«Δεν πρέπει κανείς να απειλεί μια πυρηνική δύναμη»: η προειδοποίηση την οποία απηύθυνε χθες το απόγευμα εκπρόσωπος του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών, με τη Μόσχα να έχει ήδη καταστήσει σαφές ποικιλοτρόπως ότι δεν επρόκειτο να συμμορφωθεί στο τελεσίγραφο του Λονδίνο και να εξηγήσει εγκαίρως πώς μπορεί να χρησιμοποιήθηκε ένας νευροτοξικός παράγοντας σοβιετικής παρασκευής εναντίον ενός ρώσου πρώην διπλού πράκτορα, ήρθε να επιβεβαιώσει τις ανεξέλεγκτες διαστάσεις που έχει λάβει η κρίση ανάμεσα στη Βρετανία και τη Ρωσία. Εχοντας λάβει ξεκάθαρα μηνύματα στήριξης από τις Βρυξέλλες, το Βερολίνο, το Παρίσι, ακόμα και την Ουάσιγκτον, η Τερίζα Μέι αναμένεται να αποκαλύψει σήμερα στο Κοινοβούλιο τα σκληρά τιμωρητικά μέτρα που σκοπεύει να λάβει το Λονδίνο κατά μόνας ή επιδιώκοντας και την αρωγή των συμμάχων του. Στο μεταξύ, όμως, όπως θα έλεγαν οι Αγγλοσάξονες, «η πλοκή πυκνώνει» ολοένα και περισσότερο.  
Ενώ ο πρώην διπλός πράκτορας Σεργκέι Σκριπάλ και η κόρη του Γιούλια εξακολουθούν να νοσηλεύονται σε «κρίσιμη αλλά σταθερή κατάσταση», ένας ακόμη ρώσος εξόριστος στη Βρετανία βρέθηκε χθες νεκρός στο σπίτι του στο Λονδίνο. Πρόκειται για τον Νικολάι Γκλουσκόφ, στενό φίλο και συνεργάτη του ρώσου ολιγάρχη Μπόρις Μπερεζόφσκι, που είχε βρεθεί το 2013 απαγχονισμένος μέσα σε μπάνιο έπαυλης στο Ασκοτ.
«Ανεξήγητο» χαρακτήρισε τον θάνατό του η βρετανική αστυνομία σπεύδοντας να επισημάνει ότι την έρευνα ανέλαβε η αντιτρομοκρατική υπηρεσία, πλην όμως «δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποδηλώνουν σύνδεση με το συμβάν στο Σόλσμπερι» (όπου βρέθηκαν αναίσθητοι στις 4 Μαρτίου ο Σκριπάλ και η κόρη του).
Για «εμφανή ίχνη ασφυξίας στον λαιμό» του Γκλουσκόφ μιλούσε η ρωσική εφημερίδα «Κομερσάντ». Εισακούγοντας τις προτροπές των Εργατικών αλλά και του πρώην διοικητή της βρετανικής αστυνομίας λόρδου Μπλερ, η βρετανίδα υπουργός Εσωτερικών Αμπερ Ραντ δήλωσε χθες πως η αστυνομία και η MI5 θα επανεξετάσουν 14 θανάτους που κρίθηκαν αρχικά μη ύποπτοι αλλά σύμφωνα με πληροφορίες θεωρούνται από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες εν δυνάμει σχετιζόμενοι με τη Μόσχα.
