Η ιστορία ξεκινά με έναν θρίαμβο. Τη νίκη του ΠΑΣΟΚ τον Οκτώβριο του 2009. Κι ύστερα έρχονται οι θύελλες. Στην έκτη επέτειο του Καστελλόριζου ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου δημοσιεύει τον δικό του απολογισμό για την περίοδο που ήταν υπουργός – περίοδο η οποία συνιστά τομή στη μεταπολιτευτική ιστορία. «ΤΑ ΝΕΑ» διάβασαν το βιβλίο του πρώην υπουργού Οικονομικών που κυκλοφορεί το Σάββατο στα βιβλιοπωλεία. Και δημοσιεύουν στις επόμενες σελίδες δύο αποσπάσματα που θα συζητηθούν. Το πρώτο περιγράφει λεπτό προς λεπτό τις επαφές και τις εσωτερικές συνομιλίες της κυβέρνησης πριν από το διάγγελμα Παπανδρέου στο Καστελλόριζο – την αφετηρία της μνημονιακής οδύσσειας. Και το δεύτερο, πολύ μεταγενέστερο, αφηγείται την περίοδο της Προανακριτικής για τη λίστα Λαγκάρντ, οπότε ο Παπακωνσταντίνου αποκαλύπτει τι άκουσε στα ιδιωτικά ραντεβού με τους πολιτικούς του διώκτες.

Είναι δύσκολο να ταξινομήσει κανείς το «Game Over» του Γιώργου Παπακωνσταντίνου. Μοιάζει με πολιτικό ημερολόγιο, γιατί διατρέχει όλη την πολιτεία του πρώην υπουργού στις κυβερνήσεις Παπανδρέου, αλλά δεν είναι. Δεν είναι γιατί επεκτείνεται σε μια ανάλυση της ελληνικής κρίσης που υπερβαίνει τα απομνημονεύματα του συγγραφέα του.

Εχει στοιχεία οικονομικής ανάλυσης. Στοιχεία που εξηγούν, ας πούμε, γιατί η χώρα είχε εκτροχιαστεί δημοσιονομικά, γιατί αναγκάστηκε να «δεθεί» με τη μεγαλύτερη δανειακή σύμβαση στην Ιστορία. Αλλά δεν είναι ούτε ένα βιβλίο οικονομικό. Η αφήγηση δεν διακόπτεται από πίνακες ή διαγράμματα. Οι αριθμοί περιορίζονται στα απολύτως απαραίτητα.
Είναι κάπως σαν αυτοβιογραφία. Ο Παπακωνσταντίνου περιγράφει ιδιωτικές του στιγμές. Στιγμές με την οικογένειά του. Μοιράζεται τα συναισθήματά του. Γράφει σε πρώτο πρόσωπο. Οχι όμως σε βαθμό που να αλλοιώνει τον πολιτικό χαρακτήρα του βιβλίου. Οχι σε βαθμό που να υπονομεύει την πολιτική του στόχευση.
Σαν τον Εμφύλιο
Η στόχευση αυτή ομολογείται ήδη από τον φιλόδοξο υπότιτλο - «Η αλήθεια για την κρίση». Και εξηγείται από τον πρόλογο, στον οποίο το εγχείρημα αυτοσυστήνεται ως απόπειρα να «αποτιμηθεί νηφάλια μια τραυματική ιστορική περίοδος». Απόπειρα που χαρακτηρίζεται από τον ίδιο τον Παπακωνσταντίνου ως ριψοκίνδυνη, αφού αναλαμβάνεται «σε μια χώρα όπου ακόμα δεν έχουμε συμφωνήσει σε μια κοινά αποδεκτή ερμηνεία για ιστορικά γεγονότα όπως ο Εμφύλιος ή άλλες μεγάλες εθνικές καταστροφές».
Ο Παπακωνσταντίνου άρχισε να γράφει το βιβλίο αυτό μετά τις εκλογές του 2012. Ο ίδιος ήταν ήδη εκτός Βουλής. Στις κάλπες είχαν ήδη νομιμοποιηθεί ώς έναν βαθμό οι δυνάμεις που βασίζονταν στο αντιμνημονιακό κατηγορητήριο. Η πρόθεση του «υπουργού του Μνημονίου» ήταν τότε να συντάξει ένα πόνημα που θα καθάριζε την ιστορία από τα μπάζα του λαϊκισμού και της συνωμοσιολογίας.
