Μανιώδης. Να μια λέξη που μου ταίριαζε γάντι την εποχή που κάπνιζα. Έτσι τουλάχιστον θα χαρακτήριζα κάποιον που στις 4 τα ξημερώματα μπαίνει στο αυτοκίνητο για να βρει στο Σύνταγμα ανοιχτό περίπτερο για να πάρει τσιγάρα. Ή ξεκινάει να πάει σε πάρτι και κουβαλάει μαζί του 4 πακέτα μήπως και ξεμείνει. Αυτή ήμουν εγώ μέχρι το 2000. Μετά το έκοψα. Και για να πω την αλήθεια, πολύ εύκολα, τόσο που να χτυπάω το κεφάλι μου στον τοίχο, γιατί επί περίπου 20 χρόνια πίστευα ότι ήμουν απολύτως εξαρτημένη- πράγμα που αποδείχθηκε τελικώς αναληθές.


Η ζωή μου ως καπνίστρια άρχισε γύρω στα δεκάξι. Χάρμα οφθαλμών: παιδάκια σε καφετέριες της Λάρισας, πάντα στα πατάρια για εξασφαλισμένη μυστικότητα, με απανωτά φραπέ και μερακλίδικα τσιγάρα. Η σχέση μου αυτή εξελίχθηκε ραγδαία. Δύο χρόνια μετά, φοιτήτρια και χωρίς λόγο να κρύβομαι πια, το τσιγάρο κόλλησε στο χέρι μου- το οποίο παρεμπιπτόντως άρχισε να κιτρινίζει. Τα πακέτα στην τσάντα μου σταθεροποιήθηκαν- δυο ημερησίως- όπως και η μάρκα. Από τα είκοσι χρόνια μου και μετά δεν την άλλαξα. Τα χρόνια περνούσαν, οι συνθήκες της ζωής μου άλλαζαν, αλλά ο άσσος σκέτος παρέμενε σταθερός. Γεγονός που είχε και τα καλά του- σπανίως μου έκαναν τράκα- αλλά και τα κακά του- είχα πάντα στο μυαλό μου να μην ξεμείνω, γιατί ούτε κι εγώ μπορούσα να κάνω τράκα, ή έφευγα για ταξίδι στο εξωτερικό κουβαλώντας κούτες από το αεροδρόμιο. Ήμουν πανευτυχής με το τσιγάρο μου και γι΄ αυτό ποτέ δεν προσπάθησα να το κόψω. Ούτε που το είχα σκεφτεί, δηλαδή. Μέχρι που έκλεισα τα 40 κι εντελώς τυχαία έκανα το κλικ!

Από τα είκοσι χρόνια μου, όλα άλλαζαν, αλλά ο άσσος σκέτος παρέμενε σταθερός

Η αφορμή. Αποφάσισα να κόψω το κάπνισμα λόγω μιας εικόνας, την εικόνα μιας γυναίκας που ποτέ δεν είχα δει χωρίς τσιγάρο. Που άρχιζε να πει μια ιστορία και ο λόγος της κοβόταν από τον βήχα. Και το χειρότερο: γελούσε και το γέλιο της εξελισσόταν σε έναν βήχα που την έπνιγε. Αυτή η εικόνα μου καρφώθηκε και ήταν το μόνο (από όσα είχα διαβάσει, ακούσει και γράψει) που πραγματικά με τρόμαξε. Φαντάστηκα τον εαυτό μου λίγα χρόνια αργότερα, με αυτόν τον χρόνιο βήχα των καπνιστών, να προκαλώ απέχθεια στους άλλους. Έκοψα το τσιγάρο για λόγους αισθητικής, δηλαδή.

