Από καθηγητής Οικονομικών στο Λονδίνο και σύμβουλος του Ανδρέα Παπανδρέου βρέθηκε να «χάνεται» στη χώρα της σάμπας. Μιας σάμπας που μοιάζει με «λαϊκό κίνημα», όπως λέει ο Γιώργος Κατηφόρης
O Πελέ έλεγε: «Μόνο τρία πράγματα κάνουν καλά οι συμπατριώτες μου: ου καρναβάλ, ου φουτεμπόλ ε ου αμόρ». Ο καθηγητής Γιώργος Κατηφόρης είδε όμως και θαύμασε πολύ περισσότερα. Τι δουλειά όμως έχει ένας καθηγητής στη Βραζιλία; Βέβαια δεν μιλάμε για οποιονδήποτε καθηγητή. Οικονομολόγος με ειδικότητα τη μαρξιστική θεωρία, ειδικότητα που σε γενικές γραμμές συμβαδίζει και με τις πεποιθήσεις του, ο Γιώργος Κατηφόρης υπήρξε οικονομικός σύμβουλος του Ανδρέα Παπανδρέου σε δύο διαφορετικές περιόδους διακυβέρνησης της χώρας από το ΠΑΣΟΚ, ενώ έκανε και δύο θητείες ευρωβουλευτής με σημαντικές θέσεις στο Ευρωκοινοβούλιο. Προηγουμένως ήταν καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Κυρίως όμως είναι ένας ανήσυχος πολίτης, ένας ανήσυχος άνθρωπος.

Εκείνη την περίοδο, που ήταν ακόμα μόνο καθηγητής, είχε αρχίσει να βαριέται την καθηγητική ζωή στο αυστηρό αγγλικό πανεπιστημιακό πλαίσιο. Όπως ωραία εξιστορεί στο βιβλίο του «Σάμπα και κολέγιο», που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο, ήξερε όχι μόνο τι θα έλεγε ο κάθε συνάδελφός του στον απογευματινό καφέ, ήξερε μέχρι και τις λέξεις που θα χρησιμοποιούσε για να το πει. «Μέσα μου, ανεπίγνωστα, ωρίμαζε η ανάγκη της μεγάλης φυγής. Μιας δεύτερης μεγάλης φυγής, μετά την αναγκαστική πρώτη, όταν ζήτησα στην Αγγλία επαγγελματικό άσυλο από τα αδιέξοδα και τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων των διορισμών της τότε Ελλάδας. Μου είχε γίνει απαραίτητη μια δεύτερη απόδραση και μάλιστα προς την αντίθετη κατεύθυνση από την πρώτη». Έτσι ακολούθησε τα χνάρια του μοναδικού Άγγλου συναδέλφου του που έδειχνε χαρούμενος και ευτυχής. Ήταν εκείνος που πήγαινε τακτικά και δίδασκε στη Βραζιλία, με προγράμματα επιστημονικών ανταλλαγών. Αυτό το πρώτο ταξίδι στο Ρεσίφε, την πρωτεύουσα της πολιτείας Περναμπούκο, που κράτησε τέσσερις εβδομάδες, του άλλαξε τη ζωή.

ΙΝFΟ

Γιώργος Κατηφόρης «Σάμπα και κολέγιο», Εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 504, Τιμή:

20 ευρώ.

«Το πρώτο πράγμα που με μάγεψε στη Βραζιλία ήταν η μουσική», λέει στα «ΝΕΑ». «Την άκουγα από τα μεγάφωνα του καφενείου δίπλα από το ξενοδοχείο μου. Έπαιζε πάντα τους ίδιους δίσκους. Το δεύτερο ήταν ο χορός. Ένα βράδυ πήγα μόνος σε γειτονικό μπαρ. Μια παρέα που γιόρταζε κάποια γενέθλια με κάλεσε στη γιορτή τους. Με τη διαβεβαίωση του μπάρμαν που τον ήξερα, ότι είναι δικοί του άνθρωποι, τους ακολούθησα σε ένα άλλο μαγαζί στο λιμάνι. Εκεί ήμουν θεατής της ωραιότερης σάμπας που είδα να χορεύουν ποτέ. Φτωχοί άνθρωποι που έβαζαν κέρματα στο τζουκ μποξ και χόρευαν. Τους βλέπεις καθιστούς και μοιάζουν κακόμοιροι. Σηκώνονται και χορεύουν σαν άγγελοι».

