Ο Εισαγγελέας Πειραιά κ. Γεώργιος Νούλης πρέπει να θεωρεί τον εαυτό του ειδικό στα σύνθετα ζητήματα που αφορούν τη ρύπανση της ατμόσφαιρας και τις διαδικασίες εντοπισμού της προέλευσης μιας έντονης οσμής ή μιας μεγάλης συγκέντρωσης ρύπων.

Για την ακρίβεια πρέπει να θεωρεί ότι κατέχει το αντικείμενο του καλύτερα από τους ειδικούς του Δημόκριτου που έκαναν έρευνα που σαφώς έδειχνε ως πηγή προέλευσης της δυσοσμίας τις εγκαταστάσεις της Oil One στα «Λιπάσματα» στη Δραπετσώνα. Αλλά ακόμη και από τους επιθεωρητές του Σώματος Επιθεωρητών Περιβάλλοντος που έχουν επιμείνει ότι δεν έχουν τα απαραίτητα όργανα για τέτοιες εξειδικευμένες μετρήσεις και έρευνες.

Δεν εξηγείται αλλιώς η αποφασιστικότητα με την οποία στην «Αναφορά αρχειοθέτησης δικογραφίας (άρθρο 43§3 ΚΠΔ)» που έκανε προς την Εισαγγελία Εφετών Πειραιώς για τη δικογραφία που σχηματίστηκε αυτεπάγγελτα ύστερα από τα δημοσιεύματα για τα επεισόδια δυσοσμίας και τις μετρήσεις καρκινογόνων ρύπων όπως το βενζόλιο στην περιοχή της Δραπετσώνας, σπεύδει να συμπεράνει ότι δεν είναι πηγή της ρύπανσης η εταιρεία Oil One, συμφερόντων Μελισσανίδη.

Ειδικότερα ο Εισαγγελέας Πειραιά επιμένει ότι «δεν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις προς άσκησης ποινικής δίωξης (…) καθώς δεν εντοπίστηκε σύνδεση της οχληρής περιβαλλοντικής κατάστασης (…) με τη λειτουργία της τοπικής μονάδας αποθήκευσης – διακίνησης καυσίμων και επεξεργασίας αποβλήτων της εταιρείας “OIL ONE μον. ΑΒΕΕ”».

Μάλιστα θεωρεί ότι η αιτία βρίσκεται στην συσσώρευση διαφόρων ρυπογόνων πηγών στην ευρύτερη περιοχή (εμπορικός και επιβατικός λιμένας, ναυπηγικές και επισκευαστικές δραστηριότητες πλοίων, τα έργα επέκτασης του λιμανιού που αναμοχλεύουν τα επιβαρυμένα σε μέταλλα θαλάσσια ιζήματα, οι εγκαταστάσεις της Ψυττάλειας κ.λπ.), που σε συνδυασμό με τη γεωμορφολογία της περιοχής, την άτακτη υπερδόμηση και το μέτωπο σε κλειστό κόλπο «δημιουργούν την περιοδική δυσοσμία στην περιοχή και όχι η λειτουργία της ως άνω ελεγχθείσας μονάδας».

Ο Εισαγγελέας Πειραιά κ. Γεώργιος Νούλης προσπερνά τα επιστημονικά πορίσματα του «Δημόκριτου» που εντοπίζουν ουσίες που προκαλούν δυσοσμία, εντοπίζουν επικίνδυνους ρύπους και δείχνουν την πηγή προέλευσης ανάλογα και με τη φορά του ανέμου.

Κυρίως στέκεται στα πορίσματα του Σώματος Επιθεώρησης Περιβάλλοντος. Αυτό από μια άποψη είναι λογικό. Κατά τη διερεύνηση τυχόν ποινικών ευθυνών οι εισαγγελικές αρχές πάντοτε στηρίζονται στα ευρήματα ή τα πορίσματα των άλλων δημόσιων αρχών, είτε αυτές είναι οι αστυνομικές αρχές, είτε άλλοι ελεγκτικοί μηχανισμοί του δημοσίου.
Και είναι αλήθεια ότι μέχρι τώρα αλλεπάλληλες εκθέσεις από επιτόπιες επισκέψεις του Σώματος Επιθεωρητών Περιβάλλοντος δεν έχουν καταφέρει να εντοπίσουν ούτε τα μεγάλα επεισόδια δυσοσμίας ούτε την πηγή της δυσοσμίας και των επικίνδυνων ρύπων.

