Στο τελευταίο της βιβλίο, η ολλανδή φιλόσοφος Μαριάν Μπάουμεϊστερ καταπιάνεται με ένα συναίσθημα πολύ κοινό, από το οποίο είναι σχεδόν αδύνατο να ξεφύγει κανείς ακόμα και αν έχει μια ζωή γεμάτη, όμορφη – αλλά που δεν μας στοιχειώνει όλους με τον ίδιο τρόπο. Δεν είναι βέβαια η πρώτη φιλόσοφος που ενδιαφέρεται για τη μοναξιά. Πολλοί το έχουν κάνει ανά τους αιώνες και η ίδια μνημονεύει στο βιβλίο της «Ο άδειος ουρανός» αρκετούς, από τον Μπλεζ Πασκάλ και τη Σιμόν ντε Μποβουάρ μέχρι τον Ντάνιελ Ντένετ. Η Μπάουμεϊστερ διαχωρίζει προφανώς τη μοναχικότητα, μια συνειδητή επιλογή του ανθρώπου που έχει συχνά σκοπό τη σύνδεση με τον εαυτό του, από τη μοναξιά, τον πόνο του να είσαι μόνος, του να μην έχεις τη σύνδεση που θα ήθελες να έχεις. Και αυτόν τον πόνο προσπαθεί να τον αποδαιμονοποιήσει. Ολοι τον αντιμετωπίζουμε κάποια στιγμή, επισημαίνει, καλό είναι λοιπόν να είμαστε προετοιμασμένοι. Μας κινητοποιεί άλλωστε, μπορεί να βγάλει στην επιφάνεια πολλά ανθρώπινα ταλέντα.

Αλλά υπάρχουν πολλών ειδών μοναξιές.

Υπάρχει, ας πούμε, η μοναξιά του επισμηναγού Τομ στο Space Oddity του Ντέιβιντ Μπάουι: «Εδώ αιωρούμαι γύρω από το κονσερβοκούτι μου / μακριά πάνω από τη Σελήνη / ο πλανήτης Γη είναι γαλάζιος / και δεν υπάρχει κάτι που να μπορώ να κάνω», μόνο ένα μήνυμα πρόλαβε να στείλει, «πείτε στη γυναίκα μου πως την αγαπώ πάρα πολύ / το ξέρει». Και η μοναξιά του 41χρονου Αλάα Αμπντ Ελ-Φατάχ, του βρετανοαιγύπτιου ακτιβιστή που πήρε μέρος στην επανάσταση του 2011, εκείνη που οδήγησε στην ανατροπή του Χόσνι Μουμπάρακ, και έχει περάσει το μεγαλύτερο κομμάτι των τελευταίων εννέα χρόνων στη φυλακή, ένας από τους 60.000 πολιτικούς κρατουμένους, τόσο ισλαμιστές όσο και φιλελεύθερους, όπως αυτός, που σαπίζουν σήμερα στις φυλακές του Αμπντέλ Φατάχ Αλ-Σίσι, αποκομμένοι από τους δικούς τους και τον κόσμο.

Θέλοντας να καταγγείλει τις συνθήκες κράτησης στις αιγυπτιακές φυλακές, ο Ελ-Φατάχ ξεκίνησε στις 2 Απριλίου απεργία πείνας. Από την 1η Νοεμβρίου, την έκανε ακόμα αυστηρότερη, σταμάτησε κάθε πρόσληψη θερμίδων, ακόμα και το κουταλάκι με το μέλι ή το τσάι. Και από την Κυριακή, οπότε ξεκίνησε στο Σαρμ-ελ-Σέιχ η διεθνής σύνοδος του ΟΗΕ για το κλίμα, ο 41χρονος ακτιβιστής έκοψε και το νερό, «πεθαίνει», προειδοποίησε η μικρότερη αδελφή του, Σανάα Σεΐφ, τον βρετανό πρωθυπουργό Ρίσι Σούνακ, εντείνοντας την εκστρατεία της με σκοπό την απελευθέρωση του Ελ-Φατάχ. Καλό και λογικό να γίνεται η COP27 σε μία μεγάλη χώρα της Αφρικής, ώστε να ακουστεί καλύτερα η φωνή της, έχει σημασία όμως να μην ξεχνάμε πόσο περιφρονεί τα ανθρώπινα δικαιώματα το καθεστώς του Αλ-Σίσι, του δικτάτορα που βρέθηκε χθες στο κέντρο της οικογενειακής φωτογραφίας μαζί με καμιά 120αριά ακόμα ηγέτες, το επιχείρημα της «σταθερότητας» που προωθούν πάντα τα απολυταρχικά καθεστώτα δεν πρέπει να κρύβει αυτό που η Monde αποκαλεί αυτονόητο: μία δικτατορία δεν είναι περισσότερο βιώσιμη από τα ορυκτά καύσιμα.

