Οι πρώτες εκατό σελίδες θα μπορούσαν να προοικονομούν την ιστορία μιας τυπικής, σφιχτοδεμένης, αμερικανικής φιλίας. Συστηνόμαστε με τον Τζουντ, που με τους αξιόλογους και κυρίως άφραγκους κολλητούς του ολοκληρώνουν τις σπουδές τους σε περίβλεπτο αλλά αδιευκρίνιστο πανεπιστήμιο, αναχωρώντας κατόπιν για το μεγάλο ταξίδι στη χώρα της εργασίας και της ενηλικίωσης. Ο όμορφος, βορειοευρωπαϊκής καταγωγής, Γουίλεμ είναι ένας επίδοξος ηθοποιός που εργάζεται προσωρινά ως σερβιτόρος. Ο Μάλκομ, μιγάς γιος μιας ευκατάστατης οικογένειας, θέλει να διαπρέψει ως αρχιτέκτονας. Ο Τζέι Μπι, παιδί μεταναστών από την Αϊτή, δουλεύει ως ρεσεψιονίστ ενός πολιτιστικού περιοδικού, το οποίο ονειρεύεται να κατακτήσει με τη ζωγραφική του. Η φιλοδοξία είναι η μοναδική τους θρησκεία, αν εξαιρέσουμε τις διασκεδάσεις, την ευρυμάθειά τους ή τη διαφορετικότητά τους εντός μιας Νέας Υόρκης που την ευνοεί. Μόνο ο Τζουντ, φοιτητής νομικής και μαθηματικών, είναι κάπως ασαφής ως προς την καταγωγή, το παρελθόν, τον σεξουαλικό προσανατολισμό. «Ποτέ δεν τον βλέπουμε με κανέναν, δεν ξέρουμε τη φυλή του, δεν ξέρουμε τίποτα για αυτόν. Μετασεξουαλικός, μεταφυλετικός, μεταταυτοτικός, μεταπαρελθοντικός. Τζουντ, ο μετάνθρωπος» τον πειράζει ο Τζέι Μπι.
Η ανάγνωση της ιστορίας του, όπως και κάθε βιβλίου, είναι βέβαια πρωτίστως ατομική δραστηριότητα. Με τη «Λίγη ζωή» ωστόσο, το δεύτερο μυθιστόρημα της Χάνια Γιαναγκιχάρα, συνέβη το εξής: ενώ την άνοιξη του 2015 που κυκλοφόρησε στην Αμερική δεν έγινε πολύς θόρυβος, μέχρι το καλοκαίρι και με τη βοήθεια αυθόρμητων τιτιβισμάτων ή ποσταρισμάτων, το βιβλίο άρχισε να παίρνει δημοσιότητα από αναγνώστες που αναζητούσαν ή δημιουργούσαν λέσχες ανάγνωσης. Που έψαχναν άλλους ομοιοπαθείς, προκειμένου να το σχολιάσουν, να το μοιραστούν, να το βιώσουν από κοινού. Κάποιοι τύπωναν τα ονόματα των ηρώων σε τισέρτ ή φωτογραφίζονταν με το εξώφυλλο του βιβλίου. Οταν έναν χρόνο μετά ακολούθησε η αγγλική, χαρτόδετη έκδοση, η αγορά της «Λίγης ζωής» συνοδευόταν πια από κάμποσα διαφημιστικά καλούδια. Στο μεταξύ είχε μπει στις βραχείες λίστες του βραβείου Booker και του National Book Award, είχε τιμηθεί με το Kirkus, ενώ θα διακρινόταν και ως Βιβλίο Μυθοπλασίας της Χρονιάς από τη Βρετανική Βιομηχανία Βιβλίου. Κι όλα αυτά, ενώ οι ολοένα αυξανόμενοι πιστοί το χαρακτήριζαν «ενοχλητικό», «βασανιστικό», «τραυματικό».