Αρχισε να γράφει το βιβλίο στα αγγλικά. Ο ίδιος λέει ότι η ξένη γλώσσα τον βοηθούσε να πάρει απόσταση από τα πράγματα. Να αποφύγει το φορτίο που είχαν ορισμένες λέξεις στα ελληνικά. Αναγκάστηκε να διακόψει τη συγγραφή στο τέλος του 2012, όταν ξέσπασε ο θόρυβος για τη λίστα Λαγκάρντ που έμελλε να απορροφήσει όλη την προσοχή του για τον επόμενο χρόνο.
Μέχρι τότε είχε προλάβει να συντάξει τον κορμό του αφηγήματος που έμεινε σε γενικές γραμμές ίδιος και στην τελική γραφή στα ελληνικά. Εκεί απαντώνται μία προς μία όλες οι κατηγορίες που προσάπτονται στη διακυβέρνηση Παπανδρέου - αλλά και στον ίδιο τον Παπακωνσταντίνου προσωπικά. Για το «λεφτά υπάρχουν» και το τι πραγματικά γνώριζε για το έλλειμμα η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ πριν από τις εκλογές. Για τη δήλωση του πρώην υπουργού Οικονομικών περί «Τιτανικού». Για το αν μπορούσε να αποφευχθεί το Μνημόνιο ή, έστω, η συμμετοχή του ΔΝΤ. Για τους λόγους για τους οποίους δεν τέθηκε από την αρχή το ζήτημα της αναδιάρθρωσης του χρέους. Για το πώς τελικώς πρέπει να επιμεριστούν οι ευθύνες μεταξύ της νεοκαραμανλικής και της νεοπαπανδρεϊκής διακυβέρνησης.
Εμπρηστές και πυροσβέστες
Το «Game Over» ξεκινά από αυτό το τελευταίο. Η εκδοχή του Παπακωνσταντίνου συνοψίζεται σε μία μεταφορά που είχε χρησιμοποιηθεί και το 2010, στο ξέσπασμα της κρίσης. Οι εμπρηστές είχαν φθάσει να κατηγορούν τους πυροσβέστες. «Εμπρηστές» ήταν, σύμφωνα με την αφήγηση, οι αυτουργοί του δημοσιονομικού «κραχ» και του μαγειρέματος των στατιστικών στοιχείων, που καταρράκωσε την αξιοπιστία της χώρας έναντι των εταίρων και των αγορών: η κυβέρνηση Καραμανλή. «Πυροσβέστες» ήταν η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ που ανέλαβε να σώσει τη χώρα από τον θανάσιμο κίνδυνο που είχαν προκαλέσει οι προηγούμενοι.
Ο Παπακωνσταντίνου περιγράφει καταλεπτώς πώς από την πρώτη ημέρα που ανέλαβε άρχισε να ανακαλύπτει σκελετούς - δαπάνες εκατομμυρίων που δεν είχαν εγγραφεί καν στον προϋπολογισμό, όπως τα χρέη των νοσοκομείων, τα χρέη των δημόσιων επιχειρήσεων, οι ετήσιες κρατικές επιχορηγήσεις σε ασφαλιστικά ταμεία των ΔΕΚΟ. Κάθε ημέρα η τρύπα μεγάλωνε. Ταυτόχρονα, περιγράφει τις συμπληγάδες από τις οποίες κλήθηκε να περάσει τότε η κυβέρνηση. Από τη μια ήταν μια ευρωζώνη ανέτοιμη να αντιμετωπίσει αδυναμία δανεισμού ενός μέλους της. Από την άλλη ήταν ένα ελληνικό πολιτικό σύστημα επιεικώς ανώριμο να αντιμετωπίσει το τέλος της δανειζομένης δημοκρατίας.
Σύμφωνα με ένα άλλο αλληγορικό σχήμα - ένα από τα πολλά που υπάρχουν στο βιβλίο -, η μουσική είχε πάψει. Η κυβέρνηση Παπανδρέου βρισκόταν στη δυσάρεστη θέση να ανακοινώσει ότι το πάρτι έπρεπε να σχολάσει.


Οι πρωταγωνιστές
Από τις σελίδες του «Game Over» παρελαύνουν όλοι οι ξένοι παίκτες που επηρέασαν την ελληνική κρίση. Και για όλους υπάρχει ένα μίνι ψυχογράφημα. Από τον συνήθως οργίλο Τρισέ και την ειλικρινή Μέρκελ έως τον εκρηκτικό Σαρκοζί και τον εγκάρδιο Ομπάμα. Εκτός από τον ρόλο τους στην ελληνική κρίση, φωτίζεται κάπως και το ύφος τους, ο τρόπος με τον οποίον χειρίστηκαν το ελληνικό πρόβλημα πίσω από κλειστές πόρτες.
