Τα στοιχεία είναι τουλάχιστον αποκαρδιωτικά. Στην Ελλάδα στην περίοδο της κρίσης είχαμε μια υποχώρηση του ήδη χαμηλού δείκτη γονιμότητας (των αριθμού των παιδιών που κάνει κάθε γυναίκα), που ήταν ούτως ή άλλως σχετικά χαμηλός, ανάμεσα στο 2008 και το 2016.

Από 1,5 περίπου παιδιά υποχωρήσαμε στα 1,3 κατά μέσο όρο, πολύ κάτω από 2,1 που είναι το λεγόμενο «επίπεδο αναπλήρωσης» για τις αναπτυγμένες χώρες.

To 2017 είχαμε στην Ελλάδα 88553 γεννήσεις, καταγράφοντας μείωση κατά 4,7% σε σχέση με το 2016. Συγκριτικά το 2010 ήταν 114.766.

Ο μέσος όρος ολικής γονιμότητας, δηλαδή παιδιών ανά ζεύγος, είναι 1,26, σταθερός τα τελευταία χρόνια, όταν ο μέσος όρος της Ε.Ε. είναι 1,49.

Οι ειδικοί εκτιμούν ότι η τάση αυτή θα συνεχιστεί εκτός όλων των άλλων γιατί η μακρόχρονη οικονομική κρίση στην Ελλάδα είχε ως αποτέλεσμα να έχουμε σημαντικό ποσοστό αναβολών των πρώτων γεννήσεων.

Αυτό σημαίνει ότι πολλές γυναίκες των γενεών θα κάνουν το πρώτο τους παιδί σε μεγαλύτερη ηλικία και η πιθανότητα να κάνουν δεύτερο θα συρρικνώνεται εξαιτίας αντικειμενικών βιολογικών περιορισμών.

Το στοιχείο αυτό σε συνδυασμό με την μαζική φυγή Ελλήνων, κυρίως νεαρής ηλικίας, στο εξωτερικό όπως και τον επαναπατρισμό ενός τμήματος των μεταναστών στην περίοδο της κρίσης, σημαίνουν ότι γινόμαστε μια χώρα που γερνάει, μια χώρα με έναν παραγωγικό πληθυσμό που συρρικνώνεται.

Η Ελλάδα κατατάσσεται στις πρώτες θέσεις μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε γηράσκοντα πληθυσμό (ποσοστό αύξησης 21,4%) έναντι μέσου όρου της Ε.Ε. 17,2%.
Τα άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών αντιπροσωπεύουν σήμερα στη χώρα μας ποσοστό πάνω από το 21,3% του πληθυσμού και σύμφωνα με τις προβλέψεις το 2030 θα είναι περίπου το 30% του πληθυσμού ενώ το 2050 θα πλησιάσουν το 1/3 του πληθυσμού!

Οι επιπτώσεις της κρίσης

Είναι λάθος να πούμε ότι όλα αυτά αντανακλούν απλώς τη διεθνή τάση προς την γήρανση του παγκόσμιου πληθυσμού, ως αποτέλεσμα και της μείωσης των γεννήσεων αλλά και της αύξησης του προσδόκιμου επιβίωσης, χωρίς να υποτιμάμε αυτή την παράμετρο.

Υπάρχουν ευρωπαϊκές χώρες που έχουν υψηλότερους δείκτες γονιμότητας όπως είναι η Γαλλία που έχει δείκτη σχεδόν 2.

Οι έρευνες δείχνουν ότι εντός της γενικά χαμηλότερης γονιμότητας σε σχέση με την περίοδο πριν από το 1950 που αποτυπώνεται παγκοσμίως και έχει σχέση με την αλλαγή του τρόπου ζωής και τη μετάβαση από τις αγροτικές στις βιομηχανικές και μεταβιομηχανικές κοινωνίες, οι διακυμάνσεις ως προς τις γεννήσεις ανάμεσα σε ομοειδείς χώρες έχουν να κάνουν και με παραμέτρους όπως είναι η ύπαρξη ή όχι εκτεταμένου κοινωνικού κράτους, τα ποσοστά απασχόλησης, η κοινωνική κατάσταση των πληθυσμών.

Η Ελλάδα ήταν παραδοσιακά μια χώρα με υποαναπτυγμένο το κοινωνικό κράτος, μικρή υποστήριξη του κράτους προς την οικογένεια με παιδιά.

Οι θέσεις σε δημόσιους παιδικού σταθμούς για χρόνια δεν επαρκούσαν, η ολοήμερη πρωτοβάθμια εκπαίδευση ήρθε με σχετική καθυστέρηση, οι γονείς βάζουν κατά παράδοση βαθιά το χέρι στην τσέπη.

Η περίοδος της κρίσης απλώς έκανε τα πράγματα χειρότερα. Με πολύ συχνό το φαινόμενο να υπάρχει άνεργος στην οικογένεια και τις αποδοχές μειωμένες η απόφαση για τη γέννηση του παιδιού έπαιρνε αναγκαστικά αναβολή.

Την ίδια στιγμή η Ελλάδα σταμάτησε να είναι ένας προτιμητέος προορισμός μεταναστών. Όμως, παγκοσμίως οι μεταναστατευτικές ροές αποτελούν και παράγοντα που ανανεώνει τον πληθυσμό και μειώνει το μέσο όρο ηλικίας (μεταναστεύουν άνθρωποι σχετικά νεαρής και παραγωγικής ηλικίας).

