Ο σπουδαίος γάλλος ποιητής Λουί Αραγκόν τελειώνει ένα ποίημά του με τους στίχους: «Πες μου για τα πιο απλά πράγματα τι ξέρεις / πες μου την νύχτα τι ονειρεύονται τα ρόδα / όλες οι φλόγες γίνονται καπνός και φεύγουν / τι ξέρεις για την δυστυχία της αγάπης». Θα έλεγε κανείς πως πρόκειται για στίχους ενός ρομαντικού έλληνα ποιητή του Μεσοπολέμου, και όχι για τον υπερρεαλιστή, συχνά δυσνόητο, Αραγκόν. Κάνουμε με άφατη αγαλλίαση τη διαπίστωση ότι ο σκηνοθέτης και ηθοποιός Κώστας Τσιάνος και ο ηθοποιός Αντώνης Λουδάρος συζητώντας για το θέατρο, μιλάνε για μια καθημερινότητα που όσο πιο απλή παραμένει τόσο πιο μαγική γίνεται. Και δεν χρειάζεται παρά μια επίστρωση του χρόνου που θα περάσει, έτσι ή αλλιώς, για να γίνει και εξόχως ποιητική. Υπήρξε όμως απαραίτητο να ολοκληρώσουμε την απομαγνητοφώνηση της συνέντευξης, για να συνειδητοποιήσουμε και εμείς οι ίδιοι κάτι επίσης πολύτιμο. Σε όλη τη διάρκειά της ο Τσιάνος με τον Λουδάρο δεν συζητάνε για τίποτε άλλο παρά μόνο για θέατρο. Κανένα άλλο πρόβλημα, ούτε κοινωνικό, ούτε για κρίση, ούτε για Χρυσή Αυγή. Τι ωραίο και τι ξεκούραστο και τι εύφορο πράγμα όταν συμβαίνει έστω και σπάνια κάτι τέτοιο. Οπως σπάνια, για να μην πούμε ότι είναι η πρώτη φορά, που η συζήτηση δάσκαλου με μαθητή αποπνέει αποκλειστικά την ευωδία του επαγγέλματός τους!

ΘΑΝΑΣΗΣ ΝΙΑΡΧΟΣ: Κύριε Τσιάνο, η σχέση σας µε τον Αντώνη Λουδάρο υπήρξε µαθητεία ή συνεργασία;

ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΑΝΟΣ: Και τα δύο. Είναι πολλά χρόνια πριν που ήθελα να κάνω τους «Φοιτητές» του Ξενόπουλου, ως μιούζικαλ, για το Θεσσαλικό Θέατρο. Ηθελα νέους ηθοποιούς που πρωτίστως να είναι καλοί ηθοποιοί, αλλά επίσης να τραγουδάνε και να χορεύουν. Συνέβαινε την ίδια εποχή να κάνει ακρόαση η Βουγιουκλάκη για τη «Μελωδία της ευτυχίας» και μου είπε: «Ελα να παρακολουθήσεις. Με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Θα βρεις πολύ κόσμο». Εκεί πρωτοείδα τον Λουδάρο. Ελαμπε. Δεν είχε όμως ρόλο γι’ αυτόν στη «Μελωδία της ευτυχίας» κι έτσι τον άρπαξα και τον πήγα στη Λάρισα. Διαπίστωσα τα σπουδαία του προσόντα, τα σπάνια για το ελληνικό θέατρο. Σκέφτηκα λοιπόν πως έπρεπε να του κάνω έναν μεγάλο ρόλο που να «γράψει» και να μείνει. Οταν πρότεινα στον Μέντη Μποσταντζόγλου να ανεβάσω το έργο του «Μαρία Πενταγιώτισσα» και με ρώτησε ποια ηθοποιός θα παίξει την Πενταγιώτισσα, του απάντησα: «Ποιος να ρωτάς». Ανεβαίνει η «Πενταγιώτισσα» με τον Λουδάρο στον επώνυμο ρόλο και γίνεται πάταγος. Και για το έργο βεβαίως, αλλά κυρίως για τον πρωταγωνιστή. «Εγεννήθη ημίν πρωταγωνιστής». Οπως ακριβώς είπαν στο Εθνικό Θέατρο ο Μάριος Πλωρίτης, ο Αιμίλιος Χουρμούζιος, ο Γιάννης Σιδέρης που ήταν στην εξεταστική επιτροπή, όταν παρουσιάστηκαν στις εισαγωγικές η Βουγιουκλάκη και η Καρέζη. Με το που τις είδαν κατάλαβαν ότι μαζί με το ταλέντο κουβαλάνε και κάτι άλλο.
