Τι θα γινόταν πρακτικά, αν εφαρμοζόταν στην Ελλάδα το ασυμβίβαστο υπουργού με βουλευτή; Στο πλαίσιο της Βουλής των Ελλήνων και του ισχυρού κομματικού ελέγχου των πάντων, το ασυμβίβαστο θα είχε πενιχρά αποτελέσματα. Βελτίωση, ενδεχομένως, θα υπήρχε στη μείωση του άμεσου πολιτικού παζαριού· δηλαδή, οι βουλευτές να πιέζουν για υπουργοποίηση κι οι υπουργοί να «ταΐζουν» τις εκλογικές τους περιφέρειες.
Με το ασυμβίβαστο, θεωρητικά, επίσης, κόβεται η άμεση ανταλλαγή με ισχυρούς, του είδους «στήριξέ με για να σε κάνω υπουργό». Την ίδια στιγμή, λίγο σοβαρότερος θα γίνει ο κοινοβουλευτικός έλεγχος, διότι οι βουλευτές δεν θα δεσμεύονται από προσωπικές φιλοδοξίες υπουργοποίησης και θα μπορούν πιο εύκολα να ασκήσουν κριτική. Βέβαια, δύσκολα θα έβλεπαν έτσι, και πάλι, εκλογική λίστα. Ταυτόχρονα, είναι πιθανή η είσοδος τεχνοκρατών στην κυβέρνηση. Περισσότεροι, δηλαδή, υπουργοί εκτός Βουλής, άρα λιγότερη ανάγκη για «εκλογική πελατεία» και περισσότερη διοικητική λογική. Αυτό θα βελτίωνε κάποιους τομείς (π.χ. οικονομία, ψηφιακό κράτος).
Δεν θα άλλαζε όμως ουσιαστικά πολλά βασικά πράγματα. Ο κομματικός μηχανισμός θα παρέμενε κυρίαρχος, στην Ελλάδα όπου ο βουλευτής εξαρτάται πολύ από το κόμμα για επανεκλογή και η ηγεσία ελέγχει λίστες, την πολιτική προώθηση και τους διάφορους ρόλους. Ουσιαστικά, η «πειθαρχία» δεν σπάει κι ο έλεγχος της κυβέρνησης θα παραμείνει περιορισμένος. Το ρουσφέτι δεν θα εξαφανιζόταν, απλά θα άλλαζε μορφή. Αντί για «ο υπουργός είναι ο βουλευτής σου» θα έχουμε «ο βουλευτής σου τηλεφωνεί στον υπουργό»· η πίεση μεταφέρεται, δεν εξαφανίζεται. Οι ψηφοφόροι, έτσι, δεν αλλάζουν συμπεριφορά.
Το κρίσιμο σημείο είναι, αν ο πολίτης συνεχίσει να ψηφίζει με βάση διορισμούς, εξυπηρετήσεις και τοπικά αιτήματα, τότε το σύστημα αναπαράγεται, ανεξάρτητα από θεσμούς. Κίνδυνος, επίσης, θα υπάρξει από τον ισχυρισμό, «κυβέρνηση χωρίς πολιτική νομιμοποίηση». Αν οι υπουργοί δεν είναι εκλεγμένοι, μπορεί να θεωρηθούν «διορισμένοι τεχνοκράτες». Κι έτσι, αυξάνεται η απόσταση από την κοινωνία και οι αντιδράσεις.
Το βαθύτερο πρόβλημα στην Ελλάδα είναι πως το δίκτυο πολιτικών σχέσεων (πελατειασμός) αποτελεί τρόπο πρόσβασης σε πόρους – είναι ένας «ανεπίσημος μηχανισμός κοινωνικής ασφάλειας» – που δεν μπορεί να καταργηθεί με ένα θεσμικό μέτρο. Εάν μάλιστα συνδεθεί, όπως εξαγγέλθηκε, με επαναφορά στα βουλευτικά έδρανα του υπουργού που χάνει τη θέση του (!), τότε η κατάσταση του πελατειασμού θα χειροτερεύσει.
Μοναδική λύση για εκσυγχρονισμό της πολιτικής είναι η κατάργηση του φαύλου σταυρού προτίμησης (πουθενά στον κόσμο δεν ισχύει, πλην Κύπρου) και η θεσμοθέτηση, είτε μονοεδρικού εκλογικού συστήματος (κάθε περιφέρεια, μία έδρα, δίχως αναπληρωτές, οπότε θα εκλέγονταν ατομικά και οι αρχηγοί) είτε μεικτού (κάθε περιφέρεια, μισές μονοεδρικές έδρες, συμπεριλαμβανομένων και των αρχηγών, και μισές με λίστα). Ολα τα άλλα είναι δικαιολογίες για να μη γίνει τίποτα…
Το βιβλίο του Ανδρέα Ανδριανόπουλου «Πόλεμος στο Ιράν: Οι Τραγικές Αστοχίες της Ευρώπης», Επίκεντρο, 2026, βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία.






