Το πανελλήνιο άρχισε να μιλάει γι' αυτόν από τη Δευτέρα 28 Ιουλίου 1975, όταν μαζί με τον Κ. Σταμάτη κάθησε στην εισαγγελική έδρα του Πενταμελούς Εφετείου στο οποίο προήδρευε ο αείμνηστος Γιάννης Ντεγιάννης. Στο εδώλιο οι είκοσι πρωταίτιοι του απριλιανού πραξικοπήματος, μεταξύ των οποίων ο Παπαδόπουλος, ο Παττακός, ο Μακαρέζος, ο Ιωαννίδης, ο Λαδάς και ο Σπαντιδάκης. Η είδηση του θανάτου του έφτασε με κάποιες μέρες καθυστέρηση στα εθνικής κυκλοφορίας φύλλα. Είχε προλάβει να τον ξεπροβοδίσει ο τοπικός Τύπος της γενέτειράς του, του Μεσολογγίου, εκεί όπου άφησε την τελευταία πνοή του σε ηλικία 90 ετών τη Δευτέρα 3 Οκτωβρίου, μετά από σύντομη ασθένεια.
Η αγόρευση του Σπύρου Κανίνια στη δίκη της χούντας έγινε τότε πρωτοσέλιδο και συμπύκνωσε το αίτημα της εποχής για Δημοκρατία και Δικαιοσύνη. «Οι κατηγορούμενοι και όσοι συνέπραξαν μετ' αυτών επέδραμαν κατά της ελληνικής πολιτείας, κατέλυσαν το δημοκρατικό πολίτευμα, σφετερίσθησαν την εξουσίαν και επέβαλαν δικτατορίαν. Η επιδρομή έγινε βάσει συνωμοτικού σχεδίου από μακρού εκπονηθέντος και εκτελεσθέντος με δυο σατανικά όπλα: την βία και την απάτη. (...) Η Δημοκρατία δεν αρνείται τον εαυτό της ακόμη και όταν δικάζη τους εχθρούς της. Το νόημα της δίκης αυτής συνίσταται εις την αποδοκιμασίαν της ύβρεως την οποίαν διέπραξαν οι κατηγορούμενοι καταλύσαντες την Δημοκρατίαν και περιφρονήσαντες έτσι τον άνθρωπον. (...) Η 21η Απριλίου 1967 ήτο διά την νεοελληνική πολιτικήν και κοινωνικήν ζωήν μας ένα σώμα ξένο και παράλογο, αφύσικο, ανώμαλο και αλλόκοτο. Την χαρακτηρίζω με τον εξής στίχο του εθνικού μας ποιητού: "Τέρας για να φοβηθής και μαζί για να γελάσης"».
Εκτός από την αναφορά στον «Δωδεκάλογο του γύφτου» του Κωστή Παλαμά, από την ιστορική αυτή αγόρευση δεν έλειπαν και οξείες παρατηρήσεις για τον ρόλο που έπαιξε μερίδα του Τύπου της εποχής: «Οι κατηγορούμενοι», αναφέρει, «εξαπέλυσαν μια "πατριωτική" εκστρατεία εκφοβισμού του λαού, στην οποίαν βοήθησαν μερικοί εγκάθετοι και μάλιστα δημοσιογράφοι, οι οποίοι από των στηλών των εφημερίδων μετέδιδον εις τον ελληνικόν λαόν ότι δήθεν ευρίσκεται υπό την άμεσον απειλήν κινδύνου εξ αναρχικών στοιχείων. Κατασκεύασαν ρεπορτάζ, κατασκεύασαν την φήμην περί οπλοστασίου. Επεδίδοντο εις την κατασκευήν δελτίων πληροφοριών ότι δήθεν εχθρικός στόλος πλέει εις τα ελληνικά πελάγη και ότι αγήματα αναρχικών θα αποβιβασθούν εις την Πελοπόννησον».