Βεβαίως προμηθεύτηκα τα απαραίτητατσίχλες, καραμέλες και κομπολόγια. Βεβαίως είχα ερωτήματα που με βασάνιζαν: Πώς θα μπορώ να γράφω χωρίς ένα τσιγάρο να καίει δίπλα μου; Πώς θα απολαμβάνω ένα ποτήρι ουίσκι χωρίς να καπνίζω; Γενικώς, πώς θα διασκεδάζω ή πώς θα λυπάμαι, αφού όλα ήταν συνδεδεμένα με το να βγάζω καπνό από τα ρουθούνια μου. Τελικά τίποτα από τα απαραίτητα δεν ήταν απαραίτητο και αποδείχθηκε ότι δεν υπήρχε και κανένας λόγος αγωνίας. Συνέχισα να γράφω, να πίνω, να διασκεδάζω και να στενοχωριέμαι χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα. Και μάλιστα χωρίς να μασάω τσίχλα.

Το πρόγραμμα. Η σκέψη να κόψω το τσιγάρο (το κλικ που έλεγα παραπάνω) μου ήρθε Νοέμβριο. Και αφού το αποφάσισα μέσα μου, άρχισα να το οργανώνω. Κατ΄ αρχάς το πότε. Υπολόγισα ότι ερχόταν μια πιεσμένη επαγγελματικά περίοδος μέσα στον Δεκέμβριο και ακολουθούσαν οι γιορτές, άρα 10 Ιανουαρίου του 2000 ήταν η τέλεια ημερομηνία. Επί δυόμισι μήνες απολάμβανα τα τελευταία τσιγάρα και έλεγα σε φίλους και γνωστούς ότι κόβω το τσιγάρο. Ευτυχώς ήμουν σίγουρη για τον εαυτό μου, γιατί απ΄ ό,τι κατάλαβα οι περισσότεροι φίλοι μου είχαν αμφιβολίες. «Ναι, καλά», μου είπαν οι περισσότεροι. «Πάω στοίχημα ότι αποκλείεται», είπαν κάποιοι άλλοι- και είμαι σίγουρη ότι δεν κατάλαβαν πόσο πολύ με βοήθησαν, καθώς ο εγωισμός μου δεν μου επέτρεπε να ακούσω τη μισητή σε κάθε περίπτωση φράση «είδες που στα ΄λεγα»;

Την καθορισμένη ημερομηνία αγόρασα τον τελευταίο άσσο σκέτο και τον άφησα στο τραπεζάκι του σαλονιού, έτσι για να ξέρω ότι αν θέλω καπνίζω. Το τσιγάρο για μένα τέλειωσε εκείνη την ημέρα. Χωρίς να μου λείψει. Χωρίς να γίνω νευρική. Χωρίς να αρπάζομαι με το παραμικρό. Χωρίς να χαλάσει ο ύπνος μου. Χωρίς να ζήσω εν πάση περιπτώσει όλα αυτά τα τραγικά που μου περιέγραφαν φίλοι που το είχαν επιχειρήσει νωρίτερα. Και χωρίς να γίνω υστερική με το τσιγάρο των άλλων.

Το τσιγάρο για μένα τέλειωσε εκείνη την ημέρα.

Χωρίς να μου λείψει

Υπήρξε μόνο μία στιγμή της ημέρας που πραγματικά θα ΄θελα να κάπνιζα- το πρωί, όταν έμπαινα στο αυτοκίνητο για να πάω στη δουλειά, δυνάμωνα τη μουσική και άναβα τσιγάρο. Αυτό το τσιγάρο (που δεν ήταν καν το πρώτο της ημέρας) ήταν το μοναδικό που μου έλειψε.

Χαλάλι του όμως. Γιατί για μένα το κέρδος από το κόψιμο του τσιγάρου δεν έχει να κάνει ούτε με την υγεία, ούτε με τα δόντια που ξαναβρίσκουν το λευκό τους χρώμα, ούτε με τα δάχτυλα που δεν είναι πια κίτρινα, ούτε με τα ρούχα και τα δωμάτια που δεν μυρίζουν. Έχει να κάνει με την απίστευτη και αναζωογονητική αίσθηση της ελευθερίας, όταν δεν είσαι εξαρτημένος από κάτι.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.