Μόνο που αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει πρόβλημα. Το ακριβώς αντίθετο: η πραγματικότητα είναι ότι το Σώμα Επιθεωρητών Περιβάλλοντος δεν έχει τον απαραίτητο εξοπλισμό και τα όργανα μέτρησης για να μπορέσει να εντοπίσει την πηγή της δυσοσμίας ή να μετρήσει ακριβώς.

Να το πούμε απλά: το βασικό όργανο μέτρησης που διαθέτουν οι επιθεωρητές περιβάλλοντος σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η μύτη τους. Αυτό προκύπτει και εάν κανείς διαβάσει την «Έκθεση Αυτοψίας» που έκαναν τρεις επιθεωρητές περιβάλλοντος που επισκέφτηκαν τις εγκαταστάσεις της Oil One στη Δραπετσώνα στις 19 Μαΐου 2020. Εκεί υπάρχουν μεν αναφορές στο ότι δεν διαπιστώθηκαν οσμές, αλλά δεν γίνεται καμία αναφορά σε συγκεκριμένες μετρήσεις ή χρήση οργάνων μέτρησης οσμών.

Αυτό, άλλωστε, παραδέχτηκε την 1η Ιουνίου 2020 η ίδια διευθύντρια Νοτίου Ελλάδας του Σώματος Επιθεωρητών Περιβάλλοντος, που σε έγγραφό της αναφέρει: «Σε ό,τι αφορά στη διερεύνηση της πηγής εκπομπής των ρύπων που γίνονται αντιληπτοί δια της οσμής στην ευρύτερη περιοχή επισημαίνουμε ότι οι επιθεωρητές δεν διαθέτουν όργανα μέτρησης οσμών.

Ως εκ τούτου, η όποια τεκμηρίωση για την ύπαρξη οσμών θα πρέπει να γίνει μέσω κατάλληλων πιστοποιημένων οργάνων που δεν διαθέτει η υπηρεσία. Επειδή το αντικείμενο μέτρησης των οσμών είναι πολύ εξειδικευμένο και απαιτεί συγκεκριμένο τεχνολογικό εξοπλισμό, που διαθέτουν λίγα πιστοποιημένα εργαστήρια στην ελληνική επικράτεια τα οποία και ειδικεύονται στο αντικείμενο, το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας στις περιπτώσεις που χρήζουν τέτοιου είδους διερευνήσεις, συνεργάζεται με τους εξειδικευμένους φορείς αναθέτοντας στους το έργο».

Παρ’ όλα αυτά ο Εισαγγελέας Πειραιά επιμένει ότι με βάση τα έγγραφα του Σώματος Επιθεωρητών Περιβάλλοντος, αυτός μπορεί να υποστηρίζει ότι «διατυπώθηκε το συμπέρασμα» ή να αποφαίνεται οριστικά ότι δεν προέρχεται η ρύπανση από τις εγκαταστάσεις της εταιρείας.

Από όσο ξέρουμε τέτοιο έγγραφο του Σώματος Επιθερωτηών Περιβάλλοντος που να διατυπώνει με ρητό τρόπο το συμπέρασμα ότι η δυσοσμία δεν προέρχεται από τις εγκαταστάσεις της Oil One, δεν υπάρχει. Και εάν υπάρχει, ούτως ή άλλως αναιρείται από την ίδια την παραδοχή των εκπροσώπων του ΣΕΠ ότι δεν διαθέτουν όργανα μέτρησης.

Για όλους αυτούς τους λόγους μόνο ερωτηματικά γεννά η απόφαση του Εισαγγελέα Πειραιά κ. Γεωργίου Νούλη να θέσει την υπόθεση στο αρχείο. Γιατί με αυτό τον τρόπο βάζει στο αρχείο μια υπόθεση για την οποία και το ίδιο το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας έχει αναγκαστεί να παραδεχτεί, ύστερα από τις διαμαρτυρίες των κατοίκων, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των τοπικών βουλευτών, ότι χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση. Γιατί αντί να βάλει την υπόθεση στο αρχείο θα μπορούσε να ζητήσει ακόμη πιο συστηματικό και εξειδικευμένο έλεγχο και να κρατήσει την υπόθεση ανοιχτή.

Το τελευταίο πράγμα που χρειαζόμαστε σε αυτή τη χώρα είναι βιαστικά συγχωροχάρτια σε εταιρείες που χρόνια τώρα υποβαθμίζουν τη ζωή ολόκληρων περιοχών.