Η ευειδής Αλεξάνδρα έχει επιλέξει να μείνει συνεπής σε ό,τι της δίδαξε η μητέρα της και σε ό,τι υπαγορεύει η ετυμολογία του ονόματός της: να διώχνει τους άνδρες. Το μίσος της γι' αυτούς συνοψίζεται στην αντίληψη ότι το μόνο που τους ενδιαφέρει στις γυναίκες είναι να τις εκμεταλλευθούν με κάθε τρόπο. Αντίληψη βιωματικά επαληθευμένη στις περιπτώσεις του μέθυσου πατέρα της και του καιροσκόπου αδελφού της. Ολα θα αλλάξουν όταν στη ζωή της θα εισβάλει ο οκτώ χρόνια νεότερός της Πέτρος προκαλώντας την αιφνίδια ερωτική της αφύπνιση. Θα τη διαψεύσει, ωστόσο, με τρόπο που η ίδια εκλαμβάνει ως προδοσία. Η ερωτικά προδομένη γυναίκα ορκίζεται εκδίκηση για την αποκατάσταση μιας ηθικής τάξης που ως μοιραία ηρωίδα έχει ορίσει με βάση τις προσωπικές της εμμονές, τα φοβικά της πάθη και τις μονότροπες αντιλήψεις της.
Η αφήγηση ως λύτρωση
Στο νέο μυθιστόρημα του Ανδρέα Μήτσου συναντά κανείς γνώριμα θεματικά στοιχεία του έργου του: ερωτική απώλεια, πάθος για εκδίκηση, λυτρωτικούς φόνους, ταραχώδεις επισκέψεις της μνήμης, όψιμες ερωτικές εμπειρίες ευάλωτων ανθρώπων. Πρόκειται για μια χειμαρρώδη απολογία στην οποία η Αλεξάνδρα ξετυλίγει το χρονικό της εκπλήρωσης του εκδικητικού της μένους. Η νευρώδης «ημερολογιακή» γραφή («τρέχουν τα γεγονότα μέσα μου», σ. 129), με ακανόνιστη χρονική διάταξη («πότε πάω μπροστά (...) πότε γυρίζω πίσω», σ. 129), όσο εξελίσσεται λειτουργεί ως λυτρωτική κάθαρση που την απελευθερώνει και την εμψυχώνει στην υλοποίηση της απόφασής της να πάρει εκδίκηση αίροντας αναστολές και αδιέξοδα. Οσο αφηγείται τα γεγονότα που έζησε, τα ξαναζεί από την αρχή και τα βάζει σε τάξη. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, στήνεται και ένα ύπουλο παιχνίδι ανάμεσα στην ίδια και στα γραφόμενά της. Θαρρείς και κάποια υπέρτερη δύναμη της μοιράζει εμπαικτικά και με τη σειρά που αυτή θέλει τα τραπουλόχαρτα μιας αφήγησης που μπορεί να την παγιδεύσει (σ. 105-6). Η ηρωίδα, ωστόσο, δηλώνει με τόλμη ότι θα βάλει σε τάξη τις σκόρπιες εικόνες της ζωής της μόνο όπως αυτή νομίζει.
Ο πίνακας του Κοντσαλόφσκι
Η λεπτομέρεια του ζωγραφικού πίνακα του Κοντσαλόφσκι με τον καλόγερο Βησσαρίωνα που εξετάζει με την άκρη του ματιού του την κοφτερή φαλτσέτα είναι το αφηγηματικό εύρημα γύρω από το οποίο συμπλέκονται αριστοτεχνικά η προϊστορία των προσώπων της διήγησης και το οικογενειακό ιστορικό της Αλεξάνδρας. Η ηρωίδα συνταυτίζεται υπαρξιακά και οργανικά με το οικογενειακό κειμήλιο, τον πίνακα-σύμβολο της λεπτής ευαισθησίας της που θέλει να προστατεύσει από τις ληστρικές διαθέσεις των άλλων. Βεβήλωση του πίνακα σημαίνει βεβήλωση της ψυχής της. Οποιος κλέψει τον πίνακα έχει λεηλατήσει την ίδια. Δικαστής είναι τότε μόνον η εκδικητική φαλτσέτα: «Τρέχω για να προλάβω να πάρω το αίμα μου πίσω. Για να πάρω τον πίνακα που μου ανήκει» (σ. 131). Είτε δει κανείς τον πίνακα ως ύστερο πρόσχημα της πράξης της Αλεξάνδρας είτε ως αξιακό σύμβολο ταυτότητας της ηρωίδας που «αιτιολογεί» την πράξη της, αυτό δεν επηρεάζει σε τίποτα την αξονική ιδέα που διατρέχει το μυθιστόρημα: το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα δικαιώνεται μόνο στην κρίση