Αντιθέτως, οι έλληνες πρωταγωνιστές - οι κεφαλές του κραταιού ακόμα ΠΑΣΟΚ που άσκησαν επιρροή στις πρώτες «πυροσβεστικές» απόπειρες και αργότερα στη (μη) εφαρμογή του Μνημονίου - δεν παίρνουν πολύ χρόνο επί σκηνής. Εξαίρεση είναι βέβαια ο Γιώργος Παπανδρέου, που μνημονεύεται διαρκώς ως σημείο αναφοράς και σχεδόν πάντα θετικά, ως ο πρωθυπουργός που πήρε τις δύσκολες αποφάσεις χωρίς να υπολογίζει το πολιτικό κόστος. Στις 430 σελίδες του βιβλίου θα βρει κανείς μόνο μία κριτική αναφορά και πάλι πολύ ήπια - στην παρατήρηση ότι ο ΓΑΠ «δεν ήταν ακόμη έτοιμος να κάνει την αναγκαία ρήξη με μερικές από τις ιερές αγελάδες του ΠΑΣΟΚ». Και έναν καβγά, που οδήγησε τον Παπακωνσταντίνου να θέσει την παραίτησή του στη διάθεση του πρωθυπουργού, χωρίς να γίνει αποδεκτή.
Κατά τα άλλα, ο αφηγητής αποφεύγει τις επικριτικές αναφορές όχι μόνο στον πολιτικό του προϊστάμενο αλλά και στους συναδέλφους υπουργούς και βουλευτές - παρότι ορισμένοι από αυτούς εκείνη την εποχή είχαν πρωτοστατήσει σε δημόσια, αντιμνημονιακή αντιπολίτευση, βάζοντας πολλές φορές τον ίδιο τον υπουργό Οικονομικών στο στόχαστρο.
Θα περίμενε ίσως κανείς ότι ένα πολιτικό πρόσωπο που έχει διασχίσει την έρημο και έχει περάσει στην άλλη πλευρά θα είχε το περιθώριο για πιο ωμή κριτική. Θα περίμενε ότι θα είχε την άνεση να φωτίσει τον εσωτερικό διχασμό και τις παλινωδίες, οι οποίες γέμιζαν τότε τις στήλες των εφημερίδων. Ομως, το βιβλίο φιλοδοξεί να αποκαταστήσει την πληγωμένη τιμή εκείνης της κυβέρνησης, που σύμφωνα με τον συγγραφέα της ανταποκρίθηκε στην ιστορική πρόκληση και ας λοιδορήθηκε λυσσαλέα στη συνέχεια. Μια τέτοια προσπάθεια ιστορικής δικαίωσης θα υπονομευόταν αν ο βασικός υπουργός αναδείκνυε περισσότερο τις οικείες αδυναμίες.
Οι περιγραφές των διαφωνιών δεν λείπουν εντελώς, αλλά κατά κανόνα ο αφηγητής προστατεύει τους πρωταγωνιστές διά της ανωνυμίας. Ηχηρή εξαίρεση είναι ο διάδοχός του στο υπουργείο Οικονομικών, για τον οποίο η κριτική είναι ανηλεής.
Ζαγοροχώρια και Μπίλντερμπεργκ
Πίσω από το ιστορικό δράμα πάντως ακούγεται ο παλμός της κανονικής ζωής. Η αφήγηση οικογενειακών διακοπών στα Ζαγοροχώρια και στο Αμστερνταμ. Το γεύμα στο περιθώριο της λέσχης Μπίλντερμπεργκ, όπου ο υπουργός Οικονομικών βρέθηκε να συντρώγει στο ίδιο τραπέζι με δύο βασίλισσες. Η απόγνωση του υπουργού το βράδυ μετά την ψήφιση του Μνημονίου, όταν έπρεπε να εξηγήσει στα παιδιά του γιατί είχαν καεί τρεις άνθρωποι στη Μαρφίν.
Παράλληλα αποκαλύπτονται και μικρές ψηφίδες του μωσαϊκού της περιόδου που τότε είχαν περάσει κάτω από το ραντάρ της δημοσιότητας -όπως ένα γεύμα στο Πεντελικόν με ανθρώπους της «επάρατης» Goldman Sachs και μια μάλλον υστερόβουλη επίθεση φιλίας που είχε επιχειρήσει τούρκος υπουργός προς την Αθήνα κατά τους πρώτους μήνες της κρίσης.
