«Αν δεν το αγαπούσα το θέατρο δεν θα ασχολιόμουν μαζί του εδώ και 25 χρόνια. Μέσα από το θέατρο αγάπησα, μίσησα, γέλασα, γλέντησα, δημιούργησα και σώθηκα». Ωραία, λοιπόν, ας ξεκινήσουμε με την αγάπη. Είναι κι αυτός ένας τρόπος προσέγγισης της Λένας Κιτσοπούλου, που μπορεί κάποιος να την προσεγγίσει με πολλούς τρόπους, θεατρικά. Ή να την απαρνηθεί (μένοντας λίγο ακόμη στο πνεύμα της προηγούμενης εβδομάδας). Πάντως ένα έχει καταφέρει: ελάχιστοι μπορούν να μην τη συζητήσουν. Καθώς φέρνει στο Μικρό Παλλάς την παράστασή της με τον τίτλο σιδηρόδρομο «Μια μέρα...», ενώ κάνει πρόβες με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό για την αριστοφανική «Λυσιστράτη» του Εθνικού.
Οσο για εκείνη; Από την πλευρά της μαζεύει, όπως λέει, «εικόνες και λέξεις μέσα από την καθημερινότητα, ακόμα κι όταν δεν δουλεύω. Είμαι συλλέκτρια και κλέφτρα μέχρι και της ίδιας μου της ζωής, και αυτό πολλές φορές είναι παρανοϊκό γιατί δεν μπορείς ποτέ να ζήσεις πραγματικά αθώα. Παρατηρείς τον εαυτό σου απέξω, ακόμα κι όταν κλαίει». Αφήστε που την «κατατρέχει μία σχολική, εφηβική νοοτροπία. Είμαι άνθρωπος της κοπάνας και του φευγιού. Το ιδανικό μου είναι να μου πεις ότι μια δουλειά θα ματαιωθεί. Αισθάνομαι αντανακλαστικά τρομερή ευτυχία».
Κάποιοι θεωρούν ότι αγαπάει πολύ και την πρόκληση. «Νομίζω ότι όποιος κάνει αυτή τη δουλειά και ισχυρίζεται ότι δεν τον απασχολεί η δημοσιότητα είναι ψεύτης» τους απαντά. «Αυτή η δουλειά είναι ακριβώς αυτό. Η δημόσια έκθεση. Αποζητάς το χειροκρότημα, την επιβεβαίωση. Θες να είσαι ο καλύτερος, θες να σε ερωτεύονται, θες να έχεις τα μάτια και τα φώτα πάνω σου. Ετσι κι εγώ τα θέλω όλα αυτά, αλλά κάνοντας ακριβώς αυτό που θέλω. Δεν φτιάχνω τίποτα με σκοπό να προκαλέσω είτε αρνητικά είτε θετικά. Κάνω αυτό που ικανοποιεί εμένα. Δημιουργώ σαν να μην πρόκειται να με δει κανένας, ποτέ».
Στην επικείμενη παράστασή της η πρόκληση αρχίζει από τον τεράστιο τίτλο; Ή μήπως η ουσία; «Θα έλεγα κυρίως η ουσία. Φυσικά και πρόκληση, με την έννοια της πρόσκλησης. Ο τίτλος πάντως θέλει να υποστηρίξει το έργο. Το έργο είναι ακριβώς ο τίτλος του. Ο τίτλος είναι αυτό ακριβώς που συμβαίνει στο έργο. Καθόμαστε σε έναν καναπέ, συζητάμε όλα τα ανούσια της καθημερινότητας, ενώ το μέσα μας βράζει, πονάει, τρελαίνεται και συνεχώς αποφεύγει αυτό να το εκφράσει».

