Η κυβέρνηση της Ουγγαρίας υποχώρησε τελικά στις πιέσεις δανειστών και ευρωπαίων εταίρων και ο Πρωθυπουργός της χώρας Βίκτορ Ορμπάν δήλωσε έτοιμος να συμβιβασθεί για τους αμφιλεγόμενους νόμους οι οποίοι οδήγησαν στη διακοπή των συζητήσεων για περαιτέρω βοήθεια προς τη Βουδαπέστη. «Είμαι σκληρός μόνο όταν τα συμφέροντα της χώρας μου το απαιτούν και συμβιβάζομαι όταν τα συμφέροντα του ουγγρικού λαού το ζητούν», δήλωσε ο Ορμπάν σε δημοσιογράφους στο Στρασβούργο όπου μίλησε ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Πρόσθεσε ότι η κυβέρνησή του είναι διατεθειμένη «να ξαναγράψει εξ ολοκλήρου» δύο προσωρινά άρθρα του Συντάγματος, που τέθηκαν σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου, αν του το ζητήσει η ΕΕ.
Ο ούγγρος Πρωθυπουργός προσπαθεί να ξεκινήσουν και πάλι οι συζητήσεις με την Ευρωπαϊκή Ενωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για την οικονομική διάσωση της χώρας του, οι οποίες είχαν διακοπεί τον Δεκέμβριο λόγω της άρνησης του Ορμπάν να αλλάξει έναν νόμο για την κεντρική τράπεζα που τόσο η ΕΕ όσο και το ΔΝΤ θεώρησαν ότι αποδυναμώνει τη νομισματική πολιτική τους. Η ΕΕ επίσης απείλησε να προσφύγει στα δικαστήρια εναντίον της ουγγρικής κυβέρνησης επειδή παραβίασε την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας και επενέβη στο έργο των δικαστικών Αρχών, καθώς και της Αρχής προστασίας των προσωπικών δεδομένων.
Νωρίτερα, στην εμφάνισή του ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ο Ορμπάν άρχισε μιλώντας με μετριοπάθεια προτού καταλήξει σε εθνικιστικές κορόνες, έχοντας προφανώς στο μυαλό του ότι τον παρακολουθούν οι ούγγροι ψηφοφόροι του. Η τεχνολογία όμως δεν ήταν με το μέρος του...
Στις τρεις το μεσημέρι έπεσε... ο ιστότοπος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου λόγω των υπερβολικά πολλών συνδέσεων. Ετσι οι Ούγγροι δεν μπόρεσαν να παρακολουθήσουν απευθείας τη συζήτηση που είχε με τους ευρωβουλευτές ο Πρωθυπουργός τους, ο οποίος κατηγορείται για αυταρχικές παρεκκλίσεις. Και δεν είναι μόνον οι Ούγγροι που ήθελαν να την παρακολουθήσουν. Ο «Βικτάτορας», όπως αποκαλεί τον Ορμπάν η ουγγρική αντιπολίτευση, προκαλεί ανησυχία σε όλη την Ευρώπη.
Ο Ορμπάν παραδέχθηκε ότι ορισμένες από τις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις του δεν είναι συμβατές με το ευρωπαϊκό δίκαιο, αλλά ήταν απαραίτητες για να «ανορθώσει» τη χώρα του που βρισκόταν «κοντά στην κατάρρευση». Στο τέλος της ομιλίας του υπερασπίστηκε το «πνεύμα της χριστιανοσύνης και την οικογένεια» που, όπως ισχυρίστηκε, πλήττονται από την «πλειοψηφία» στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Το συντηρητικό Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, οι μοναρχικοί και η Ακροδεξιά, δηλαδή η πλειοψηφία του Ευρωκοινοβουλίου, τον υποστήριξαν, ωστόσο ο Πράσινος Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ τον κατηγόρησε ότι ακολουθεί τον ίδιο δρόμο με «τον Τσάβες και όλα τα ολοκληρωτικά και αυταρχικά καθεστώτα αυτού του κόσμου».