Αλήθεια έλεγαν. Σε ένα μυθιστόρημα 900 σελίδων, με τα υπονοούμενα για το παρελθόν του Τζουντ, για εκείνους τους πόνους στην πλάτη του ή για τα ρημαγμένα του πόδια να πέφτουν με σταγονόμετρο ακριβείας, το «πρώτο αίμα», υπαινικτικό του τι θα ακολουθήσει, έρχεται στη σελίδα 93, όταν διαπιστώνουμε ότι ο ήρωας αυτοτραυματίζεται. Πολύ αργότερα κι ενώ ο φίλος του, ο Γουίλεμ διαπρέπει όσο ένας ηθοποιός μπορεί, ενώ ο Τζέι Μπι εκθέτει στο μουσείο που κάθε φιλόδοξος ζωγράφος ονειρεύεται, ενώ ο Μάλκομ σχεδιάζει κτίρια στα όρια της τέχνης, ο μεγαλοδικηγόρος πλέον Τζουντ μπαίνει στο επίκεντρο. Μέσα από όλο και πιο επώδυνα φλασμπάκ τον βλέπουμε να ψηλαφίζει τις ουλές του, να τις ανοίγει ξανά και ξανά, να εγκαταλείπεται ως βρέφος πλάι σε έναν κάδο σκουπιδιών κοντά σε ένα μοναστήρι που τον περιμαζεύει, να εισάγεται στη συνήθεια του αυτοτραυματισμού από τον αδελφό Λουκ (που θα τον έσωζε από όσους μοναχούς τον κακοποιούσαν, αλλά αντίθετα οδήγησε την κακοποίηση σε άλλα επίπεδα), να εκπορνεύεται, να απάγεται από κάποιον δρα Τρέιλορ που τον τραυματίζει βίαια, να υπομένει με δυο λόγια μαρτύρια που συνιστούν «προσβολή στο ανθρώπινο σώμα». Οταν έπειτα από χρόνια στη ζωή του μπαίνει η αγάπη, η θέρμη της είναι δυνατή αλλά αναποτελεσματική. Η σχέση του με τον Γουίλεμ, η πιο ευτυχισμένη περίοδος της ζωής του, ομοίως. Είναι λες και απολύτως τίποτα δεν μπορεί να καταπραΰνει τον σωματικό ή ψυχικό πόνο. Είναι λες και η ιστορία του περιλαμβάνει τόση δυστυχία, που κανένα μυθιστόρημα δεν αντέχει.
Εν προκειμένω, δεν προσδιορίζεται καν χρονικά. Αντίθετα με την τάση της εποχής, που θέλει τη μυθοπλασία να βρίθει αναφορών στην ποπ κουλτούρα (κι εκτός από μερικά κλεισίματα του ματιού προς τον 21ο αιώνα), η Γιαναγκιχάρα στερεί από την αφήγησή της ακόμα και τα ιστορικά ορόσημα – ούτε η πτώση των Δίδυμων Πύργων δεν υπονοείται. Μετά τις νατουραλιστικές, ντικενσιανές περιγραφές της αρχικής φτώχειας των ηρώων της, μετά την καταγραφή της σχεδόν καραμαζοφικής διάδρασης των συναισθηματικών τους κόσμων, η Γιαναγκιχάρα στρέφεται στην επανάληψη, τη σωρευτική, γκροτέσκα αφήγηση των βασάνων του Τζουντ, την οπερετική υπερβολή, στο μελόδραμα. Με γλώσσα σπανίως έως καθόλου υπαινικτική, δοσμένη με μια μετάφραση καλοκουρδισμένη και ικανή να αποκρυσταλλώσει λεκτικά σύγχρονες τάσεις (η φράση «ειρωνικά φτηνή μπίρα» αναφέρεται σε μια ολόκληρη νεανική μόδα), η Γιαναγκιχάρα κατασκευάζει ένα σύμπαν ρεαλιστικό, με βάση όμως την εσωτερική του λογική, το οποίο βιώνεται μόνο μέσω της καταβύθισης. Ισχύουν μήπως οι μομφές περί ηδονοβλεπτικής ματιάς στον πόνο; «Ηθελα ο αναγνώστης να περάσει χρόνο με πολλές ασχήμιες», θα δήλωνε σχετικά η συγγραφέας, «όχι για να τον σοκάρω, να τον σκανδαλίσω, να τον τρομάξω ή να του προκαλέσω αποστροφή. Αλλά επειδή η ανθρώπινη συνθήκη επιβάλλει να περνάμε χρόνο με ανθρώπους των οποίων οι πράξεις μάς λυπούν, μας ταράζουν, μας απογοητεύουν».
