Στρατιώτες πάνω σε αφηνιασμένα άλογα, επαναστατημένοι ρακένδυτοι αγρότες, γυμνές κυρίες επί των τιμών, φρούτα, λαχανικά, λιβάδια, παράξενες τελετουργίες, θόρυβοι κι απόκοσμες μουσικές, έντονα χρώματα, ήρωες που μοιάζουν να μην έχουν παρελθόν.
Ο κινηματογραφικός κόσμος του ούγγρου σκηνοθέτη και σεναριογράφου, που «έσβησε» στα 92 του, είχε μεγάλα, πλατιά πλάνα - ένα χορογραφημένο εικαστικό περιβάλλον στο οποίο η Ιστορία (κυρίως η Ιστορία της πατρίδας του, αλλά και εν γένει η Ιστορία της Ευρώπης, που ξεχνά την... Ιστορία της και κάποιος πρέπει να της τη θυμίσει) είχε τον πρώτο ρόλο.

Ποιος να φανταζόταν στις αρχές της δεκαετίας του 1960, όταν ο σπουδαγμένος νομικός και εθνολόγος Γιάντσο γύριζε ντοκιμαντέρ για να τεκμηριώσει τις εθνολογικές μελέτες του ή ντοκουμέντα για τον συμπατριώτη του συγγραφέα Ζίγκμοντ Μόριτς ή για την πρώτη επίσημη επίσκεψη ούγγρων αξιωματούχων στην Κίνα, ότι θα έφτανε να δημιουργήσει σχολή στην εικαστική ματιά πίσω από τον κινηματογραφικό φακό, στη χορογραφημένη αλληγορία - ακόμη και για τον κομμουνισμό στην Ουγγαρία και το μέλλον - και στη «φιλοσοφία της Ιστορίας» στη μεγάλη οθόνη. Μέχρι που παρέδωσε τη μεγάλου μήκους «Το κόκκινο και το λευκό» σε άσπρο-μαύρο το 1965, αφού πρώτα είχε δοκιμαστεί με τον μεγάλο ούγγρο ηθοποιό Μίκλος Γκαμπόρ με το «Οι καμπάνες πήγαν στη Ρώμη» και έβαλε δυναμικά - σχεδόν οριστικά - στο πλάνο του ευρωπαϊκού σινεμά τον ποιητικό ρεαλισμό, παρέα με τη διαλεκτική της επανάστασης (όπως στο αριστούργημά του «Κόκκινος ψαλμός», το 1972, για το οποίο τιμήθηκε με βραβείο σκηνοθεσίας από το Φεστιβάλ των Καννών). Ή την εμβάθυνση στην Ιστορία και την άρνηση της Ευρώπης να πάρει μαθήματα από αυτήν (όταν βούτηξε στον μύθο των Ατρειδών με την «Ηλέκτρα» του, αλλά και στον «Σιρόκο» του), την προειδοποίηση για τον δρόμο της άλογης και ανιστόρητης απόλαυσης στο «Ιδιωτικά βίτσια, δημόσιες αρετές» του 1976 και την απόγνωσή του για το πόσα τελικά δεν μαθαίνουμε από την Ιστορία μας στην «Ουγγρική ραψωδία» του 1979.

Ο γεννημένος στην πόλη που φέρει το επώνυμό του Σάντορ Γιαντσό (κανονικά τονίζεται στη λήγουσα), γιος Ούγγρου και Ρουμάνας, έφτασε να τιμηθεί με το Βραβείο Καριέρας από το Φεστιβάλ της Βενετίας και δύο φορές με το μεγάλο κινηματογραφικό βραβείο της πατρίδας του, όταν παρέμεινε τελευταίος και πλέον ποιητικός μιας εποχής και μιας γενιάς ευρωπαίων κινηματογραφιστών που έβαλαν τον ιδεαλισμό, τον εικαστικό συμβολισμό και την πάλη μας με την Ιστορία και το Ανιστόρητο στις μεγάλες οθόνες, μέχρι που οι ιδέες προδόθηκαν και το Χόλιγουντ άρχισε να σερβίρει και φαστφούντ δημιουργήματα.
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από