Μιλάτε ουσιωδώς για τα – καθημερινά – ανούσια;
Μιλάμε για τα ανούσια με τρομερό ενδιαφέρον, όπως κάνουμε και στη ζωή μας. Οταν συζητάμε για μια συνταγή μαγειρικής, εκείνη την ώρα έχει για μας μεγάλη σημασία. Μεγάλο μέρος του έργου αποτελείται από μία «ντοκιμαντερίστικη» καταγραφή της πραγματικότητας. Η εμμονική αυτή καταγραφή αποκαλύπτει με το πέρασμα της ώρας τη ματαιότητα και όσων λέγονται και όσων δεν λέγονται. Είμαστε όλοι εγκλωβισμένοι μέσα στη ματαιότητα της ύπαρξής μας. Στο γεγονός ότι θα πεθάνουμε και είτε ασχολούμαστε «σοβαρά» με το γεγονός αυτό είτε συνεχώς το αποφεύγουμε, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Θα πεθάνουμε και τίποτα πια δεν θα έχει σημασία. Ούτε ο πόνος μας, ούτε η χαρά μας, ούτε η ελπίδα μας, ούτε τα όνειρά μας. Το έργο είναι πολύ απελπισμένο, όπως κι εγώ, και αναπνέει μόνο μέσα από την κωμωδία, όπως κι εγώ.

Μπορούν τόσα ανούσια να αποδώσουν ουσία;
Για μένα δεν υπάρχει καμία ουσία ούτε στη ζωή, ούτε στην τέχνη. Η μόνη ουσία που υπάρχει είναι το γεγονός ότι νομίζουμε ότι έχουν ουσία όλα αυτά. Η στιγμιαία ψευδαίσθηση.  
Η επαφή της με το κοινό τής έχει δείξει «ότι με κάποιους μοιάζω και με κάποιους άλλους καθόλου. Αυτοί με τους οποίους δεν μοιάζω, δεν με ενδιαφέρουν κιόλας. Οπως δεν τους ενδιαφέρω κι εγώ. Από τους άλλους όμως, έχω πάρει πολλή δύναμη για να συνεχίζω». Στον «Αθανάσιο Διάκο» βρήκε αρκετούς επικριτές. «Είναι ωραία αίσθηση να μην αρέσεις σε όλους» λέει. «Να τελειώνει μία παράσταση και κάποιοι να νιώθουν άβολα ή να μην ξέρουν τι να κάνουν. Σημαίνει ότι δεν πήραν αυτό που περίμεναν, σημαίνει ότι για κάτι δεν ήταν προετοιμασμένοι. Οταν κάτι είναι κοινώς αποδεκτό και όλοι φεύγουν ευχαριστημένοι, εμένα προσωπικά μου φαίνεται στενάχωρο».
Απέναντι στην επικείμενη «Λυσιστράτη» δηλώνει πολύ ανοιχτή για τα πάντα – σε συμφωνία με τον σκηνοθέτη. «Εγώ είμαι έτοιμη για όλα, θα ξεφορτώσω ό,τι έχω και δεν έχω στις πρόβες, θα προτείνω όσο μπορώ, με ό,τι δυνατότητες έχω, αλλά από ‘κεί και πέρα πρέπει μαζί με τον Μαρμαρινό να πορευτούμε. Να βρούμε κοινό στόχο».

Τι είναι για σας η Λυσιστράτη και τι σημαντικό πιστεύετε ότι φέρνει ώς τις μέρες μας;
Το σημαντικό που έχει για μένα ο Αριστοφάνης είναι αυτή η ακρότητα που έχουν τα θέματά του και η μαχαιριά που ρίχνει εξαρχής. Η Λυσιστράτη λέει τέρμα το σεξ, για να πετύχει το τέλος του πολέμου. Αυτό δεν είναι αστείο. Για να κερδηθεί κάτι πρέπει να πληρωθεί. Πρέπει να θυσιάσεις κάτι πολύτιμο για να πετύχεις κάτι εξίσου πολύτιμο. Οι επαναστάσεις δεν πετυχαίνουν εάν δεν είσαι έτοιμος να χάσεις τη βολή σου. Επίσης, το γεγονός ότι ο Αριστοφάνης εξισώνει τον έρωτα με τον πόλεμο είναι μια βαθιά φιλοσοφική θέση. Και μια βαθιά, αιώνια αλήθεια.

