Άνετη και ισχυρή εμφανίζεται η κυβέρνηση Καραμανλή, αλαζόνες και αυταρχικοί
οι υπουργοί της, φαντάζουν βέβαιοι και σίγουροι για το μέλλον, παρασύρονται
από τον λόγο τους, φορτώνουν προκαταβολικά τις αδυναμίες τους στο δήθεν κακό
παρελθόν, δεν έχουν μάτια να δουν πως η επίδοσή τους είναι πενιχρή και το
προσφερόμενο αποτέλεσμα στην κοινωνία μηδαμινό.






Πολιτεύονται συνεχώς διά τεχνασμάτων, υπερχρησιμοποιούν τη συγκυρία, ενεργούν
με πονηρία, νομίζουν ότι εκεί έξω δεν υπάρχουν αυστηροί κριτές, παρά μόνο
χειροκροτητές.


Μέχρι πρότινος, παρ' ότι γνώριζαν τις δυσκολίες του προϋπολογισμού, παρ' ότι
τα στοιχεία μετέδιδαν κάμψη εσόδων και ακαμψία δαπανών, προπαγάνδιζαν ότι
κερδίζουν τη μάχη των δημοσίων οικονομικών, ότι το 2007 θα επιτύχουν έξοδο από
το καθεστώς της επιτήρησης και πως οσονούπω ο λαός θα απολαύσει το μέρισμα της
ανάπτυξης και της προόδου, που αυτοί διά των ιδεών και των προσπαθειών τους
επιτυγχάνουν.


Όμως από νωρίς φαινόταν, από τον Απρίλιο ακόμη, ότι μόλις πάψει η ευεργετική
επίδραση των εισπρακτικών μέτρων του περσινού Απριλίου, τα πράγματα θα
δυσκόλευαν, ο προϋπολογισμός δεν θα έβγαινε, οι Βρυξέλλες θα αντιδρούσαν, οι
παροχές δεν θα μπορούσαν να δοθούν και επιπλέον η αλυσίδα της οικονομίας θα
αναδείκνυε σιγά σιγά τα αδιέξοδά της.


Ήταν, άλλωστε, χαρακτηριστική η εμμονή των Βρυξελλών σε διαρθρωτικά μέτρα
μόνιμου χαρακτήρα, όποτε ο υπουργός Οικονομίας μετέδιδε τη συνήθη σιγουριά και
βεβαιότητα.


Το παιχνίδι με τα καύσιμα. Γνώριζαν, λοιπόν, ότι ο προϋπολογισμός δεν
έβγαινε και γι' αυτό εκμεταλλεύθηκαν στον μέγιστο βαθμό την άνοδο των διεθνών
τιμών του πετρελαίου, μη ασκώντας οποιαδήποτε πίεση στα διυλιστήρια ούτε στην
εμπορία των πετρελαιοειδών να συγκρατήσουν τις τιμές. Χωρίς να διστάσουν
μάλιστα, στη φάση του ανοδικού κύκλου των τιμών του πετρελαίου ενεργοποίησαν
το μέτρο προσαρμογής του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα κοινοτικά μέτρα,
κάνοντας χρήση μιας απόφασης του Ecofin του 2003, η οποία έθετε ως χρονικό
όριο το 2010, αλλά εφιστούσε την προσοχή όπως αυτή η προσαρμογή εξελιχθεί σε
χρόνο υποχώρησης των τιμών.


H αγωνία των εσόδων, όμως, άλλα απαιτούσε. Όταν μάλιστα ήρθε ο πόλεμος στον
Λίβανο και η κινδυνολογία περίσσευσε - όπως συνήθως συμβαίνει σε τέτοιες
περιπτώσεις - το οικονομικό επιτελείο άδραξε την ευκαιρία και επέβαλε νέο κύμα
αύξησης των έμμεσων φόρων.


Προχθές, την ημέρα διακοπής των εργασιών της Βουλής, εν μέσω θέρους, έφεραν
διατάξεις που επέβαλαν αυξήσεις φόρων στα τσιγάρα, στα τέλη της κινητής
τηλεφωνίας και στα αφορολόγητα αποθεματικά των Τραπεζών.


Το «κλαμπ της Εκάλης», η ομάδα που προκρίνει τα της οικονομικής πολιτικής,
ορίζει τις κρατικές επιχειρηματικές πράξεις και επιλέγει ξένους συμβούλους στα
μισά ενός αγώνα τένις, δεν έχει λόγους να σκεφθεί πολύ για τις συνέπειες των
επιλογών της.


Τον Ιούλιο, όπως τα στοιχεία δείχνουν, ο πληθωρισμός θα σκαρφαλώσει στο 4%,
στο υψηλότερο σημείο από την ένταξη στην ευρωζώνη, διευρύνοντας την απόσταση
από τον μέσο κοινοτικό όρο. Αν μάλιστα προσμετρηθεί και η επίπτωση των
προχθεσινών αποφάσεων, πιθανώς ο πληθωρισμός να ανέβει ακόμη περισσότερο και
να ενισχύσει τις εισοδηματικές φθορές που τα περισσότερα νοικοκυριά
υφίστανται.