Η τελευταία αρνείται τα πάντα, αντεπιτίθεται και απειλεί. Φωνάζει ότι «κανείς δεν μπορεί να θέτει στη Ρωσία τελεσίγραφα 24 ωρών», όπως αυτό που της έθεσε η Μέι τη Δευτέρα, ότι η βρετανίδα πρωθυπουργός «δεν έχει κανένα στοιχείο στα χέρια της», αντιθέτως παραβιάζει το πρωτόκολλο της Οργάνωσης για την Απαγόρευση των Χημικών Οπλων που δίνει στα κράτη περιθώριο 10 ημερών να απαντήσουν και, επιπλέον, αρνείται να της δώσει ως όφειλε δείγμα του επίμαχου νευροτοξικού παράγοντα. Αν το ραδιοτηλεοπτικό συμβούλιο της Βρετανίας, το Ofcom, πραγματοποιήσει την απειλή του και αφαιρέσει από το «Russia Today», το (προπαγανδιστικό) τηλεοπτικό δίκτυο που χρηματοδοτεί το Κρεμλίνο, την άδεια  να εκπέμπει, «δεν θα μείνει ανοικτό στη Ρωσία ούτε ένα βρετανικό μέσο ενημέρωσης». Αν ισχύουν τα δημοσιεύματα που θέλουν το Λονδίνο να εξετάζει μεταξύ άλλων και το ενδεχόμενο «στοχευμένων κυβερνοεπιθέσεων» στη Ρωσία, «η βρετανική πλευρά καλά θα κάνει να αναλογιστεί τις συνέπειες μιας τέτοιας παράτολμης κίνησης».
Το Λονδίνο, επέμενε χθες ο βρετανικός Τύπος, μπορεί να απελάσει διπλωμάτες, να παγώσει περιουσιακά στοιχεία ρώσων επιχειρηματιών και αξιωματούχων, να περιορίσει τη συμμετοχή του ή και να μποϊκοτάρει το Παγκόσμιο Κύπελλο που διοργανώνεται το καλοκαίρι στη Ρωσία (ο ηγέτης των βρετανών Φιλελεύθερων, Βινς Κέιμπλ ζήτησε πανευρωπαϊκό μποϊκοτάζ). Μπορεί επίσης να ζητήσει από τους συμμάχους του μια συντονισμένη δυτική απάντηση: έλαβε άλλωστε χθες αρκετά ενθαρρυντικά μηνύματα προς αυτή την κατεύθυνση. Ανγκελα Μέρκελ και Τερίζα Μέι συμφώνησαν πως οι σύμμαχοι πρέπει να ενεργήσουν από κοινού ώστε να αντιμετωπίσουν «το μοτίβο επιθετικής ρωσικής συμπεριφοράς».
Η βρετανίδα πρωθυπουργός είχε τηλεφωνική επικοινωνία και με τον Εμανουέλ Μακρόν και με τον Ντόναλντ Τραμπ. Ο αμερικανός πρόεδρος νωρίτερα είχε επιλέξει μια προσεκτική διατύπωση, ωστόσο μετά το τηλεφώνημα δήλωσε «ολόψυχα στο πλευρό της Βρετανίας». Εκκληση στους ευρωπαίους ηγέτες να συμφωνήσουν από κοινού στη Σύνοδο Κορυφής την επόμενη εβδομάδα αντίμετρα εναντίον της Ρωσίας απηύθυνε ο Γκι Φέρχοφστατ, συντονιστής του Ευρωκοινοβουλίου για το Brexit. Διπλωμάτες και αναλυτές, πάντως, υπενθύμιζαν πως οι 28 (το Brexit έχει μπει προσωρινά σε δεύτερο πλάνο) δεν φημίζονται για την ικανότητά τους να σχηματίζουν κοινό μέτωπο κατά της Μόσχας και του Βλαντίμιρ Πούτιν.  

«Ακόμα και αφού δραπετεύσεις, το χέρι τους φτάνει μακριά»
To 2014, όταν εγκατέλειψε τη Μόσχα βρίσκοντας καταφύγιο στο Λονδίνο, ο Βλαντίμιρ Ασούρκοφ, ρώσος πρώην τραπεζίτης και στενός σύμβουλος του ηγέτη της αντιπολίτευσης Αλεξέι Ναβάλνι, έβγαλε έναν αναστεναγμό ανακούφισης. Εχοντας περάσει μήνες με τους πράκτορες του Κρεμλίνου να παρακολουθούν κάθε του βήμα, ακόμα και να εισβάλλουν σε ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση στο διαμέρισμά του, μπορούσε επιτέλους να ησυχάσει, να χαθεί μέσα στους κομψούς, πολύγλωσσους δρόμους του Κένσινγκτον. Πέρασαν έξι μήνες μέχρι να συνειδητοποιήσει πως τον παρακολουθούσαν ακόμα.