Περισσότερο απ’ όλα σας ενδιαφέρει να μιλάτε μέσα από το θέατρο; Ή να μιλάτε για το σήμερα;
Το σήμερα δεν με ενδιαφέρει ως επικαιρότητα ή ως δημοσιογραφία. Θέλω μέσα από το θέατρο ή μέσα από το γράψιμο να μιλάω για τον εαυτό μου, ο οποίος τυχαίνει να ζει στο σήμερα. Μια σημερινή πολιτική ή κοινωνική κατάσταση δεν διαφέρει πολύ από μια παλιότερη. Δεν συμβαίνει για πρώτη φορά στην Ιστορία να χρεοκοπεί μια χώρα. Δεν συμβαίνει για πρώτη φορά να καταρρέουν ιδεολογίες και πολιτικά συστήματα. Ούτε συμβαίνει για πρώτη φορά η διαφθορά, ούτε το έγκλημα κατά των ανήμπορων με σκοπό το κέρδος κάποιων ισχυρών. Αυτή η ανθρώπινη κατάντια είναι διαχρονική και έχουν ασχοληθεί μαζί της οι συγγραφείς από τους αρχαίους μέχρι τον Σαίξπηρ και τη Σάρα Κέιν. Πάντα επίκεντρο σε κάθε εποχή είναι η ανθρώπινη δύναμη και αδυναμία. Αυτό το πονεμένο κατασκεύασμα που ονομάζεται ανθρώπινη ύπαρξη. Με αυτό ασχολούμαι κι εγώ, γι’ αυτό μιλάω, πάνω απ’ όλα για να καταλάβω εγώ κάτι από όλο αυτό το ακατανόητο πράγμα. Αναγκαστικά γράφοντας σε μια συγκεκριμένη χώρα, σε μια συγκεκριμένη εποχή, θα καταγραφεί και το τοπίο μέσα στο οποίο ζεις. Αμα κάτι είναι προσωπικό, σίγουρα θα είναι και πολιτικό, δεν νομίζω ότι χρειάζεται να το επιδιώκεις. Προσωπικά προτιμώ να γράφω για τον έρωτα, παρά για το Προσφυγικό.

Τελικά, τι είναι για σας αυτό που λέμε σήμερα θεατρικά και κοινωνικά;
Αυτό που υποθέτω ότι ήταν πάντα. Η κοινωνία είναι μια άθλια κοινωνία, αποτελούμενη από άθλιους πολιτικούς και άθλιους ψηφοφόρους, όπου κάτι φωτεινές εξαιρέσεις ή κάποιες ιδιωτικές πρωτοβουλίες ικανών ανθρώπων κάνουν τη διαφορά. Το θέατρο θεσμικά είναι ο καθρέφτης όλης αυτής της αθλιότητας, όπου μέσα του πάντα λάμπουν και θα λάμπουν επίσης κάποιες φωτεινές εξαιρέσεις οι οποίες, χωρίς κανένα πλαίσιο, χωρίς την ανάγκη καμίας πολιτικής, ίσα ίσα πολεμώντας με την ύπαρξή τους τα πλαίσια και τα κατεστημένα, εξυψώνουν το θέατρο σε κάτι μαγικό και μεγαλειώδες. Αυτοί νομίζω προχωράνε πάντα τα πράγματα μπροστά. Οι ανήσυχοι, ανυπόταχτοι, μοναχικοί.

Ποια φράση από την παράστασή σας θα διαλέγατε για τον θεατή τού σήμερα;
Είναι κάτι που λέω εγώ προς το τέλος, την ώρα που παραγγέλνουμε μια πίτσα: «Εγώ θέλω μία Κόκα Κόλα. Zero. Γιατί είμαι μηδενίστρια».

INFO
«Μια μέρα, όπως κάθε μέρα, σε ένα διαμέρισμα από τα χιλιάδες διαμερίσματα της Αθήνας, αυτά με τα κουφώματα ασφαλείας και τους βολικούς καναπέδες τους, σε κατάσταση αμόκ. 
Ή η ανουσιότητα του να ζεις», 
από σήμερα στο Μικρό Παλλάς 
(Αμερικής 2, για εισιτήρια στο τηλ.  
211-1000365 και στο www.ticket365.gr)

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από