Οι πολλαπλές επιπτώσεις του δημογραφικού

Το δημογραφικό αποτελεί μια πραγματικά ωρολογιακή βόμβα για την ελληνική κοινωνία. Μια χώρα που βλέπει να συρρικνώνεται το δυναμικό της που είναι σε παραγωγική ηλικία είναι μια χώρα που δύσκολα μπορεί να έχει ανάπτυξη.

Οι εργαζόμενοι σε μικρότερες ηλικίες, με τις αυξημένες δεξιότητες και τον μεγαλύτερο αλφαβητισμό αποτελούν ατμομηχανή μιας οικονομίας σε ανάπτυξη.

Επιπλέον, γήρανση του πληθυσμού σημαίνει ότι διαρκώς επιδεινώνεται η αναλογία ανάμεσα στους εργαζομένους και τους συνταξιούχους και αυτό φέρνει, με τη σειρά του, νέες δυσκολίες στο ίδιο το ασφαλιστικό σύστημα ακόμη και μετά τα τελευταία κύματα αυξήσεων των ορίων συνταξιοδότησης.

Γήρανση του πληθυσμού σε χώρες όπως η Ελλάδα και με τα κοινωνικά χαρακτηριστικά των συνταξιούχων και τις χαμηλές συντάξεις, σημαίνει και χειρότερη καταναλωτική δυναμική στην οικονομία άρα και χαμηλότερες δυναμικές συνολικά στην ανάπτυξη.

Την ίδια σε άλλες χώρες όπως για παράδειγμα η γειτονική Τουρκία ένα από τα πραγματικά στοιχεία του δυναμισμού τους είναι ακριβώς ότι έχουν έναν συγκριτικά νεότερο πληθυσμό.

Οι κυβερνήσεις είχαν άλλες προτεραιότητες

Απέναντι σε όλα αυτή την πραγματικότητα καμιά κυβέρνηση τα τελευταία χρόνια δεν ασχολήθηκε ουσιαστικά με το ζήτημα. Αντίθετα, άμεσα ή έμμεσα με τις επιλογές τους απλώς έκαναν τα πράγματα χειρότερα.

Δημιούργησαν μια τεράστια επιδείνωση των όρων εργασίας και ζωής των ζευγαριών που σκέφτονταν να κάνουν παιδί. Με την εκτίναξη της ανεργίας των νέων μια ολόκληρη γενιά πήγε πίσω συνολικά τα σχέδια της να κάνει οικογένεια. Το δεύτερο παιδί άρχισε να αντιμετωπίζεται σαν βάρος.

Ακόμη και τα διορθωτικά μέτρα για τα οικογενειακά επιδόματα ήρθαν στο έδαφος μιας συνολικής υποχώρησης των εισοδημάτων.

Την ίδια στιγμή ακόμη και την επέκταση της πρόσβασης σε παιδικούς σταθμούς συνέχισαν να υπάρχουν προβλήματα στην πρόσβαση για αρκετές οικογένειες.

Επιπλέον, χρόνια προβλήματα όπως η ανάγκη να πληρώνει η οικογένεια για ξένες γλώσσες, μουσική, χορό και φροντιστήρια παρέμειναν το ίδιο οξυμμένα.
Αποδεικνύεται πως η λιτότητα δεν είναι απλώς κάποιοι αφηρημένοι οικονομικοί δείκτες, είναι μια συνολική κοινωνική συνθήκη με άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις σε όλες τις πλευρές της κοινωνικής ζωής.

Η αύξηση της απασχόλησης με ελαστικές σχέσεις μερικής απασχόλησης ή οι αμοιβές γύρω από τα όρια του βασικού μισθού μπορεί να αποτρέπουν την πλήρη εξαθλίωση και την ακραία φτώχεια, αλλά πολύ δύσκολα επιτρέπουν στη νέα γενιά να κάνει οικογένεια.

Για παράδειγμα εξακολουθούμε να είμαστε μια χώρα που προσφέρει γονική άδεια μετ’ αποδοχών επί της ουσίας μόνο στο δημόσιο και όχι στον ιδιωτικό τομέα, την ώρα που η απασχόληση στο δημόσιο υποχώρησε.

Εξακολουθεί να μην προσφέρεται μια δημόσια και δωρεάν πλήρη πρόσβαση σε δημόσιους βρεφονηπιακούς σταθμούς για το σύνολο του πληθυσμού.

Τα οικογενειακά επιδόματα συμπληρώνουν ένα μειωμένο εισόδημα, αλλά δεν αποτελούν πραγματικό κίνητρο για τη γέννηση παιδιών.

Αντίθετα, η εμπειρία δείχνει ότι εάν σήμερα υπήρχε αντιστροφή της ανεργίας, διευκόλυνση σε όλα τα επίπεδα του ρόλου του γονέα, ενίσχυση του οικογενειακού εισοδήματος, ένα εκτεταμένο δίκτυο παιδικών σταθμών και ένα πραγματικά ολοήμερο εκπαιδευτικό σύστημα που να μην χρειάζεται επιπλέον ιδιωτική δαπάνη, τότε πολύ περισσότερα ζευγάρια θα έκαναν παιδιά.

Και αυτό θα σήμαινε αντιστροφή της σημερινής τάσης, και σε ένα σχετικά μικρό βάθος χρόνου μια κοινωνία πιο δυναμική και πιο ανανεωμένη.

Γιατί η αντιμετώπιση του δημογραφικού δεν είναι η αντιμετώπιση ενός κοινωνικού προβλήματος. Είναι η σημαντικότερη επένδυση στο μέλλον της ίδιας της χώρας.