Από αυτά που διαβάζουμε και ακούμε σήμερα, ο Δημήτρης Λιγνάδης προκύπτει ως τέρας: ένα αρπακτικό, που χρησιμοποιούσε αδίστακτα την ισχύ της θέσης του και του ονόματός του για να ικανοποιεί τις σεξουαλικές του επιθυμίες. Αυτή, όμως, ήταν η πλευρά του κ. Χάιντ και ο μόνος που μπορούσε να τη γνωρίζει σε όλη την έκταση και το βάθος της ήταν ο Δρ. Τζέκιλ.

Αμφιβάλλω αν ακόμη και πρόσωπα του στενού περιβάλλοντός του είχαν πλήρη γνώση της προσωπικής ζωής του, εκτός βέβαια όσων μετείχαν στις τριάδες. Πολύ περισσότερο δεν μπορούσαν να ξέρουν όσοι τον γνώριζαν – και τον θαύμαζαν – εξ αποστάσεως. Ο συνδυασμός επιτυχίας και καλλιτεχνικής αξίας στο πρόσωπο του Λιγνάδη ήταν κάτι σπάνιο και τον προστάτευε. (Το ίδιο είναι που κάνει σήμερα την πτώση του μια συναρπαστική τραγωδία, από την οποία είναι αδύνατο να αποστρέψεις το βλέμμα).

Αν μέχρις εδώ τα λέω καλά, τότε διερωτώμαι προς τι η κατακραυγή εναντίον της Λίνας Μενδώνη. Λες και θα ήταν ποτέ δυνατόν η υπουργός Πολιτισμού να γνώριζε τις έκνομες δραστηριότητες του Λιγνάδη και να τον κάλυπτε ενσυνειδήτως. Η εις βάρος της κριτική είναι άδικη ως προς την ουσία του ζητήματος, είναι όμως και βάσιμη. Υπάρχει λόγος, δηλαδή, που εκδηλώνεται τέτοια αντίδραση, δεν συμβαίνει από κεκτημένη αντιπολιτευτική ταχύτητα. Το αμάρτημα της κ. Μενδώνη είναι ότι ένα βαθύτατα πολιτικό θέμα το αντιμετώπισε μέχρι την τελευταία στιγμή σαν τεχνοκρατικό. Δεν μπόρεσε, ούτε καν προσπάθησε να απευθυνθεί στα συναισθήματα που έχει προκαλέσει το σκάνδαλο στον καλλιτεχνικό κόσμο.

Δεν τη μέμφομαι για κάτι που δεν έχει. Δεν είναι πολιτικός η κ. Μενδώνη ούτε ισχυρίσθηκε ποτέ ότι θέλει να γίνει. Προφανώς είναι φιλόδοξη. Η λαμπρή διαδρομή της μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι σε όλη της τη ζωή ονειρευόταν να διοικήσει το υπουργείο από τη θέση της απόλυτης ισχύος, που αναφέρεται μόνον στον Πρωθυπουργό. Πολιτικός, όμως, δεν είναι για να χειριστεί ένα ζήτημα ανθρώπινης αξιοπρέπειας που έχει θίξει και έχει αναστατώσει τον καλλιτεχνικό κόσμο.

Ακριβώς επειδή η ίδια δεν είχε καμία ουσιαστική ευθύνη, όφειλε να έχει ζητήσει μια συγγνώμη για εκείνο το μικρό μερίδιο που αντιστοιχεί στην πολιτική της ευθύνη. Οφειλε να μιλήσει σε έναν κόσμο, ο οποίος ένιωθε την αξιοπρέπειά του προσβεβλημένη, όχι να βγει σαν θυμωμένη ceo (τσέο, όπως το έλεγε η κοπέλα από τη Θεσσαλονίκη) που υπερασπίζεται τη θέση της με νομικά επιχειρήματα. Ο εκνευρισμός της στη συνέντευξη Τύπου ήταν ενοχλητικά εμφανής και έστρεψε το κοινό εναντίον της. Παρότι η αντιπολίτευση την είχε στοχοποιήσει επί εβδομάδες, το πραγματικό θέμα της συνέντευξης που έδωσε δεν ήταν η ίδια και οι ευθύνες της που της αποδίδουν. Το θέμα ήταν η ζημία στον χώρο του θεάτρου και γενικώς του θεάματος. Και αυτό η κ. Μενδώνη το αγνόησε τελείως. Εξού η γενική απογοήτευση για την παράστασή της.

Υποθέτω, όμως, ότι για να ερμηνεύσεις ικανοποιητικά έναν ρόλο πρέπει να σου αρέσει κιόλας, να σε έλκει κάπως, κάτι να βρίσκεις σε αυτόν. Η κ. Μενδώνη, ακούω, δεν έβλεπε τη σκοπιμότητα της συνέντευξης. Της ζητήθηκε άνωθεν να το κάνει και εκείνη ανταποκρίθηκε ευπειθώς στο δυσβάστακτο καθήκον. Είναι κρίμα, γιατί ως υπουργός έκανε έργο. Η περίπτωσή της, όμως, μας δείχνει τα όρια της τεχνοκρατικής προσέγγισης στην πολιτική. Υπάρχουν φορές που ο υπουργός οφείλει πρώτα να είναι πολιτικός και έπειτα ceo. Η υπόθεση του #MeToo στο ελληνικό θέατρο, και ειδικά το σκάνδαλο Λιγνάδη, ήταν μία από αυτές.

ΜΕ ΣΕΒΑΣΜΟ

Διαβάζω ότι το κενό του Δ. Λιγνάδη στο Εθνικό Θέατρο κάλυψε η θεατρολόγος Ερις Κύργια. Με όλο τον σεβασμό, να υποθέσω ότι το όνομα Ερις είναι το καλλιτεχνικό της ψευδώνυμο. Σωστά;