Ο βίαιος θάνατος αυτών των ηγετών από τις σφαίρες ή το μαχαίρι κάποιου δολοφόνου είχαν μακροχρόνιες συνέπειες στην παλαιότερη και την πρόσφατη ιστορία. «ΤΑ ΝΕΑ» παρουσιάζουν από σήμερα ένα αφιέρωμα του γαλλικού περιοδικού «Μarianne» με θέμα δολοφονίες που άλλαξαν για πάντα το πρόσωπο του κόσμου.
«Καθώς υπάρχουν περισσότερα πολιτικά εγκλήματα απ΄ όσα θα μπορούσε να περιλάβει ένα ειδικό αφιέρωμα περιοδικού, η επιλογή μας μοιάζει αυθαίρετη και πράγματι είναι!», υπογραμμίζει το γαλλικό περιοδικό.
Οι δολοφονίες που παρουσιάζονται εδώ υπακούουν σ΄ ένα τρίπτυχο: θύμα, δράστης, ιδεολογικό κίνητρο. Η «μεροληψία» αυτή αποκλείει τους φόνους που διαπράχθηκαν από ανισόρροπους, αυτούς που οι δράστες τους δεν έγιναν γνωστοί (όπως στους φόνους των Ούλοφ Πάλμε, Ραφίκ Χαρίρι, Αννα Πολιτκόφσκαγια) και αυτούς που τα κίνητρά τους παραμένουν σκοτεινά (όπως στους φόνους των Τζων Κέννεντυ, Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ, Ιντιρα Γκάντι, τον οποίων γνωρίζουμε μεν τους δράστες, όχι όμως κι αυτούς που τις παρήγγειλαν).
16 Μαρτίου 1978, 9.05 π.μ., Ρώμη «Ενοπλος πυρήνας των Ερυθρών Ταξιαρχιών συνέλαβε και κρατά σε μια φυλακή του λαού τον Αλντο Μόρο, πρόεδρο της Χριστιανικής Δημοκρατίας. Η ένοπλη φρουρά του, αποτελούμενη από πέντε άνδρες, εξολοθρεύτηκε πλήρως». Με αυτές τις λίγες γραμμές ανέλαβαν μια ημέρα μετά οι Ερυθρές Ταξιαρχίες την ευθύνη για την απαγωγή του χριστιανοδημοκράτη πολιτικού. Την ημέρα εκείνη η ιταλική Βουλή έδωσε με τη διαδικασία του κατ΄ επείγοντος ψήφο εμπιστοσύνης στην τέταρτη κυβέρνηση Αντρεότι που είχε μια ιδιαιτερότητα: για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας θα συμμετείχαν κάποια στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος του Ενρίκο Μπερλίνγκουερ. Η Ιταλία, τότε, δεν ζούσε μόνο την περίοδο των «μολυβένιων χρόνων» με την έξαρση της «μαύρης» και της «κόκκινης» τρομοκρατίας, αλλά και του «ιστορικού συμβιβασμού». Αρχιτέκτονας της προσέγγισης ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά ήταν ακριβώς ο Αλντο Μόρο, ένας φωτισμένος εκπρόσωπος της ιταλικής «μποργκεζίας», πέντε φορές πρωθυπουργός της χώρας.
Από τις 16 Μαρτίου και για τις επόμενες 54 ημέρες, ο Μόρο θα έμενε φυλακισμένος στη «φυλακή του λαού». Στην πραγματικότητα ήταν ένα μικρό διαμέρισμα στην περιφέρεια της Ρώμης. Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες υπό την ηγεσία του σκληροπυρηνικού Μάριο Μορέτι ζητούσαν από τις ιταλικές αρχές την ανταλλαγή του Μόρο με τα ιδρυτικά στελέχη της οργάνωσης, τα οποία είχαν συλληφθεί και κρατούνταν στις φυλακές. Οι επαφές απέβησαν άκαρπες, καθώς η κυβέρνηση υιοθέτησε την αρχή ότι δεν διαπραγματεύεται για κανέναν λόγο με τους τρομοκράτες. Το γεγονός αυτό έριξε βαριά σκιά στην πολιτική ηγεσία της εποχής σχετικά με το εάν ήθελε πραγματικά να απαλλάξει τον πρώην πρωθυπουργό από την ομηρεία του και να τον γλιτώσει από τον θάνατο. Ο Αλντο Μόρο δολοφονήθηκε με 11 σφαίρες στο στήθος. Το δάχτυλο που πάτησε τη σκανδάλη 11 φορές ήταν του Μάριο Μορέτι.
Σε πορτ μπαγκάζ
Στις 9 Μαΐου του 1978, το μέλος των Ερυθρών Ταξιαρχιών Βαλέριο Μορούτσι τηλεφωνεί στις αρχές και ανακοινώνει ότι το πτώμα του πρώην πρωθυπουργού βρίσκεται στο πορτ μπαγκάζ ενός κόκκινου Ρενό 4 στη Βία Καετάνι, έναν δρόμο που βρισκόταν λίγες εκατοντάδες μέτρα τόσο από την έδρα της Χριστιανικής Δημοκρατίας όσο και του Κομμουνιστικού Κόμματος (ΡCΙ). Λίγες ώρες μετά παραιτείται ο υπουργός Εσωτερικών (μετέπειτα Πρόεδρος της Δημοκρατίας) Φραντσέσκο Κοσίγκα. Σχεδόν έναν χρόνο αργότερα, το ΡCΙ ανακοινώνει ότι θεωρεί λήξασα «την εμπειρία του ιστορικού συμβιβασμού». Από τη «φυλακή του λαού» ο Αλντο Μόρο είχε στείλει αρκετές επιστολές με παραλήπτες την οικογένειά του, την ηγεσία του κόμματός του ακόμη και τον Πάπα. Το τελευταίο του γράμμα απευθυνόταν στην οικογένειά του. «Πολυαγαπημένη μου Νορέτα, έπειτα από μια στιγμή αισιοδοξίας, νομίζω ότι φτάσαμε στο τέλος… Να είσαι δυνατή, πολυαγαπημένη μου, σε αυτήν την παράλογη και ακατανόητη δοκιμασία. Θα ήθελα να δω με τα μικρά θνητά μάτια μου πώς θα είναι μετά. Εάν υπάρχει φως θα είναι πανέμορφα. Ολα είναι μάταια όταν δεν υπάρχει θέληση για να ανοιχτεί η πόρτα. Ο Πάπας έκανε πολύ λίγα πράγματα: θα έχει τύψεις».
Το παρασκήνιο
Στην Ιταλία χύθηκε πολύ μελάνι για τους θεατούς και αθέατους πρωταγωνιστές της δολοφονίας του Αλντο Μόρο. Από το γαϊτανάκι των μη διασταυρωμένων πληροφοριών και των απίθανων αποκαλύψεων δεν θα μπορούσαν να λείπουν η ΚGΒ, η CΙΑ, η ισραηλινή Μοσάντ, οι ιταλικές μυστικές υπηρεσίες, η μασονική στοά της Ιταλίας, το Βατικανό και η Gladio (Προβιά), η παρακρατική οργάνωση που είχε συσταθεί για την αντιμετώπιση ενός ενδεχόμενου κομμουνιστικού κινδύνου.
Παρά τις πέντε δικαστικές έρευνες, τις περίπου δέκα αποφάσεις, τις μαρτυρίες των μετανοημένων μελών των Ερυθρών Ταξιαρχιών, τις μακροχρόνιες εργασίες μιας ad hoc κοινοβουλευτικής επιτροπής και καμιά εικοσαριά βιβλία, πολλές πτυχές της υπόθεσης παραμένουν στο σκοτάδι. Οπως φαίνεται και από την τελευταία του επιστολή, ο ίδιος ο Μόρο είχε κατηγορήσει ανοικτά το κόμμα του αλλά και την Αγία Εδρα ότι έκαναν λίγα ή τίποτε για να την απελευθέρωσή του. Αυτήν την άποψη συμμεριζόταν και η οικογένειά του. Η οργή της συζύγου του- η οποία πέθανε πρόσφατα, σε ηλικία 94 ετών- και των δυο παιδιών του ήταν τόσο μεγάλη απέναντι στο κράτος, που αρνήθηκαν την κηδεία δημοσία δαπάνη και τις τιμές που αποδίδονται σε έναν πρώην πρωθυπουργό.
Η αρχή του τέλους
Ο Αλντο Μόρο άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 61 ετών. Η δολοφονία του άνοιξε μια βαθιά πληγή στο σώμα της ιταλικής κοινωνίας. Παράλληλα, όμως, σηματοδότησε την αρχή του τέλους των «μολυβένιων χρόνων». Η απόφαση για τη δολοφονία του προκάλεσε βαθύ διχασμό ακόμη και στους απαγωγείς του Μόρο. Πολλά μέλη των Ερυθρών Ταξιαρχιών, ανάμεσα στους οποίους ο γραμματοκομιστής Βαλέριο Μορούτσι, είχαν εκφράσει τη διαφωνία τους αλλά χωρίς να εισακουστούν από την σκληροπυρηνική ηγεσία της δεύτερης γενιάς της οργάνωσης. Ή μήπως η δολοφονία ήταν ανεξάρτητο γεγονός από τις διεργασίες στο εσωτερικό των «Μπριγκατίστι»; «Επρεπε να θυσιάσουμε τον Μόρο για να διατηρήσουμε τη σταθερότητα του ιταλικού κράτους». Είναι μια θέση που αποδίδεται στον Φραντσέσκο Κοσίγκα.
ΑΠΟ ΤΗ «ΦΥΛΑΚΗ
του λαού» ο Αλντο Μόρο είχε στείλει αρκετές επιστολές με παραλήπτες την οικογένειά του, την ηγεσία του κόμματός του ακόμη και τον Πάπα. Για τον Ποντίφικα αναφέρει στο τελευταίο του γράμμα «ο Πάπας έκανε πολύ λίγα πράγματα: θα έχει τύψεις»…