Ολες αυτές οι μικροπολιτικές λεπτομέρειες, τα άγνωστα ραντεβού και οι ιδιωτικές στιχομυθίες, μοιάζουν στο τέλος της ανάγνωσης σαν γαρνιτούρα. Σαν το δέλεαρ του Παπακωνσταντίνου προκειμένου να καταστήσει πιο προσιτό το πολιτικό του μήνυμα. Το μήνυμα ότι το Μνημόνιο όχι μόνο ήταν αναπόφευκτο, αλλά ήταν εν τέλει «το πρώτο πλήρες επιχειρησιακό σχέδιο» που είχε στη διάθεσή του το ελληνικό κράτος από την ίδρυσή του.
Ο άλλος τρόπος είναι να δει κανείς το βιβλίο σαν μαρτυρία ενός νέου πολιτικού που μπήκε στην κρεατομηχανή της κρίσης και τελεί ακόμη υπό συνθήκες de facto εξοστρακισμού. Στην υπόθεση που τον στιγμάτισε και τον οδήγησε μέχρι το εδώλιο του Ειδικού Δικαστηρίου ο Παπακωνσταντίνου αφιερώνει τα δύο τελευταία κεφάλαια του βιβλίου του. Η πρόθεσή του φαίνεται ότι ήταν να μην αφήσει την υπόθεση της λίστας Λαγκάρντ να επισκιάσει το υπόλοιπο πόνημα. Κι ωστόσο οι σελίδες στις οποίες ο πολιτικός απολογισμός εκτρέπεται σε δικαστικό και υπαρξιακό θρίλερ είναι από τις πιο ηλεκτρισμένες.
Γιώργο, χάσαμε
Τα βιβλία των πολιτικών είναι συνήθως ιστορίες επικράτησης και αυτοδικαίωσης. Το «Game Over» είναι η εξιστόρηση μιας ομολογημένης ήττας. Ο συγγραφέας του λέει ότι νιώθει τυχερός που τα πράγματα τον ανάγκασαν να διακόψει τη συγγραφή και να αναβάλλει την έκδοση. Νιώθει τυχερός που μπόρεσε να ολοκληρώσει το βιβλίο αφότου είχε δοκιμαστεί το πείραμα ΣΥΡΙΖΑ - το πείραμα που επιβεβαίωσε την άποψη ότι δεν υπήρχε άλλη βιώσιμη λύση στο ελληνικό πρόβλημα από εκείνη που ακολούθησε αρχικά η κυβέρνηση Παπανδρέου.
Κι όμως. Ο Παπακωνσταντίνου δεν αισθάνεται νικητής. Το αντίθετο. Υποδέχεται τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ τον Ιανουάριο του 2015 ως εξής: «Είχαμε ηττηθεί. Οι ιδέες μας, η κοσμοθεωρία μας, όλα όσα είχαμε πιστέψει, όλα αυτά για τα οποία είχαμε αγωνιστεί, είχαν πλήρως απορριφθεί».
Ακόμη και τώρα, έξι χρόνια μετά, ο «υπουργός του Μνημονίου» δείχνει να έχει επίγνωση ότι η δική του πεποίθηση πως βρέθηκε στη σωστή πλευρά της Ιστορίας δεν είναι πλειοψηφική. Οτι η εκδοχή της νεοκαραμανλικής ΝΔ, που αποτάσσεται κάθε ευθύνη για την οικονομική κατάρρευση της χώρας, σε συγχορδία με το ρεπερτόριο του ΣΥΡΙΖΑ, που βασίστηκε στον ισχυρισμό ότι το Μνημόνιο έφερε την κρίση και όχι το αντίστροφο, είναι το δίδυμο αφήγημα που τελικώς επικράτησε στην κοινή γνώμη. Είναι το αφήγημα που προσπαθεί να αποδομήσει το «Game Over» - χωρίς όμως υψηλές προσδοκίες. Με την απεγνωσμένη συνειδητοποίηση του συγγραφέα που στον επίλογο, λίγο πριν από την κατακλείδα, ομολογεί: «Εχω κουραστεί να χάνω έχοντας δώσει τη σωστή μάχη». Είναι μια κόπωση μάλλον πρόωρη, αν αναλογιστεί κανείς ότι η Ιστορία δεν έχει γράψει ακόμη τον επίλογο της ελληνικής περιπέτειας.
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από