Για κάποιες μοναξιές, υπάρχει ακόμα ελπίδα.

Για άλλες, όχι. Τίποτα και κανείς, ας πούμε, δεν μπορεί να αναπληρώσει τη μοναξιά που νιώθει η 56χρονη Νατάλια Τσόρνα από όταν έχασε τη δίδυμη αδελφή της, την Τετιάνα Μουντριένκο. Ζούσαν μαζί στο Σκαντόφσκ, ένα λιμάνι της Μαύρης Θάλασσας με περίπου 15.000 κατοίκους, κοντά στη Χερσώνα, στη Νότια Ουκρανία. To Σκαντόφσκ καταλήφθηκε από τους ρώσους εισβολείς στις αρχές του Μαρτίου. Τις πρώτες ημέρες και εβδομάδες, πολλοί κάτοικοι, ανάμεσά τους και οι δίδυμες αδελφές, πραγματοποιούσαν διαδηλώσεις διαμαρτυρίας στους δρόμους. Συχνά μάλιστα μετέδιδαν ζωντανά τις διαμαρτυρίες τους στα σόσιαλ μίντια, για να δείξουν πως η αντίσταση παρέμενε ισχυρή. Οταν όμως τα ρωσικά στρατεύματα άρχισαν να ρίχνουν προειδοποιητικές βολές και να ρίχνουν βομβίδες καπνού στα πλήθη, οι δημόσιες διαμαρτυρίες υποχώρησαν. Η Τετιάνα ήταν πριν από την εισβολή παιδιατρική νοσοκόμος, είχε πάθος με τη δουλειά της, όπως και με την πατρίδα της, δυσκολευόταν να κρατήσει μέσα της την οργή της για τον πόλεμο. Πολλές φορές την είχε προειδοποιήσει η Νατάλια να προσέχει.

Μια φορά, την άνοιξη, ενώ περπατούσαν κοντά στη θάλασσα, οι δίδυμες έπεσαν πάνω σε μία ομάδα ρώσων στρατιωτών που φορούσαν μπαλακλάβες. «Κοίταξε το ορκ μέσα στα μάτια και ρώτησε: «Γιατί είσαι εδώ; Θα με πυροβολήσεις;»» θυμάται η Νατάλια μιλώντας στους Financial Times. Εκείνη δεν άντεξε, έφυγε τον Απρίλιο για το Ντνίπρο, στα ελεύθερα εδάφη της Ουκρανίας. Η Τετιάνα έμεινε, μαζί με τον σύζυγό της. Αρχές Οκτωβρίου, ενώ οι ουκρανικές δυνάμεις συνέχιζαν την αντεπίθεσή τους στη Χερσώνα, και η Ρωσία μετεγκαθιστούσε διά της βίας δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, εντείνοντας την αγριότητά της απέναντι στους ντόπιους, η ίδια επιτέθηκε φραστικά σε μία ομάδα ουκρανών δωσίλογων αστυνομικών που συνεργάζονται με τις ρωσικές δυνάμεις. «Το Σκαντόφσκ είναι Ουκρανία!» τούς φώναξε. Λίγες ημέρες μετά, τόσο η Τετιάνα και ο σύζυγός της συνελήφθησαν, το σπίτι τους λεηλατήθηκε. Οπως θα μάθαινε η Νατάλια στη συνέχεια, από μία γειτόνισσα, οι κατοχικές Αρχές κρέμασαν δημόσια, μπροστά στο δικαστικό μέγαρο, τη δίδυμη αδελφή της. Ναι, κάποιες μοναξιές, είναι αβάσταχτες.