Eνα βιβλίο για την (επινοημένη) ανθρώπινη ταυτότητα, τον γάμο, το τι σημαίνει να είσαι γονιός. Eνας πατέρας απάγει την εξάχρονη κόρη του για να περάσει λίγο περισσότερο χρόνο μαζί της. Πότε ακριβώς στραβώνουν όλα; Και γιατί τα χειρότερα πράγματα γίνονται, πάντοτε, με τις καλύτερες προθέσεις;

Τα σύγχρονα μυθιστορήματα είναι γεμάτα αντιήρωες. Aλλωστε, αυτοί έχουν το ζουμί. Οι ατέλειες, οι πληγές και τα τραύματά τους τους κάνουν αξιανάγνωστους και τους εμφυσούν ζωή.

Η συγγραφέας αξιοποιεί για τη μυθοπλασία της ένα πραγματικό περιστατικό: ο Κλαρκ Ροκφέλερ, ένας Γερμανός που παρίστανε τον Αμερικανό, δημιουργώντας την εντύπωση ότι σχετιζόταν με τη διάσημη πάμπλουτη οικογένεια, απήγαγε την κόρη του, όταν αυτή ήταν επτά ετών. Η Γκέιτζ δεν έψαξε περαιτέρω την υπόθεση. Της αρκούσε η είδηση, αυτή πρόσφερε συγγραφικά καύσιμα.
Στο μυθιστόρημά της η συγγραφέας προσπάθησε να αξιοποιήσει στοιχεία αυτοβιογραφίας: η μάνα της ήταν μια γυναίκα από τη Λετονία, που προσπάθησε να ζήσει το αμερικανικό όνειρο, όμως ένιωθε πάντα ξένη στις ΗΠΑ. Την πρόδιδε η προφορά της. Η Γκέιτζ πάλεψε συγγραφικά τρία χρόνια με τα βιώματα της μητέρας της. Ομως η βιωμένη αλήθεια δεν εγγυάται μυθιστορηματική αληθοφάνεια. Οσο έγραφε, τόσο καταλάβαινε ότι το βιβλίο γινόταν ανούσιο και βαρετό. Ενα από αυτά που και η ίδια θα παρατούσε στην άκρη ως αναγνώστρια. Ετσι, λοιπόν, αξιοποίησε το ορυκτό βιωματικό υλικό, αλλάζοντας οπτική και αφηγηματική φωνή. Τώρα μιλούσε ένας άνδρας. Ενας Ανατολικογερμανός, ονόματι Ερικ Σρόντερ, που εγκαταλείπει όλα όσα τον δένουν με την πραγματική του ζωή και επινοεί την ταυτότητά του, όταν υπογράφει με άλλο όνομα, για να γίνει δεκτός σε μια αμερικανική κατασκήνωση εφήβων. Γίνεται ένας Κένεντι. Ποτέ δεν παρουσιάζεται ως συγγενής της διάσημης οικογένειας, όμως χαμογελάει με πολλά υπονοούμενα, όταν οι άλλοι τον συνδέουν με αυτή. Στο κάτω κάτω, ας σκεφτούν ό,τι θέλουν. Και όταν η κόρη του τον ρωτά για τη ζωή του, δεν διστάζει να παραλλάξει το προοίμιο της «Οδύσσειας»: ζητάει από τη μούσα να τραγουδήσει για τον πολυμήχανο εαυτό του, που περιπλανήθηκε πολύ, αφού κατέκτησε την Τροία της Νέας Υόρκης.
Με την πλαστή του ταυτότητα, ο Σρόντερ σπουδάζει, βρίσκει δουλειά, ερωτεύεται, παντρεύεται, κάνει παιδί. Τη Μέντοουζ. Κι όταν η γυναίκα του, μια Αμερικανίδα «που ήταν τόσο έξυπνη, που χρειαζόταν ένα μεταπτυχιακό για να δαμάσει το μυαλό της», αρχίζει να εξελίσσεται επαγγελματικά, τη στιγμή που η δική του καριέρα πάει στον διάολο, μένει στο σπίτι να μεγαλώσει το παιδί.
Πότε στράβωσαν όλα; Πότε η ζωή των τριών έγινε ανυπόφορη; Ο ήρωάς μας παίρνει την κάτω βόλτα. Ο βίος μαζί του γίνεται αβίωτος. Το διαζύγιο είναι προ των πυλών. Εγκαταλείπει τον εαυτό του. Προσφέρει την κηδεμονία. Βουλιάζει στην κατάθλιψη. Οταν θα καταλάβει ότι τα έχει χάσει όλα, είναι πια αργά. Η δυνατότητά του να βλέπει τη Μέντοουζ περιορίζεται διαρκώς.
Ετσι την απάγει. Και ξεκινά η περιπλάνηση των δυο τους, μια περιπλάνηση που κρατά λίγες μόνο ημέρες, στις οποίες χωράνε όλα. Και λήγει με τη Μέντοουζ στο νοσοκομείο και τον ίδιο στη φυλακή.

Δεν υψώνει το φρύδι όυτε σηκώνει το δάχτυλο
Το μυθιστόρημα γράφεται ως εξομολόγηση. Μια εξομολόγηση – ή καλύτερα ένα χρονικό – της απαγωγής με πολλές αναδρομικές αφηγήσεις, που  ζητήθηκε από τον δικηγόρο του δράστη ως πειστήριο. Οι υποσημειώσεις αποτελούν μέρος της μυθοπλασίας: μια παράλληλη αφήγηση, μια δεύτερη φωνή του δράστη, που σχολιάζει την πρώτη φωνή. 
Γιατί είναι γοητευτική – σχεδόν εθιστική – η αφήγηση της Γκέιτζ; Τι είναι αυτό που καθιστά το βιβλίο αξιανάγνωστο; Πέρα από τα προφανή (πλοκή, ενδιαφέροντες χαρακτήρες, έκτυπο ύφος), είναι η βαθιά ανθρωπογνωσία του. 
Οπως το διατύπωσε ο Φράνζεν: «Ενδεικτικό των χαρισμάτων της Γκέιτζ ως αφηγήτριας είναι ότι σε βάζει μέσα 
στην ιστορία και σε πείθει ν’ αγαπήσεις έναν ήρωα που δεν είναι καθόλου αξιαγάπητος». Αυτό, άλλωστε, δείχνει και τη στόφα της μυθιστοριογράφου. Δεν υψώνει το φρύδι, δεν σηκώνει το δάχτυλο. Κατανοεί και ενσαρκώνεται τον ήρωά της με τέτοιον τρόπο, ώστε να τον κατανοήσουμε κι εμείς. Τίποτε ανθρώπινο δεν της είναι ξένο. 
Αυτός είναι και ένας από τους βαθείς λόγους που διαβάζουμε μυθιστορήματα. Γιατί μας προσφέρουν αυτό που η επιστήμη δεν μπορεί: αναβράζουσα γνώση της ζωής και των ανθρώπων. Κατανόηση. Διασκέδαση. Και, ίσως, παρηγοριά.