Δεν τα βγάζουν πέρα. Πάντως όπου να σταθεί κανείς, στην ύπαιθρο και
στις πόλεις, ακούει διαμαρτυρόμενους και αγανακτισμένους πολίτες που δεν τα
βγάζουν πέρα, που αισθάνονται το εισόδημα πενιχρό και ανεπαρκές ακόμη και για
τις βασικές ανάγκες. Πληθαίνουν οι οικογενειάρχες που βρίσκονται στη δυστυχή
θέση και εκλιπαρούν για λίγα δανεικά, επειδή δεν έχουν να εξοφλήσουν τους
λογαριασμούς ή επειδή δεν είναι σε θέση να πληρώσουν τη δόση του δανείου και
απειλείται η ιδιοκτησία της κατοικίας τους.


Το εισοδηματικό άγχος καταπιέζει ολοένα και περισσότερους ανθρώπους, η ανεργία
βασανίζει τις περισσότερες των οικογενειών, το μοντελάκι που το «κλαμπ της
Εκάλης» μεταφέρει στην ελληνική οικονομία για την ώρα δεν φέρνει δουλειές, δεν
προσφέρεται για προπαγάνδα, παρά μόνο για περισυλλογή και προσευχή μην κάτσει
η στραβή, που θα 'λεγε ο λαός.


Τα προσπερνούν όμως όλα τούτα οι σχεδιαστές της οικονομικής πολιτικής. Θέλουν
να αγνοούν τη συσσώρευση βάρους στην κοινωνία, δεν υπολογίζουν τις εστίες
δυσαρέσκειας που συνεχώς προσθέτουν ούτε αναγνωρίζουν τις απώλειες πεδίων
ηθικής υπεροχής που συνεχώς καταγράφουν.


Οι «κύριοι 15%». Όλα τούτα και άλλα πολλά, που άλλα έρχονται στο φως
της δημοσιότητας και τα περισσότερα, για την ώρα, απλώς σιγοψιθυρίζονται στους
διαδρόμους των υπουργείων, των Τραπεζών και των επιχειρήσεων για τους «κυρίους
15%» δεν είναι αμελητέα. Ο καιρός θα φέρει τις αποδείξεις. Σύντομα η κυβέρνηση
θα βρεθεί σε θέση απολογούμενου για πράξεις που θα την εκθέσουν ανεπανόρθωτα
στα μάτια της κοινής γνώμης. Εκείνο το αίσθημα ηθικής υπεροχής που της
προσέφερε την εκλογική νίκη θα τείνει με τον καιρό να χαθεί. Όταν αυτό χαθεί
και δεν υπάρχουν ούτε συγκεκριμένα αποτελέσματα, τότε οι σημερινές βεβαιότητες
θα χαθούν και οι εκλογές μόνο περίπατος δεν θα είναι για την «αγέρωχη»
νεοδημοκρατική ηγεσία.


ΓΙΑ THN ΠΡΟΕΞΟΦΛΗΜΕΝΗ ΕΞΑΓΟΡΑ ΤΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ



Εταιρεία συμβούλων θα εισπράξει 30 εκατ. ευρώ



Τα πράγματα στην πολιτική δεν ήταν, ούτε θα είναι ποτέ ευθύγραμμα. Μπορεί επί
του παρόντος να μην κεφαλαιοποιείται από την αντιπολίτευση η δυσαρέσκεια των
πολιτών, μπορεί ακόμη η κοινή γνώμη να παρακολουθεί απαθής τις επιχειρηματικές
κινήσεις των κυβερνώντων, να μη συγκινείται από τις πράξεις δισεκατομμυρίων
ευρώ, να μην ενοχλείται από τις αστρονομικές προμήθειες που γόνοι αστικών
οικογενειών εξασφαλίζουν για τις Τράπεζές τους και ένας Θεός ξέρει για ποιους
άλλους, έναντι των υποτιθέμενων σπουδαίων υπηρεσιών που προσφέρουν.


H αμφισβήτηση αρχίζει και σιγοκαίει, η σεμνότης και η ταπεινότης - αυτά τα
επιθεωρησιακά στοιχεία των πρώτων ημερών - έχουν προ πολλού χαθεί, όλες
εκείνες οι από άμβωνος πρωθυπουργικές διακηρύξεις μοιάζουν έπεα πτερόεντα, τα
οποία ουδείς των κυβερνητικών στελεχών θέλει, μα ούτε δύναται να επαναλάβει.


Λέγεται χαρακτηριστικά ότι για τη μία και μόνη, την προετοιμασμένη και
προεξοφλημένη από το 2001, προσφορά εξαγοράς της Εμπορικής Τράπεζας, η
επιλεγείσα χωρίς διαγωνισμό από τον υπουργό Οικονομίας εταιρεία συμβούλων θα
λάβει ως αμοιβή το 1% της πράξης που θα συντελεσθεί (περίπου 30 εκατ. ευρώ).