ΑΝΤΩΝΗΣ ΛΟΥΔΑΡΟΣ: Η μαθητεία η δική μου υπήρξε η συνεργασία μου με τον Κώστα Τσιάνο τα χρόνια εκείνα. Δεν αρκεί να τελειώσεις μια Δραματική Σχολή, ούτε πίστευα τελειώνοντας τη Σχολή ότι είμαι ηθοποιός. Εμαθα για την ακρόαση της Βουγιουκλάκη και πήγα, αλλά και μόνο ότι έβλεπες από κάτω τη Ρούλα Πατεράκη, τον Τσιάνο και τη Βουγιουκλάκη σού κόβονταν κανονικά τα πόδια. Οταν πήγα στη Λάρισα για τους «Φοιτητές», θυμάμαι ότι τα μάτια μου, αλλά πολλές φορές και το στόμα μου, λέγανε στον Τσιάνο «μάθε μου θέατρο». Ουσιαστικά μόνο πρακτικά μαθαίνεις. Και ο Τσιάνος είναι φοβερός δάσκαλος. Μου έμαθε θέατρο, μου έμαθε τι σημαίνει να σέβεσαι και να υπολογίζεις τον διπλανό σου, με μια ηθική που είναι πάνω από το θέατρο και πάνω απ’ όλα. Δεν μπορούσα να διανοηθώ, όταν είδα την «Ηλέκτρα» που είχε κάνει με τη Λυδία Κονιόρδου, ότι θα γινόταν να ανταλλάξω μαζί του ένα έστω «καλημέρα», πόσω μάλλον να συνυπάρξω και να συνεργαστώ μαζί του.
Κ.ΤΣ.: Δεν μπορούμε να δημιουργήσουμε κανέναν. Μόνο ευκαιρίες μπορούμε να δώσουμε για να παίξουν άνθρωποι που έχουν ταλέντο. Αν αποδειχθεί ότι δεν έχουν, θάβονται. Το θέμα δεν είναι αν θα παίξεις καλούς ή μεγάλους ρόλους στο θέατρο. Το θέμα είναι πώς θα τους παίξεις. Μπορεί να έχεις τον καλύτερο σκηνοθέτη και να μη συμβεί τίποτε. Λέγεται συνήθως για μένα ότι αγαπώ τους ηθοποιούς. Τους αγαπώ, αλλά όχι όλους. Δεν αγαπώ τους ατάλαντους και τους επηρμένους. Αγαπώ τους ηθοποιούς που είναι χρήσιμοι, είναι κάτι πολύ σπουδαίο αυτό. Λέγεται επίσης για μένα ότι είμαι απλός ως άνθρωπος. Αν συμβαίνει αυτό, είναι γιατί αισθάνομαι πως δεν έχω προλάβει ακόμη να κάνω κάτι. Νιώθω εντελώς αγράμματος σε σχέση με την τέχνη μου. Πώς να μη νιώθω όμως έτσι όταν το μεγάλο μου πρότυπο είναι ο Τζιόρτζιο Στρέλερ; Αυτός έκανε το μεγάλο λαϊκό θέατρο, όπως και ο Πίτερ Μπρουκ βέβαια. Δεν θα τους φτάσω ούτε στο νυχάκι τους. Πολύ στενοχωριέμαι τώρα προς τη δύση της καριέρας μου που δεν έχω καταφέρει όσα κατάφεραν αυτοί. Τέλος πάντων όμως, ίσως κάτι έχουμε καταφέρει κι εμείς στο ελληνικό θέατρο.