Ενας παλιός του φίλος επέστρεψε από ένα ταξίδι στη Ρωσία με ανησυχητικά νέα: στη Μόσχα, αξιωματούχοι ασφαλείας είχαν απαιτήσει να μάθουν λεπτομέρειες για μια ιδιωτική συνομιλία που είχε με τον Ασούρκοφ σε κάποιο λονδρέζικο καφέ. Καθώς έχτιζε τη ζωή του στο Λονδίνο, ο Ασούρκοφ έμαθε να ψάχνει αντανακλαστικά για ρώσους πράκτορες – άνδρες με σκουρόχρωμα κοστούμια που κάθονταν μόνοι σε συναθροίσεις εμιγκρέδων, συμμετέχοντες σε μεγάλα δείπνα που είχαν τη φήμη πληροφοριοδοτών. «Δεν μπορείς να κάνεις και πολλά» λέει. «Ακόμα και αφού δραπετεύσεις από τη Μόσχα στο Λονδίνο, ξέρεις πως το χέρι τους φτάνει μακριά».  
Η Ρωσία, σημειώνουν οι «New York Times» επικαλούμενοι πρώην αξιωματούχους των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών, έχει περισσότερους πράκτορες στο Λονδίνο σήμερα από ό,τι στο αποκορύφωμα του Ψυχρού Πολέμου. Εχουν πολλές αποστολές, μεταξύ άλλων και την οικοδόμηση σχέσεων με βρετανούς πολιτικούς. Η πιο σημαντική αποστολή τους όμως είναι να παρακολουθούν τους εκατοντάδες εξέχοντες Ρώσους – φίλους και εχθρούς του Βλαντίμιρ Πούτιν – που έχουν χτίσει μια ζωή στη Βρετανία, προσελκυσμένοι από την αγορά ακινήτων και το τραπεζικό της σύστημα.
Τα τελευταία δέκα χρόνια, η Βρετανία έχει παράσχει πολιτικό άσυλο σε μια σειρά επικριτών του Πούτιν, μεγάλων και μικρών, που έχουν ενσωματωθεί απόλυτα στο επονομαζόμενο Λόντονγκραντ. Είναι άλλωστε μια πόλη όπου, όπως εξηγεί ένας κάτοικος, ένας ρώσος γραφειοκράτης σε διακοπές μπορεί να δειπνήσει εγκάρδια με έναν διαφωνούντα συγγραφέα, ο οποίος βγάζει λόγους σε συγκεντρώσεις εναντίον του Πούτιν.
Οι βρετανικές Αρχές αφιέρωναν άλλοτε άφθονους πόρους στην παρακολούθηση των κινήσεων των σοβιετικών πρακτόρων. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, προτεραιότητα έχουν γίνει οι τρομοκρατικές απειλές. «Επί Ψυχρού Πολέμου», λέει ο Τζον Μπέιλις, πρώην αξιωματούχος της υπηρεσίας ηλεκτρονικών πληροφοριών της Βρετανίας, «ήταν αρκετά δύσκολο για τους Ρώσους να μετακινούνται ανά τη χώρα, ήταν περιορισμένοι εκτός Λονδίνου. Τώρα όμως έχουν λίγο – πολύ ελευθερία κινήσεων, μπορούν να πάνε οπουδήποτε. Δεν έχουμε αρκετό κόσμο ώστε να παρακολουθούμε τους πάντες συνέχεια».
Ως νεαρός αξιωματικός της KGB, ο Πούτιν στάλθηκε πρώτα σε έναν σταθμό στη Δρέσδη, στην Ανατολική Γερμανία. Ως ηγέτης της Ρωσίας, έχει επεκτείνει τα δίκτυα κατασκοπείας ώστε να «φτάσουν ή και να ξεπεράσουν τα επίπεδα του Ψυχρού Πολέμου», λέει ο Μαρκ Γκαλεότι από το Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων της Πράγας: «Υπάρχει μια αίσθηση ότι η Ρωσία βρίσκεται γεωπολιτικά σε ανταγωνισμό με τη Δύση. Σε αυτές τις συνθήκες, οι κατάσκοποι είναι σχετικά φτηνοί και σχετικά αποτελεσματικοί. Ετσι διοικεί το κράτος του ο Πούτιν».