Σε μια κριτική του, ο δοκιμιογράφος και μεταφραστής Ντάνιελ Μέντελσον έκανε λόγο για μια ιστορία της εποχής μας, για νέους ανθρώπους που ενθαρρύνονται να δουν εαυτούς «όχι σαν δρώντα υποκείμενα, αλλά σαν πιθανά θύματα του συντρόφου τους, του συγκατοίκου τους, του καθηγητή τους, των θεσμών, της Ιστορίας γενικά». Για αναγνώστες που ίσως νιώσουν «ένα είδος ικανοποίησης, επιβεβαιώνοντας μια προϋπάρχουσα εικόνα για τον κόσμο ως πεδίο θυματοποίησης». Και η αλήθεια είναι ότι η Γιαναγκιχάρα, με τις ενίοτε εξουθενωτικές περιγραφές των μαρτυρίων του Τζουντ, αναζητά και συλλογικά τραύματα, μιας κοινότητας όμως που, μια με το AIDS, μια με τις διακρίσεις, μια με τη βία, σχεδόν διαμορφώθηκε από αυτά. Στήνοντας έναν κόσμο μαγικά σκληρό και απρόβλεπτο, όπως των παραμυθιών, αναρωτιέται καταρχήν γιατί στο πλαίσιό του η φιλία δεν είναι εξίσου καλή με μια σχέση. Ή και ακόμα καλύτερη. Κι ενώ μοιάζει να τη θεωρεί αναγκαία συνθήκη για την παρηγοριά και τη λύτρωση, συμπεραίνει ότι δεν είναι οπωσδήποτε ικανή. Οι αποκρουστικές περιγραφές κακοποίησης μάλλον επιβεβαιώνουν τη σημασία τους στη διάπλαση χαρακτήρων, αλλά δεν είναι οι μόνες. «Ηθελα να υπάρχει κάτι υπερβολικό στη βία του βιβλίου», θα έλεγε η συγγραφέας σε συνέντευξή της, «ήθελα όμως να υπάρχει υπερβολή σε όλα, στην αγάπη, στην ενσυναίσθηση, στον οίκτο, στον τρόμο».
Δεν υπερέβαλλε πάντως και τόσο, όταν χαρακτήριζε το σύγχρονο λογοτεχνικό τοπίο «ψυχρό και με τις δύο έννοιες, λίγο απόμακρο και λιγάκι διστακτικό στις συναισθηματικές απαιτήσεις του». Στο δικό της πόνημα, το χειρότερο που θα μπορούσε να συμβεί θα ήταν «ένα αδιάφορο σήκωμα των ώμων». Γιατί είτε μιλάμε για την γκέι κοινότητα είτε όχι, η γενιά του Τζουντ, του Γουίλεμ, του Μάλκομ και του Τζέι Μπι, ενώ ανατράφηκε με την υπόσχεση και την ελπίδα μιας ξεχωριστής ζωής, γεμάτης καριέρα, χρήμα, έρωτα και δράση στον μέγιστο βαθμό, διαπίστωσε ότι τελικά, εκεί έξω ή εδώ, μέσα μας, υπάρχει και πολύς τρόμος. Οι ανθρώπινες ή οι εργασιακές σχέσεις δεν είδαν αναγκαστικά βελτίωση από την έντονη παρουσία της τεχνολογίας και της οικονομίας. Πράγματα που παλιότερα θεωρούνταν υπερβολικά καταλήγουν εντός πραγματικότητας. Σχεδόν όπως και το δράμα του πρωταγωνιστή. «Κι εσύ Τζουντ;» τον ρωτούσαν μερικοί στην αρχή των σπουδών του, όταν εκείνος είχε ήδη μάθει πώς να συνοψίζει τη ζωή του. «Είναι πολύ βαρετή ιστορία» έλεγε με ένα χαμόγελο, ανασηκώνοντας τους ώμους, γνωρίζοντας προς το παρόν μόνο εκείνος την αλήθεια.

Hanya Yanagihara
Λίγη ζωή
Εκδ. Μεταίχμιο, 2016
Μτφ. Μαρία Ξυλούρη, σελ. 900 
Τιμή: 24,50 ευρώ