Θ.Ν.: Κύριε Λουδάρο, ποιους ηθοποιούς προλάβατε να δείτε να παίζουν στο θέατρο;
Α.Λ.: Η πρώτη παράσταση που είδα στη ζωή μου ήταν «Οι τελευταίοι» του Γκόρκι με τον Μάνο Κατράκη. Ημουν έντεκα χρονών και ήταν να πάει η οικογένειά μου με εισιτήρια της Εργατικής Εστίας, αλλά εμένα δεν με είχαν υπολογίσει. Εκανα τόση φασαρία που τελικά κάποιος έδωσε τη θέση του και πήγα. Οταν πρωτομπήκα στο θέατρο ένιωσα μόνο με τη μυρωδιά του σαν να ξαναγεννήθηκα. Δεν θα μπορούσα να ορίσω ακόμη και σήμερα τι ακριβώς είναι αυτό που αισθάνθηκα. Αλλά αυτή τη χαρά τη νιώθω και τώρα όταν είμαι στο θέατρο. Στο σπίτι μου δεν νιώθω καμιά χαρά. Η ζωή μου όλη είναι να είμαι στο θέατρο και να ακούω να συζητάνε και να λένε για τα παλιά. Είδα επίσης τη Ρένα Βλαχοπούλου, στην τελευταία της ίσως παράσταση, στο Ακροπόλ. Ηταν πια πολύ μεγάλη αλλά ήθελα να δω αυτόν τον μύθο. Ηταν μια γιαγιά, αλλά τόσο λαμπερή. Η βόλτα μου, όταν ήμουν μικρός, ήταν να πηγαίνω στα θέατρα και να κοιτάζω τις φωτογραφίες στις προθήκες. Με τον τρόπο αυτόν γνώρισα και τη Βουγιουκλάκη. Από τις τόσες φορές που πήγαινα στο θέατρο, μαθητής ακόμη, με γνώρισε η ταμίας της, η Αλέκα, και μου είπε κάποια ημέρα: «Κάνουνε πρόβα μέσα, θέλεις να μπεις να δεις;». Εντρομος απάντησα «όχι, όχι, όχι», αλλά έτσι πήρα το θάρρος αργότερα και πήγα στην audition για τη «Μελωδία της ευτυχίας».
Θ.Ν.: Κύριε Τσιάνο, ποιοι υπήρξαν οι δικοί σας δάσκαλοι στο θέατρο;
Κ.ΤΣ.: Είχα την ευτυχία να έχω δάσκαλό μου τον Δημήτρη Ροντήρη, αλλά είμαι και η μοναδική ίσως περίπτωση ηθοποιού που είχε ταυτόχρονα δάσκαλό του και τον Κάρολο Κουν. Δεν έχει ξανασυμβεί αυτό, μαθητής του Ροντήρη να είναι και με τον Κουν, γιατί μιλάμε για δύο σχολές σε κάποια αντιπαράθεση μεταξύ τους. Ημουν όμως μαθητής και της Δόρας Στράτου, αυτής της υπέροχης Ελληνίδας, που είναι απίστευτο το ότι έχει εντελώς ξεχαστεί. Τα μπαλέτα της υπήρξαν το μεγάλο μου σχολείο προκειμένου να έρθω σε επαφή με τη λαϊκή παράδοση και να ανακαλύψω τη λαϊκή έκφραση. Ο Κουν είχε κάνει με μεγάλη αποτυχία το 1959 τους «Ορνιθες» και ύστερα από δύο χρόνια θέλησε να τους ξανακάνει. Η Στράτου που ήταν πολύ φίλη του τον συμβούλεψε ή μάλλον ο Κουν το θέλησε να πάρει χορευτές από το συγκρότημά της, γιατί τους ήθελε αδρούς, δεν ήθελε οι χορευτές να είναι του μπαλέτου. Η Δόρα Στράτου σύστησε στον Κουν τη χορογράφο Ζουζού Νικολούδη, γιατί η ίδια ήταν απλώς οργανώτρια και σκηνοθέτις των μπαλέτων της, και βρέθηκα εγώ ως χορευτής της Στράτου να δείχνω στη Νικολούδη τους αυθεντικούς ελληνικούς χορούς, που η ίδια τους μετέπλαθε και έκανε τελικά τη μνημειώδη χορογραφία της των «Ορνίθων». Ετσι, αν και μαθητής του Ροντήρη, βρέθηκα να είμαι ο κορυφαίος χορευτής στην παράσταση του Κουν. Ο Ροντήρης βέβαια ήταν μέγας δάσκαλος. Δεν πρόλαβα να δω πολλές σκηνοθεσίες του και, μετά φόβου Θεού, θα πω ότι οι παραστάσεις που είδα δεν μου πολυάρεσαν. Ηταν τέλεια οργανωμένες, αλλά κάτι τους έλειπε. Ιδιαίτερα η τραγωδία φαινόταν κάτι πολύ ψυχρό. Φτάνει να εξαιρέσουμε τη μέγιστη ερμηνεία της Ασπασίας Παπαθανασίου που έφτασε σε μια απίστευτη τεχνική ολοκλήρωση –και βέβαια όχι μόνο αυτό.