εκείνων που διαθέτουν εκλεκτικά κριτήρια. Οι ανάξιες κρίσεις δρουν αλλοτριωτικά. Ο όρος ύπαρξης του καλλιτεχνικού έργου δεν είναι άλλος από την αναγκαία συνομιλία πομπού και δεκτικού αναγνώστη. Η αγχωτική εξομολογητική γραφή της ηρωίδας γίνεται ακόμα πιο άμεση και πειστική όταν την ακούμε να επικαλείται τη βοήθεια του αναγνώστη, πράξη που παραπέμπει στην αναγνώριση του δυναμικού ρόλου της ανάγνωσης (θεωρία της αναγνωστικής ανταπόκρισης, Iser) που θέλει τον αναγνώστη ενεργητικό συνδιαμορφωτή του νοήματος αφήνοντας ανοιχτό το πεδίο των εκδοχών για τα γενόμενα: «Ζητώ τη βοήθεια όποιου με διαβάζει. Και θέλω να βγάλει εκείνος τις αποφάσεις (...) Θέλω να την πάρει ετούτη την ιστορία πάνω του. Να την κάνει δική του...» (σ. 131). Η προσωνυμία της «Φόνισσα» δεν αποκλείεται να εμφανίζει και μιας μορφής συμβολική αναλογία προς τη «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη στη βάση της κοινής ιδέας ότι διαχρονικά οι γυναίκες είναι θύματα των επίβουλων και εκμεταλλευτικών διαθέσεων των ανδρών, του άμεσου περιβάλλοντός τους και συνολικά της κοινωνίας.

Η οργή της περιφρονημένης γυναίκας
Εργαλεία φόνου με ιστορίες έρωτα και προδοσίας
Ο Γουίλιαμ Κόνγκριβ έχει γράψει ότι ούτε οι ουρανοί έχουν γνωρίσει μεγαλύτερη μανία από την αγάπη που μετατράπηκε σε μίσος ούτε η κόλαση έχει γνωρίσει οργή παρόμοια με αυτήν της περιφρονημένης γυναίκας. Η Αλεξάνδρα συνιστά διεξοδική αισθητοποίηση της αλήθειας αυτής και συνάμα εγχείρημα ψυχογραφικής κατάδυσης στους αδιερεύνητους μυχούς του γυναικείου κόσμου. Παράλληλα, αναδύονται παλιοί τραυματικοί έρωτες και αποκρυπτογραφούνται συλλεκτικά εργαλεία φόνου και αυτοχειρίας που κουβαλούν το καθένα τη δική του ιστορία έρωτα και προδοσίας. Παιδικά τραύματα εξηγούν αναδρομικά τωρινές συμπεριφορές. Η λογοτεχνία αποδεικνύεται τραγούδι των Σειρήνων που κάνει ανθρώπους σαν τον Πέτρο να αρχίσουν να βλέπουν τη ζωή τους μέσα από τη ζωή των μυθιστορηματικών ηρώων. Το ερωτικό αίσθημα περιγράφεται μεταπτωτικά, από την άμυνα στην ενδοτικότητα και από την ευδαιμονία στην αυτοκαταστροφή. Οι άνθρωποι δοκιμάζονται ανάμεσα στη φωνή της λογικής και στην όψιμα αφυπνισμένη σάρκα για να καταλήξουν προδομένοι από το κορμί τους που, καθώς δεν αγαπήθηκε, εξεγείρεται και εκδικείται. Οι άνθρωποι τραυματίζονται από το αμφίστομο μαχαίρι της αγάπης και του μίσους, από την ερωτική μνήμη που σωματοποιείται και στοιχειώνει συνωμοτικά και ανεξέλεγκτα την ύπαρξη: «Η απρόβλεπτη μυρωδιά του άλλου πάνω σου είναι το πιο επικίνδυνο πράγμα». 
Το νέο μυθιστόρημα του Ανδρέα Μήτσου αναδεικνύει μια σημαίνουσα πτυχή της αρχαίας τραγωδίας: την αλήθεια ότι και οι δύο αντίδικες πλευρές έχουν δίκιο. Στην περίπτωσή μας και οι δύο νάρκισσοι: και ο Πέτρος που αποζητά ψευδαισθητικά τη ζωή στη λογοτεχνική μυθοπλασία αλλά και η Αλεξάνδρα που αξίωσε να αγαπηθεί με τους δικούς της όρους ύστερα από μια ισόβια σχεδόν ερωτική ανυδρία. Αφοπλιστική η αναφορά στο οπισθόφυλλο του βιβλίου: «Η Αλεξάνδρα, καθηγήτρια Αγγλικών, θα δολοφονήσει άγρια έναν παλιό μαθητή της, και θα ‘χει χίλια δίκια».

Ανδρέας Μήτσου
Η Αλεξάνδρα
Εκδ. Καστανιώτη
Σελ. 256
Τιμή: 14,84 ευρώ