Εντέλει δεν άργησε και η τρίτη αιτία της μαγείας. Ο έρωτας. Και μάλιστα κεραυνοβόλος. Μια ερωτική ιστορία που άντεξε στον χρόνο, παρά τα συνεχή πηγαινέλα στο τρίγωνο Ελλάδα- Βρετανία – Βραζιλία και πολλά χρόνια αργότερα κατέληξε σε γάμο.

Ίσως όμως αν σκάψει κανείς βαθύτερα, μπορεί να βρει και ιδεολογικούς λόγους. «Με συγκίνησε αυτή η αίσθηση λαϊκού κινήματος που υπάρχει στην προσπάθειά τους. Μια ηρωική κατάφαση της ζωής που τους διακρίνει», μας λέει. Να είναι η ανώμαλη προσγείωση στα γνωστά λιμνάζοντα ύδατα της δυτικής δημοκρατίας; Για έναν άνθρωπο μάλιστα που έζησε από πρώτο χέρι την ανάδειξη της Αριστεράς στην εξουσία με τις δικαιώσεις και τις διαψεύσεις της; Και που μεγάλωσε, παιδί, με το κλίμα του εαμικού αγώνα;

«Είναι αλήθεια ότι η Βραζιλία έχει ένα τέτοιο πνεύμα και μάλιστα σε πολύ μεγαλύτερη ένταση. Υπάρχει μια αδάμαστη ζωτικότητα με την οποία αγωνίζονται να ξεπεράσουν τη φτώχεια. Και αυτή η ζωτικότητα με τράβηξε. Η δική μου γενιά έχει προσλαμβάνουσες στην ίδια ευθεία. Αλλά πολύ μικρότερης έντασης. Αυτοί βγάζουν από την πέτρα λουλούδι».

Αυτό δεν σημαίνει ότι τα πράγματα είναι ρόδινα. «Η φτώχεια και η εξαθλίωση σε τραβούν από το μανίκι. Απορείς πώς δεν εξεγείρονται. Πριν να πάω εκεί, πίστευα πραγματικά ότι ο κόσμος κινείται προς μια μεγάλη επανάσταση. Ο Κίσινγκερ, από τη δική του σκοπιά, σε ένα βιβλίο του έδειχνε ότι το φοβόταν. Αλλά εκεί άλλαξα γνώμη. Δεν ήξερα πώς λειτουργεί ο Τρίτος Κόσμος. Πως τα ΄χει βρει με τη φτώχεια. Παρά τη βία και την ακραία ανισότητα. Διερωτώμαι εντέλει αν θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει εξέγερση χωρίς ιδεολογία. Ο Λένιν έλεγε άλλωστε: “Χωρίς επαναστατική θεωρία δεν γίνεται επαναστατική πράξη”. Ίσως είχε δίκιο».

Το βιβλίο του είναι απολαυστικό. Περιγράφει όλες του τις περιπέτειες εκεί, από την ώρα που προσγειώθηκε το αεροπλάνο και χωρίς εκείνος να καταλάβει ότι ο κόσμος κατεβαίνει παρά λίγο να πάρουν τη σκάλα και να μείνει μέσα, μέχρι απίστευτα επεισόδια στη ζούγκλα, με λαθρέμπορους και αεροπλάνα που εκτοξεύονταν σαν καταπέλτες επειδή ο αεροδιάδρομος της ζούγκλας ήταν μικρός. Γράφει για όλα, ακόμη και για τις 210 υποκατηγορίες δέρματος που χωρίζουν τις τρεις βασικές διασταυρώσεις Πορτογάλων, Αφρικανών και Ινδιάνων: τους μουλάτους (και τις μουλάτες), τους μαμελούκους και τους καφούζους.

«Δεν αναζητούν τον άλλο δρόμο»


«Όσο κι αν παριστάνουν τους θεματοφύλακες της επιστημονικής αντικειμενικότητας, οι περισσότεροι επαγγελματίες οικονομολόγοι δεν έπαψαν τις τελευταίες δεκαετίες να στηρίζουν τις πιο αντιδραστικές επιλογές στον τομέα της οικονομικής πολιτικής, ακόμα και όταν κατέληγε, όπως και έγινε, στην αύξηση της φτώχειας και της ανεργίας στις χώρες του Πρώτου, της πείνας και της δυστυχίας στις χώρες του Τρίτου Κόσμου», γράφει στο βιβλίο του ο Γιώργος Κατηφόρης. Φαίνεται, σχολιάζουμε, ότι όλοι έχουν βαλθεί να μας πείσουν ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος. «Εγώ πιστεύω ότι υπάρχει άλλος δρόμος. Απλώς δεν τον αναζητάει κανείς», λέει.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail