Οδός Στίλπωνος στο Μετς. Η παλιά ψηλοτάβανη μονοκατοικία με τον εσωτερικό κήπο είναι δίπατη. Κάτω, τρία μεγάλα γραφεία είναι κολλημένα σαν μεγάλο μπούνκερ εργασίας με υπολογιστή, μπόλικες παρτιτούρες, μολύβια, χαρτιά, χειροποίητους αυλούς και CD από λυράρηδες της Κρήτης μέχρι συμφωνική μουσική.

Ο Μάνος Χατζιδάκις διευθύνει το «Κονσέρτο για βιολοντσέλο και ορχήστρα» μαζί με τον μαυροντυμένο κύριο στη μεγάλη φωτογραφία στον τοίχο. Και λίγο φως από τον ήλιο μπαίνει από την θηριώδη πόρτα της εσωτερικής αυλής. Ο συνθέτης (ο προαναφερόμενος μαυροντυμένος της φωτογραφίας) Νίκος Μαμαγκάκης διαβάζει με αργή, καθαρή εκφορά και κρητική λαλιά ένα απόσπασμα από τη βιογραφία – έρευνα που μόλις είχε ολοκληρώσει, μιλώ για τις 11 Ιουνίου του 2013. Ενα βιβλίο για τον θρυλικό λυράρη της Κρήτης Ανδρέα Ροδινό (και πρώτο του εξάδελφο) που έφυγε στα 22 του χρόνια και άφησε λιγοστά και επιδραστικά ηχογραφήματα.

Και το απόσπασμα είναι από το βιβλίο που ο ίδιος ο Μαμαγκάκης συνέγραψε με μεγάλο μόχθο και κοπιαστική έρευνα, μια τοιχογραφία και της προπολεμικής ζωής στην Κρήτη από όπου ξεπήδησε ο αρχοντολυράρης Ροδινός με τον βραχύ βίο.
Με μια σημείωση που ανατρέπει όλα τα σχέδια, αναπότρεπτα πια. Ο πληθωρικός συνθέτης, ο κάτοικος της εν λόγω μονοκατοικίας στο Μετς που θύμιζε μουσική κιβωτό, ο σχολαστικός της παρτιτούρας, ο δημιουργός μεγάλων επιτυχιών, ο ταλαντούχος μουσουργός που φλέρταρε με όλα (κυριολεκτικά) τα είδη της μουσικής, ο Νίκος Μαμαγκάκης, δεν μένει πια εδώ από την Τετάρτη τα ξημερώματα και δεν θα δει ποτέ την τελική μορφή της βιογραφίας του Ροδινού που επιμελήθηκε μέχρι τελευταίου τόνου.

Ο Νίκος Μαμαγκάκης έφυγε στα 84 χρόνια του, σε δωμάτιο του Ερρίκος Ντυνάν όπου νοσηλευόταν τις τελευταίες ημέρες, ταλαιπωρημένος από καρκίνο και έχοντας πέσει πια σε κώμα. Εφυγε στις επάλξεις των ιδεών του, στις επάλξεις των μουσικών του σχεδίων. Εξάλλου είχε μόλις ολοκληρώσει μια σειρά τραγουδιών με τον Γιάννη Χαρούλη που τόσο αγαπούσε και αναγνώριζε από τη νέα φρουρά των ερμηνευτών και ένα ακόμη δίσκο με τον λαγουτιέρη και τραγουδιστή Μιχάλη Τζουγανάκη που επίσης εκτιμούσε.
ΑΣΚΗΤΗΣ. Εφυγε αφήνοντας πίσω του την εικόνα του ασκητή της μουσικής, του ανθρώπου που ζούσε και ανέπνεε μέσα στις νότες μέχρι τέλους. «Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, δημιουργούσα μουσική. Είχαμε ένα κτήμα έξω απ" το Ρέθυμνο, ξεκαλοκαιρεύαμε. Εκεί υπήρχε ένας καλαμιώνας όπου άρχισα να κάνω αυλούς. Σήμερα το συνεχίζω, είμαι και αυλοκατασκευαστής, βρήκα μια δικιά μου πατέντα, ένα δικό μου όργανο, τον διπλό αυλό με ένα καλάμι. Το ξύλο εξάλλου είναι ό,τι συγκλονιστικότερο στον κόσμο. Είναι φύση», μου έλεγε ο ίδιος για «ΤΑ ΝΕΑ» πριν από καιρό και έδειχνε αφοσιωμένος και αποφασισμένος από τότε να διασώσει το δικό του συνθετικό έργο. Εξ αρχής, μάλιστα, με τη μικρή βιοτεχνία μουσικής με την ετικέτα «Ιδαία» που ο ίδιος δημιούργησε και στην οποία ακάματα ηχογραφούσε νέες δουλειές δίνοντας και χώρο σε νέους καλλιτέχνες: 60-70 CD, 10 βιβλία με παρτιτούρες και πέντε ακόμη, δεν ήταν λίγο. Προσθέστε το στούντιο που είχε σπίτι του και σχεδόν ποτέ δεν έμενε σβηστό.
Βεβαίως, προτού ο Νίκος Μαμαγκάκης φτάσει να έχει τη δική του αυτάρκεια στο «μουσικό στρατηγείο» του στο Μετς διήνυσε μια πληθωρική πορεία στη μουσική. Ο ίδιος έγραψε ηλεκτρονική μουσική («Ολοφυρμός», 1973). Ο ίδιος έγραψε λαϊκά και ρεμπέτικα στις αρχές του "50 με τη Σωτηρία Μπέλλου και συνδέθηκε με ρεμπέτες και μπουζουξήδες της ακμής του λαϊκού τραγουδιού. Ο ίδιος έκανε τομή το 1982 με το περίφημο δίσκο «Κέντρο Διερχομένων» (με ερμηνευτές τους Δημήτρη Κοντογιάννη και Δημήτρη Ψαριανό) σε στίχους του φίλου του συγγραφέα Γιώργου Ιωάννου όταν και καθιέρωσε την Ελευθερία Αρβανιτάκη.
Ο ίδιος με έναν τρόπο εισήγαγε τότε το είδος του νεολαϊκού που στους θαυμαστές του μετρούσε ακόμη και τον «δύσκολο» Ακη Πάνου. Ο Μαμαγκάκης έγραψε μουσική για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου. Ο ίδιος ακάματα επίσης τα τελευταία χρόνια έγραφε ασταμάτητα δίσκους με νέους καλλιτέχνες όπως τη Σοφία Παπάζογλου, τη Λιζέτα Καλημέρη, τη Μαρία Δακανάλη, τον Χαρούλη, τον Τζουγανάκη.
Ο ίδιος μετέγραψε ρεμπέτικα για συμφωνική ορχήστρα. Και δεν δίστασε να γράψει ορατόρια («Ρεμπέτικο Ορατόριο») ενώ μια από τις τελευταίες δουλειές του, «Το τραγούδι του Μπελογιάννη και της Ελλης Παππά» με τη Σαβίνα Γιαννάτου, ήταν κυριολεκτικά αποτέλεσμα βιώματος. «Εζησα το γεγονός αφού με κυνήγαγαν γιατί ο αδελφός μου ήταν κομμουνιστής. Με έπιασαν στην Ομόνοια, στην Ιωνος, θυμάμαι τις εφημερίδες, τα λαϊκά τραγούδια της εποχής, αυτή ήταν η ατμόσφαιρα, που προσπάθησα να αποτυπώσω στο ρέκβιεμ για τον Μπελογιάννη», έλεγε στα «ΝΕΑ».

Δεν αισθανόταν διχασμένος ανάμεσα στη συμφωνική μουσική και την αβανγκάρντ πλευρά ή το λαϊκό. Είχε συνεργαστεί με τον Ξενάκη, είχε συνδεθεί με τον Τσιτσάνη. Είχε φίλους ποιητές (όπως τον Ρίτσο που συνυπέγραψαν το 1972 τα «11 λαϊκά τραγούδια του Γιάννη Ρίτσου»). «Στη μουσική υπάρχει το πρωτοποριακό (των φωτισμένων) και αυτό που έχει ποιότητα και παρουσία. Ο Τσιτσάνης είναι το ίδιο ευφυής με τον Ξενάκη, τον Ροδινό αλλά και τον  Μπαγιαντέρα με τις σπαρακτικές μελωδίες του. Ενα καλό τραγούδι θεραπεύει. Κι αυτό δεν είναι λίγο. Το ρεμπέτικο και το λαϊκό – ας πούμε – έσωσαν τους Ελληνες, τους παρηγόρησαν», σημείωνε ο ίδιος σε μια συνομιλία μας.

Ο ίδιος θεωρούσε κορυφαία του στιγμή βέβαια, κάτι άλλο που λίγοι έχουν στο δικό τους βιογραφικό. Κρατηθείτε: τη μουσική που έγραψε – πάνω από 20 ώρες – για τη σειρά του Εντγκαρ Ράιτς «HEIMAT I, II, III» (56 ώρες φιλμ), τη μεγαλύτερη κινηματογραφική ταινία όλων των εποχών. Και απέσπασε διθυραμβικές κριτικές από τον ξένο Τύπο.

Το «θηρίο» που άκουγε στο όνομα Μαμαγκάκης μπορούσε να γίνει οικείος στο ευρύ κοινό. Μπορούσε να γίνει απροσπέλαστος με τους πειραματισμούς του. Μπορεί να γίνει όμως και παραπέρα αντικείμενο έρευνας, τώρα που μας αποχαιρέτησε και ειδικά από τη νέα γενιά που ακομπλεξάριστα θα μπορέσει, ίσως, να καταδυθεί στις πιο δύσκολες μουσικές του περιοχές (η όπερα «Ερωτόκριτος και Αρετούσα» που εκδόθηκε από τον Σείριο του Χατζιδάκι είναι ένα έργο που μάλλον θα απασχολήσει τον μελλοντικό ερευνητή όπως και η πιο πρόσφατη όπερα «Οδύσσεια» βασισμένη στο έργο του Καζαντζάκη ή το «Μέγα Ορατόριο των Ελλήνων» του Στρατηγού Μακρυγιάννη). Το σύνολο του έργου του Μαμαγκάκη θα είναι από εδώ και πέρα ένα διαρκές στοίχημα για τον ανήσυχο ακροατή.


Στο σινεμά

Ο Νίκος Μαμαγκάκης έγραψε μουσική για τον κινηματογράφο, τόσο για τον πιο εμπορικό του Φίνου («Η Δασκάλα με τα ξανθά μαλλιά», «Η νεράιδα και το Παλικάρι» κ.ά.) όσο και για τον πιο ψαγμένο. Εγραψε μουσική και τραγούδια για την Αλίκη Βουγιουκλάκη ή την Τζένη Βάνου. Για την ποιητική ταινία «Ουρανός» του Τάκη Κανελλόπουλου, καθώς και για ταινίες του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου όπως «Λούφα και παραλλαγή», «Αρπα κόλλα» και «Βίος και πολιτεία» του Νίκου Περάκη.