Στον πυρήνα του νεοναζιστικού μορφώματος, αγγίζοντας ακόμα και βουλευτές, φθάνει, όπως όλα δείχνουν, η έρευνα του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπου Βουρλιώτη, ο οποίος είναι στο παρά πέντε για να «δέσει» τη δομή και την ιεραρχία της Χρυσής Αυγής ως εγκληματικής οργάνωσης. Εν τω μεταξύ, τηλεφωνικές επαφές με μέλη της Τοπικής Οργάνωσης της Χρυσής Αυγής στη Νίκαια - μεταξύ των οποίων και έναν έφεδρο καταδρομέα, μέλος της οργάνωσης - είχε τις κρίσιμες ώρες, πριν και μετά τη δολοφονία του 34χρονου Παύλου Φύσσα, ο Γιώργος Ρουπακιάς, όπως και ο ίδιος ομολογεί στην απολογία του ενώπιον της ανακρίτριας.
ΟΙ ΚΛΗΣΕΙΣ. Εκτός από τον επικεφαλής στην Τοπική Οργάνωση στη Νίκαια, Γιώργο Πατέλη, ο κατηγορούμενος συνομίλησε πριν από τη δολοφονία με έναν απόστρατο αξιωματικό των Ενόπλων Δυνάμεων και άλλα πρόσωπα από την ίδια πάντα οργάνωση, χωρίς ωστόσο να συνδέει τις επίμαχες επικοινωνίες με την εγκληματική του πράξη.
Το ενδιαφέρον είναι ωστόσο ότι ο έφεδρος φέρεται ότι διαμένει κοντά στην περιοχή της δολοφονίας - χαρακτηριστικά, ο Ρουπακιάς υποστηρίζει ότι του τηλεφώνησε για να τον καλέσει για καφέ, αλλά δεν αναφέρει κατά πόσο ο έφεδρος ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση. Σε κάθε περίπτωση, αστυνομικές πηγές εμπλέκουν τον έφεδρο στην υπόθεση της συμπλοκής που προηγήθηκε της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα.
Το τέλος της εισαγγελικής έρευνας, όπως εκτιμούν δικαστικές πηγές, θα σηματοδοτήσει ραγδαίες εξελίξεις όχι μόνο σε ποινικό αλλά και σε πολιτικό επίπεδο. Και αυτό γιατί, όπως εξηγούν, των αυτόφωρων κακουργημάτων - στην κατηγορία αυτή θεωρείται ότι ανήκει και η εγκληματική οργάνωση - μπορεί να επιληφθεί απευθείας η τακτική Δικαιοσύνη και δεν απαιτείται προηγούμενη άρση της ασυλίας από το Κοινοβούλιο σε περίπτωση που στο στόχαστρο των Αρχών βρεθούν βουλευτές και προκριθεί η έκδοση ενταλμάτων σύλληψής τους.

Για τη χαρτογράφηση της οργάνωσης ο ανώτατος εισαγγελέας έχει πολλούς άσους στον φάκελο της δικογραφίας που είναι: οι απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες νόμιμων συνακροάσεων από τον «κοριό» της ΕΥΠ, οι άρσεις τηλεφωνικού απορρήτου ακόμα και βουλευτών για τις οποίες μάλιστα δεν απαιτείται άδεια της Βουλής, οι καταθέσεις των δύο πρώην μελών της Χρυσής Αυγής που μίλησαν με κωδικές ονομασίες για λόγους ασφαλείας δίνοντας «πρόσωπα και πράγματα» για τη λειτουργία της οργάνωσης.

Οι δύο προστατευόμενοι μάρτυρες, κατά πληροφορίες, εισέφεραν σημαντικά στοιχεία για τη δράση της εγκληματικής οργάνωσης και εξετάστηκαν επί ώρες από τον εισαγγελέα, αφού προηγουμένως τους είχαν δοθεί όλα τα εχέγγυα που προβλέπει ο νόμος ώστε να συνδράμουν στο έργο των Αρχών χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η ασφάλεια ή η ζωή των μαρτύρων κατηγορίας.
Η ΚΑΤΑΘΕΣΗ. Οπως υποστήριξε ο δράστης, «μετά τη σύλληψή μου πήρα τηλέφωνο τον Πατέλη και του είπα τι έγινε, ότι μαχαίρωσα κάποιον άνθρωπο και να μου βρει κάποιον δικηγόρο. Ο Πατέλης είναι υπεύθυνος της Τοπικής Οργάνωσης Νίκαιας και έχει επαφή με πολύ κόσμο, δικηγόρους κ.λπ. Του έκανα απανωτές κλήσεις ζητώντας βοήθεια, αλλά αυτός δεν με βοήθησε και μου είπε "κόψε τον λαιμό σου, όπως έστρωσες να κοιμηθείς"».

Ο κατηγορούμενος αναφερόμενος στη σχέση του με τη Χρυσή Αυγή λέει: «Ολα τα άτομα που προανέφερα προέρχονται από την Τοπική Οργάνωση της Χρυσής Αυγής στη Νίκαια. Στο γραφείο είμαι μόνο τρεις μήνες. Πριν δεν ανήκα πουθενά. Τον τελευταίο καιρό λαμβάνω μέρος σε δραστηριότητες της Χρυσής Αυγής επειδή είμαι αγανακτισμένος με την οικονομική κατάσταση στη χώρα. Δεν είχα το ποσό των 20 ευρώ που απαιτείται για να γραφτώ μέλος ούτε εγώ ούτε η γυναίκα μου, γι' αυτόν τον λόγο δεν είμαι μέλος και δεν είναι καταγεγραμμένο το όνομά μου στη Χρυσή Αυγή, είμαι απλός υποστηρικτής».


Τι κατέθεσε η αστυνομικός

Στην κατάθεσή της, η 24χρονη αστυνομικός της ομάδας ΔΙΑΣ Αγγελική Λ. περιέγραψε τα λεπτά μέχρι τη σύλληψη Ρουπακιά. Οπως καταθέτει, οι αστυνομικοί τον ρώτησαν γιατί μαχαίρωσε τον Παύλο Φύσσα, εκείνος απάντησε: 
«Γιατί είχε χτυπήσει δικούς μου». Η αστυνομικός περιγράφει ότι «στο σημείο του φόνου υπήρχαν 30 - 40 άτομα μαυροφορεμένοι, κάποιοι με κράνη και είχαν στα χέρια αντικείμενα, πιθανότατα ρόπαλα». Σημειώνει δε ότι ο Ρουπακιάς «σηκώθηκε να φύγει σαν να μην τρέχει τίποτα», αλλά συνελήφθη από συναδέλφους της, όταν τον υπέδειξε ο Παύλος Φύσσας.