Ο Σπύρος Κανίνιας ανέλυσε την κορυφαία νομική εμπειρία της καριέρας του στο βιβλίο του «Νομικά θέματα», όπου συμπεριέλαβε τις πιο αξιόλογες νομικές μελέτες του, η ζωή του όμως δεν συνοψίζεται μόνο στην εξαιρετική του νομομάθεια και στη σοφία που προαπαιτείται για να γίνει κανείς λειτουργός της Δικαιοσύνης. Ηρεμος πάντα και στοχαστικός, διέψευσε το κλισέ που ταυτίζει τον εισαγγελέα με τον τιμωρό, προσθέτοντας ηπιότητα και κατανόηση για ό,τι φαινόταν (και ενδεχομένως ήταν) παραβατικό. Τολμώ να το ισχυριστώ γιατί θυμάμαι, αρχές της δεκαετίας του 1970, την αίσθηση που είχε προκαλέσει η καλαματιανή θητεία του στο υπερσυντηρητικό σώμα των ενόρκων, δηλαδή των γονιών και των θείων μας. «Ο Κανίνιας έβλεπε τον κατηγορούμενο σαν να ήταν το παραστρατημένο παιδί του», σχολίαζαν εντυπωσιασμένοι στις οικογενειακές μαζώξεις, εκεί που μια συμμετοχή σε δίκη από τα έδρανα των ενόρκων ισοδυναμούσε με το μεγάλο γεγονός της εβδομάδας.
Ο Σπύρος Κανίνιας μπήκε σε νεαρή ηλικία στο δικαστικό σώμα και διορίστηκε πάρεδρος στην Εισαγγελία Αθηνών, ενώ αργότερα υπηρέτησε στην Ηγουμενίτσα, στη Μυτιλήνη, στην Καλαμάτα, στη Ρόδο, στη Θεσσαλονίκη και στο Ναύπλιο. Το 1989, από την ανώτατη θέση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, έκλεισε 39 χρόνια υποδειγματικής δικαστηριακής συμπεριφοράς και επέστρεψε στο Μεσολόγγι όπου ολοκλήρωσε τον βίο του ειρηνικά, στο οικογενειακό του σπίτι, μελετώντας την ιστορία της πόλης του. Η αγάπη του γι' αυτήν αποκρυσταλλώθηκε στα βιβλία του «Η Δικαιοσύνη στο Μεσολόγγι 1821-1826», «Η παιδεία στο Μεσολόγγι επί Τουρκοκρατίας», «Ελευθερία - οι πολιορκίες και η Εξοδος του Μεσολογγίου σε ευρωπαϊκά ποιητικά, πεζά και μουσικά έργα», «Ο Χαρίλαος Τρικούπης και το Μεσολόγγι» και «Ο Αϊ-Λάζαρος», για τα οποία τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών.
Η ιστορία της οικογένειας Κανίνια όμως αρχίζει κι αυτή από πολύ παλιά. Στο μοναδικό πεζό του «Ο θάνατος του παλικαριού» ο Μεσολογγίτης Κωστής Παλαμάς αναφέρεται σε κάποιον Μάρκο Κανίνια, προφανώς μακρινό πρόγονο του εκλιπόντος, ενώ στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη διασώζεται έγγραφο του 1826 σχετικό με την ανταλλαγή αιχμαλώτων μετά την πολιορκία του Μεσολογγίου και αφορά την εξαγορά της Ειρήνης Κανίνια από τα σκλαβοπάζαρα της Αλεξάνδρειας.
Οσοι τυχεροί ζήσαμε από κοντά λίγη από την καθημερινότητα του Σπύρου Κανίνια δεν θα ξεχάσουμε ποτέ τον πολιτισμό του σπιτιού του. Τον έρωτα αλλά και την πνευματική επικοινωνία που τον ένωνε με τη σύζυγό του, μεσολογγίτισσα νομικό και λόγια, Ευαγγελία Κανίνια και το χιούμορ με το οποίο υποδεχόταν την εφηβική επέλασή μας στα πάρτι, στις εκδρομές και στις γιορτές των παιδιών τους, της Εριφύλης και του Νίκου.
Με ένα χαμόγελο και με ένα καλοπροαίρετο πείραγμα, χωρίς να το ξέρει, μας αναβάθμιζε σε νοματαίους. Ευχαριστούμε.
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από