Θ.Ν.: Ποιο θεωρείτε το υπ’ αριθµόν ένα στοιχείο που οφείλει να µεταδώσει ένας δάσκαλος στον µαθητή του;
Α.Λ.: Η ουσία είναι να σου δείξει ο δάσκαλος, χωρίς να το διαλαλήσει, τον δρόμο που ο ίδιος έχει διαλέξει για να πορευτεί στη ζωή του. Κι αφού μιλάμε για τον Κώστα Τσιάνο, αυτό κυρίως μας έμαθε, ότι δεν παίζουμε για τον εαυτό μας, παίζουμε για τους άλλους. Για τον θεατή, για τον συγγραφέα, για τον φωτιστή, για τον σκηνογράφο, για τον ταμία, για τον ταξιθέτη, για όλους. Να σεβόμαστε τη δουλειά αυτή που μας δίνει το ψωμί μας, αλλά να το κάνουμε για τους άλλους. Για μένα ο τρόπος αυτός είναι μονόδρομος. Αλλωστε έτσι συμβαίνει και με όλες μας τις σχέσεις. Στα προσωπικά μας, στα ερωτικά μας, σε σχέση με τη μάνα μας και με τον πατέρα μας. Πρέπει να τα κάνουμε όλα για τους άλλους. Τελικά όμως οι κερδισμένοι είμαστε εμείς οι ίδιοι.
Θ.Ν.: Τι συµβαίνει, κύριε Τσιάνο, και µετά το 1980 το ρολόι φαίνεται σαν να έχει κολλήσει στη δεκαετία του ’60, ενώ συµβαίνουν τόσα πράγµατα στο θέατρο;
Κ.ΤΣ.: Προσωπικά θεωρώ ότι το θέατρο πάει πολύ καλά. Ισως να φαίνεται ότι έχει κολλήσει το ρολόι γιατί μιλήσαμε έως τώρα για ηθοποιούς και σκηνοθέτες που δημιούργησαν έναν μύθο. Δεν ξέρουμε όμως αν θα βλέπαμε σήμερα τις παραστάσεις τους πώς θα μας φαίνονταν. Ή δεν ξέρουμε οι σημερινοί νέοι, αυτοί που είναι γύρω στα σαράντα πέντε τους, τι πρόκειται να κάνουν παραπέρα. Βλέπω νέες γενιές να κάνουν καταπληκτικές παραστάσεις. Μια τέτοια γενιά είναι οι ηθοποιοί που έκαναν τις παραστάσεις με τον Γιάννη Χουβαρδά στο Αμόρε και με τον Αντώνη Αντύπα στο Απλό Θέατρο. Απλώς αλλάζουν οι εποχές και επομένως αλλάζει η κοινωνία, αλλάζει η οπτική μας. Μια νέα ηθοποιός σήμερα, όσο σπουδαία κι αν είναι, δεν μπορεί να φερθεί όπως φερόταν η Μαίρη Αρώνη, που τη λατρεύαμε. Αν το έκανε θα έβγαζε γέλιο. Εστω κι αν η συμπεριφορά της Αρώνη ήταν κάτι πολύ σπουδαίο, άπλωνε το χέρι της για χειροφίλημα και ήταν ένα γεγονός.
