξη πλεονασματικού πρωτογενούς αποτελέσματος το 2023 και τη ραγδαία αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ κατά 35 ποσοστιαίες μονάδες την τελευταία διετία, συμβάλλουν σημαντικά στην επίτευξη της επενδυτικής βαθμίδας, ενδεχομένως ακόμα και μέσα στο 2023.

Η Ελλάδα απέχει ένα σκαλοπάτι από την επενδυτική βαθμίδα στις αξιολογήσεις των Fitch, S&P και DBRS, ενώ το χρονοδιάγραμμα εξέτασης της ελληνικής οικονομίας από τους οίκους αξιολόγησης ξεκινά στις 8 Σεπτεμβρίου (DBRS). Στις 15 Σεπτεμβρίου έχουμε τη δεύτερη αξιολόγηση από τη Moody’s. Στις 20 Οκτωβρίου θα γίνει η δεύτερη αξιολόγηση από τον οίκο Standard & Poor’s. Τέλος, η Ελλάδα θα αξιολογηθεί από τον Fitch στις 2 Δεκεμβρίου.

Ταμείο Ανάκαμψης

Η χώρα αναμένει πολλά από τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Συνεπώς, η νέα κυβέρνηση θα πρέπει να «τρέξει» τα ορόσημα προκειμένου να υπάρχει ταχεία χρήση των πόρων προς όφελος της ελληνικής οικονομίας.

Με βάση τον προγραμματισμό, νέο επίσημο αίτημα μέχρι το τέλος του καλοκαιριού αναμένεται να πραγματοποιήσει η Ελλάδα προς την Κομισιόν για επιπλέον δάνεια ύψους 5 δις. ευρώ και επιδοτήσεις 760 εκατ. ευρώ.

.

Εφόσον ευοδωθεί κάτι τέτοιο το ποσό που θα λάβει η Ελλάδα, μαζί με τα κονδύλια από το Ταμείο Ανάκαμψης, αυξάνεται στα 36 δις. ευρώ. Το ποσό των 760 εκατ. ευρώ μπορεί να διατεθεί για επενδύσεις στον ενεργειακό τομέα και στην παραγωγή κυρίως σε ιδιώτες και νοικοκυριά, για δράσεις όπως είναι για παράδειγμα αντικατάσταση των θερμοσιφώνων στα σπίτια. Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα κράτη-μέλη έχουν τη δυνατότητα κατάθεσης του σχετικού αιτήματος μέχρι το τέλος Αυγούστου.

Πηγή: OT.GR