H σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα στον τομέα των εργασιακών σχέσεων
παρουσιάζει μια ακραία, άδικη και αδικαιολόγητη πόλωση. Στο ένα άκρο βρίσκουμε
έναν ανθρωποβόρο ιδιωτικό τομέα, ο οποίος συχνά δεν σέβεται ούτε τα στοιχειώδη
εργασιακά δικαιώματα, ενώ στον αντίποδα συντηρούμε έναν οιονεί δημόσιο τομέα
που παρέχει στους απασχολούμενους όχι απλώς ασφάλεια, αλλά την αίσθηση του
«βολέματος» και ουσιαστικά την έλλειψη κοινωνικής ευθύνης και λογοδοσίας.


H γεφύρωση του τεράστιου χάσματος που χωρίζει τους δύο αυτούς κόσμους είναι
μια αναγκαιότητα που επιβάλλεται να αντιμετωπίσουμε άμεσα. Ήδη σήμερα, με το
ποσοστό ανεργίας να κινείται σε διψήφιο νούμερο και την αβεβαιότητα να
πριμοδοτεί τις επιχειρήσεις ώστε να επιβάλουν ακόμη επαχθέστερους όρους στους
εργαζόμενους, η ύπαρξη νησίδων προκλητικά προνομιακής μεταχείρισης,
νομοτελειακής εργασιακής μακαριότητας και περιορισμένης παραγωγικότητας που
συναντούμε συχνά στον ευρύτερο δημόσιο τομέα αποτελεί πρόκληση. H ελληνική
κοινωνία δικαιούται να απαιτεί ίση μεταχείριση για όλους τους
εργαζόμενους.
Όλοι πρέπει να κρίνονται για την ποσότητα και ποιότητα
του έργου τους,
ιδιαίτερα εκείνοι που μισθοδοτούνται από την τσέπη των
υπολοίπων
.


Τι πρέπει να γίνει λοιπόν; Να διαγράψουμε τα κεκτημένα του ευρύτερου δημόσιου
τομέα και να τον εξομοιώσουμε με τον ιδιωτικό; Αυτό σε καμία περίπτωση δεν θα
αποτελούσε λύση. Εκείνο που χρειαζόμαστε είναι μια εναρμόνιση των πρακτικών
που εφαρμόζονται στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, μια «χρυσή τομή» που θα
αμβλύνει τις ανισότητες και θα οδηγήσει σε θεαματικά καλύτερα αποτελέσματα.


Το κεκτημένο της μονιμότητας κατοχυρώθηκε σχεδόν έναν αιώνα πριν, όταν το
ελληνικό κράτος αδυνατούσε να εξασφαλίσει έστω και στοιχειωδώς τη λειτουργία
της δημόσιας διοίκησης, εξαιτίας της απόλυτης κυριαρχίας του κομματισμού και
των πελατειακών σχέσεων. Επιλέξαμε λοιπόν, και σωστά, να διασφαλίσουμε πρώτα
απ' όλα πως οι κρατικές υπηρεσίες δεν θα αποτελούν λάφυρο της εκάστοτε
κυβέρνησης, τοποθετώντας σε δεύτερη μοίρα τον έλεγχο της απόδοσης των
υπηρεσιών αυτών και την επάρκεια των υπαλλήλων τους. Τυπικά η μονιμότητα
χαρακτηρίζει τις σχέσεις εργασίας αποκλειστικά στον στενό δημόσιο τομέα, στην
πράξη όμως το ίδιο καθεστώς επικρατεί και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Σήμερα
ωστόσο η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική. H εξυπηρέτηση του
πολίτη,
η αποδοτικότητα, η παραγωγικότητα και η
ανταγωνιστικότητα δεν μπορούν πια να μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα.
H
νοοτροπία του «βολέματος», η «δεσποτική» αντιμετώπιση του πολίτη, η
ελαχιστοποίηση της παραγωγικότητας και το χαμηλό επίπεδο εξυπηρέτησης
βρίσκονται σε άμεση συνάρτηση με τη λογική της μονιμότητας.


H άρση της μονιμότητας στον ευρύτερο δημόσιο τομέα λοιπόν είναι ένα ζήτημα
που οφείλουμε να εξετάσουμε.
Οποιαδήποτε κίνηση γίνει προς αυτήν την
κατεύθυνση, βέβαια, θα πρέπει πρώτα απ' όλα να διασφαλίζει την αξιοκρατία και
να αποκλείει φαινόμενα αυθαιρεσιών και ευνοιοκρατίας. Σε αντίθεση λοιπόν με
όσα προωθεί η κυβέρνηση το τελευταίο διάστημα με σκοπό την άλωση της δημόσιας
διοίκησης και την τακτοποίηση των «δικών της παιδιών», απαραίτητη
προϋπόθεση για την κατάργηση της μονιμότητας είναι η ισχυροποίηση του κύρους
των ανεξάρτητων αρχών και η παροχή εγγυήσεων για το αδιάβλητο της κρίσης
τους.
H ελληνική κοινωνία σήμερα είναι πια ώριμη να αποδεχθεί τη στελέχωση
και την αξιολόγηση των δημόσιων επιχειρήσεων σε αξιοκρατική βάση, αρκεί φυσικά
να πειστεί πως τα περί αξιοκρατίας δεν αποτελούν λόγια του αέρα αλλά
ρεαλιστική πολιτική πρακτική.


Μια τέτοια εξέλιξη θα προσφέρει ένα νέο, δικαιότερο κοινωνικό
υπόδειγμα
και μια νέα πραγματικότητα στις εργασιακές σχέσεις. Γιατί είναι
αυτονόητο πως από τη στιγμή που θα εξαλειφθεί το δέλεαρ της μονιμότητας οι
δημόσιες επιχειρήσεις θα είναι υποχρεωμένες, προκειμένου να προσελκύσουν
εργατικό δυναμικό, να προσφέρουν άλλου επιπέδου κίνητρα, δηλαδή
ικανοποιητικότερους μισθούς και καλύτερες συνθήκες εργασίας. Έτσι θα
μετατραπούν κι αυτές σε έναν δυναμικό κλάδο που όχι μόνο εξυπηρετεί την
κοινωνία, αλλά αποτελεί και μια ελκυστική λύση απασχόλησης για τον σύγχρονο
πολίτη, μια λύση που δεν θάβει τη δημιουργικότητα και τις φιλοδοξίες του.