Α.Λ.: Τη θυμάμαι στο μάθημα. Ερχόταν πάντα με τα τυροπιτάκια της, με τους λουκουμάδες της, ποτέ με άδεια χέρια. Η χαρά μας ήταν να την τσιγκλίζουμε για να σηκώνεται στο μάθημα και να μας δείχνει. Δεν ήθελε να σηκώνεται, ήθελε να δείχνει μόνο με τα λόγια. Και πολλές φορές κάναμε επίτηδες ότι δεν καταλαβαίναμε για να την αναγκάσουμε να σηκωθεί. Αλλά την τσιγκλίζαμε και με άλλους τρόπους. Της λέγαμε «γιατί δεν παίζετε με τη Βουγιουκλάκη;» και απαντούσε «Εχουμε άλλη mentalité, χρυσό μου» ή «Δεν μπορώ να παίξω μ’ αυτό το κοριτσάκι». Δεν έκανε όμως ποτέ κουτσομπολιά. Δεν της το επέτρεπε η τάξη της, ήταν πάρα πολύ αστή. Αλλά ήταν μαγική. Θυμάμαι ότι κάπνιζε στο μάθημα, και μια φορά ζήτησε τσιγάρο. Ο τρόπος που το κράτησε, ο τρόπος που το σάλιωσε ή ο τρόπος που έπιασε το χέρι μου με τον αναπτήρα και πώς με κοίταξε στα μάτια την ώρα που το άναβε ήταν μια κανονική παράσταση. Δεν έπαιζε μόνο στη σκηνή, όλη της η ζωή ήταν σαν παράσταση. Από τη στιγμή που έβγαινε στο κατώφλι του σπιτιού της ήταν η Μαίρη Αρώνη. Σήμερα, αν μια ηθοποιός συμπεριφερόταν με τον τρόπο αυτόν θα τη θεωρούσες σούργελο.
Θ.Ν.: Κύριε Τσιάνο, να µιλήσουµε για την παλιά γενιά των κωµικών ηθοποιών που για πολλούς παρέµειναν αναξιοποίητοι;
K.TΣ.: Μια φορά είχα ρωτήσει τον Ροντήρη, ως μαθητής του, με πολύ δισταγμό είναι αλήθεια γιατί δεν μπορούσες εύκολα να του απευθύνεις τον λόγο ή να πεις ότι έχεις γνώμη, «απαγορεύονται οι γνώμες» έλεγε, τον είχα ρωτήσει λοιπόν γιατί δεν είχε ανεβάσει ποτέ του Αριστοφάνη. «Δεν τον κατανοώ», απάντησε αυστηρά. Μετά όμως από καιρό μάς εξήγησε πόσο δύσκολος είναι ο Αριστοφάνης και ότι ήταν αδύνατον, για τον ίδιον, να παντρευτούν τα έξοχα λυρικά στοιχεία του αθηναίου κωμωδιογράφου με τα επικαιρικά του που γέρνουν προς την επιθεώρηση. Και συνέχισε: «Αν θα ανέβαζα Αριστοφάνη, θα το έκανα με τον Κυριάκο Μαυρέα, τη Γεωργία Βασιλειάδου, τον Βασίλη Αυλωνίτη, τον Νίκο Σταυρίδη, τον Μίμη Κοκκίνη, την Μαρίκα Νέζερ, τον Κούλη Στολίγκα». Τον τελευταίο τον είχε αναφέρει και άλλες φορές. «Εχουν όλα τα προσόντα των αρχαίων μίμων, αλλά δεν ξέρω αν έχουν την πνευματικότητα που απαιτεί ένα έργο του Αριστοφάνη». Θα ήταν πραγματικά μια άλλη διάσταση να είχαμε δει τους ηθοποιούς αυτούς στον Αριστοφάνη, όπως θα ήταν αν είχαμε δει τον Αλέξη Μινωτή στο «Στραβόξυλο» του Ψαθά (που το θεωρούσε μάλιστα πολύ ολοκληρωμένο έργο) ή την Κατίνα Παξινού ως «Θεία από το Σικάγο».n
Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.