Η διαδικασία διερεύνησης του ρόλου της τρόικας στα κράτη-μέλη (Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία, Κύπρος), την οποία ανέλαβε η Επιτροπή για την Οικονομική και Νομισματική Πολιτική του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, είναι κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτη. Στην πορεία προς τις ευρωεκλογές το Ευρωκοινοβούλιο ανταποκρίνεται στον ρόλο του να ασκεί έλεγχο και να αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα των πολιτών.
Με την αφορμή αυτή πρέπει να σημειωθεί ότι μόνο στο επίπεδο του Ευρωκοινοβουλίου είναι εφικτή αυτή η διαδικασία. Η λογοδοσία θεσμών όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας δεν προβλέπεται ενώπιον των εθνικών Κοινοβουλίων, ενώ το ζήτημα έχει αμιγώς ευρωπαϊκό χαρακτήρα.
Οι επικεφαλής των διαβουλεύσεων και της έκθεσης, ευρωβουλευτές Οθμάρ Κάρας και Λιέμ Χόανγκ Νγκοκ, θα παρουσιάσουν στην Ολομέλεια έως το Μάρτιο τα πλήρη συμπεράσματα. Ωστόσο η επιτυχία της κοινοβουλευτικής διαδικασίας ενδέχεται να υπονομευθεί. Σε προεκλογική περίοδο οι κομματικές σκοπιμότητες ενδεχομένως να περιορίσουν την αντικειμενικότητα και την πληρότητα των απαντήσεων.
Παραβλέπεται, π.χ., ότι η τρόικα προκάλεσε μία βαθύτερη και ίσως ανεπίλυτη κρίση νομιμοποίησης στα πολιτικά συστήματα. Ακόμη και εάν όλα τα στοιχεία συνηγορούσαν υπέρ της ορθότητας των αποφάσεων και τα οικονομικά αποτελέσματα ήταν πράγματι θετικά, η υποβόσκουσα πολιτική κρίση ενδέχεται να αποτελέσει την απρόβλεπτη, αλλά ισχυρή, τροχοπέδη στην προσπάθεια των χωρών και της ΕΕ συνολικά να ανακτήσουν όρους οικονομικής και πολιτικής σταθερότητας.
Η οικονομική διακυβέρνηση στην ΕΕ ήδη από τα πρώτα στάδια της ΟΝΕ εμφάνιζε ελλείμματα νομιμοποίησης, γιατί επικρατούσε η εσφαλμένη εντύπωση ότι η διασφάλιση της διαδικαστικής νομιμοποίησης, δηλαδή η τήρηση των κανόνων, θα εκπλήρωνε τους όρους θεσμικής λειτουργίας. Ωστόσο και οι κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας παραβιάστηκαν και το Ecofin ακολούθησε μία πρακτική πολιτικής κατανόησης και όχι επιβολής κυρώσεων (ακόμη και στην περίπτωση παραποιημένων στοιχείων). Οι εκπρόσωποι των κυβερνήσεων στο Ecofin είχαν τη διαδικαστική, αλλά όχι και την πολιτική νομιμοποίηση να επιβάλλουν κυρώσεις (π.χ. παραπομπή στο ΔΕΚ).
Η οικονομική κρίση και η δυσμενής θέση στην οποία βρέθηκαν οι χώρες που αντιμετώπισαν το φάσμα της χρεοκοπίας οδήγησαν σε θεσμικές επιλογές που πιθανότατα θα αποτελέσουν οι ίδιες το αντικείμενο μιας μεγαλύτερης κρίσης νομιμοποίησης και όχι το μέσο για την επίλυσή της. Η λειτουργία της τρόικας δεν διαθέτει κανένα απολύτως έρεισμα στο Δίκαιο της ΕΕ, ενώ δεν υφίστανται ούτε οι ελάχιστοι όροι διαφάνειας και λογοδοσίας σχετικά με το πλαίσιο δράσης της και τις συστάσεις και τις απαιτήσεις που απευθύνει στις εθνικές κυβερνήσεις (πόσο θεμιτή είναι, άραγε, η μονομερής εξάρτηση από τις ακριβοπληρωμένες μελέτες οικονομικών συμβούλων όπως η BlackRock;).
Επιπρόσθετα, οι πέντε Κανονισμοί και η μία Οδηγία (το λεγόμενο «six-pack») και η νέα διακρατική συνθήκη που περιλαμβάνει και το δημοσιονομικό σύμφωνο συγκροτούν ένα θεσμικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε σύμφωνα με μια γρήγορη ανάγνωση των συμπτωμάτων (την παραβίαση των κανόνων) και όχι μια διάγνωση της πραγματικής αδυναμίας (των άνισων όρων οικονομικής ανάπτυξης των εθνικών οικονομιών) που επιτείνεται από τις εσφαλμένες πολιτικές των κυβερνήσεων, αλλά δεν οφείλεται αποκλειστικά σε αυτές.
Ετσι προδιαγράφονται οι όροι μιας ανεπίλυτης κρίσης νομιμοποίησης, τα αποτελέσματα της οποίας θα είναι απρόβλεπτα σε έκταση, με απαρχή τις ευρωεκλογές, τόσο στα εθνικά πολιτικά συστήματα (πολύ φοβάμαι με την Ελλάδα στην πρωτοπορία) όσο και στο σύστημα οικονομικής διακυβέρνησης της ΕΕ συνολικά. Η Εκθεση του Ευρωκοινοβουλίου έρχεται μάλλον καθυστερημένα και δεν θα οδηγήσει στο είδος των συμπερασμάτων και στην ποιότητα των λύσεων που θα μπορούσαν να αναστρέψουν τη διαφαινόμενη διάθεση των εκλογέων να εκφράσουν πολιτική αμφισβήτηση εναντίον του modus operandi των κυβερνήσεων και της ΕΕ λόγω της τρόικας, και όχι απλώς από έναν φιλοσοφικού χαρακτήρα ευρωσκεπτικισμό.
Ηθελημένα ή όχι, οι ηγεσίες της Ευρώπης διεύρυναν την απόσταση της δημοκρατίας από την οικονομική διακυβέρνηση. Σε μία τέτοια συγκυρία η ελληνική προεδρία πρέπει να έχει στρατηγικό και όχι απλώς διαδικαστικό χαρακτήρα. Πρέπει να επιδιώξει στο πλαίσιο των διακυβερνητικών οργάνων τη διασφάλιση μιας ισχυρής πολιτικής νομιμοποίησης των κανόνων της οικονομικής διακυβέρνησης, μέσω της ενεργοποίησης όλων εκείνων των κοινοβουλευτικών και άλλων μέσων και πρακτικών που θα ανταποκρίνονται στο δημόσιο συμφέρον των ευρωπαίων πολιτών για διακυβέρνηση με όρους διαφάνειας, λογοδοσίας και συμμετοχικότητας.
Ο Μάνος Γ. Παπάζογλου είναι λέκτορας Πολιτικών Συστημάτων στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από