Η φετινή Παγκόσμια Ημέρα των Εκπαιδευτικών έχει ως βασική της αναφορά τη
«διαμόρφωση εκπαιδευτικών με προσόντα για ποιότητα στην εκπαίδευση». Πρόκειται
για μια κοινή επιλογή της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Εκπαιδευτικών (περιλαμβάνει
309 εθνικές οργανώσεις σε 157 χώρες) και της Unesco, που αντιστοιχεί σε δύο
όψεις: α) οι εκπαιδευτικοί ως απαραίτητοι παράγοντες για την παροχή ποιοτικής
εκπαίδευσης και β) οι εκπαιδευτικοί ως θεμελιακοί συντελεστές για την
υποβοήθηση των κυβερνήσεων να καλύψουν τις διεθνείς δεσμεύσεις τους για την
παροχή εκπαίδευσης σε όλους τους νέους.


Η όλη προσπάθεια επιχειρεί να αναδείξει τον κρίσιμο και καθοριστικό ρόλο του
παιδαγωγού στις σύγχρονες κοινωνίες. Γιατί αρκετοί θεωρούν ότι η διαμόρφωση
μιας εκπαιδευτικής πολιτικής στηρίζεται κυρίως στην ανάπτυξη νομοθετικών
ρυθμίσεων, επιχειρώντας μέσα από αντιλήψεις θεσμολαγνείας να ταυτίσουν το
«φαίνεσθαι» με το «είναι» της σχολικής λειτουργίας. Έχω αναφερθεί τις
προηγούμενες χρονιές στις άπειρες πτυχές της παιδαγωγικής δυναμικής του
εκπαιδευτικού, στη βαριά ευθύνη που έχουμε απέναντι στο ιερό βήμα της παιδικής
ψυχής και στο φτερούγισμα του εφηβικού ονείρου, στην πολλαπλή ανάπτυξη του
επαγγέλματός μας στο σημερινό σύνθετο, γεμάτο αβεβαιότητες, κοινωνικό
περιβάλλον.


Εφέτος θα σταθώ σε κάπως «συντεχνιακές» όψεις του ζητήματος. Γιατί ο
εκπαιδευτικός συσσωρεύει όλα τα προηγούμενα χρόνια ­ με ελάχιστες εξαιρέσεις ­
την αδιαφορία από την πλευρά της πολιτείας. Αξίζει κάποιος να δει με πρόχειρη
ματιά την αποκρουστική συντεχνιακή πρακτική της κρατικής λειτουργίας,
αναλύοντας την επιδοματική και χωρίς αξιόπιστα κριτήρια οικονομική πολιτική.
Παρακολουθούμε λοιπόν σωρευτικά μια συντεχνιακή πρακτική διαφόρων υπουργείων
και έτσι έχουμε φθάσει σε σημείο οι εκπαιδευτικοί να αμείβονται κατά πολύ
λιγότερο από άλλους κλάδους που έχουν πολύ λιγότερα προσόντα. Ο λόγος που
συνήθως προβάλλεται ως δικαιολογία είναι ο μεγάλος αριθμός των εκπαιδευτικών
(περί τους 135.000 καθηγητές και δάσκαλοι), επομένως απαιτούνται πάρα πολλά
χρήματα για την επίλυση του οικονομικού προβλήματος. Μια τέτοια λογιστική
θεώρηση δεν μπορεί να αντιληφθεί τον αποφασιστικό ρόλο του εκπαιδευτικού και
του σχολείου, είναι προϊόν μορφωτικής υστέρησης, λαϊκισμού και υποκουλτούρας.
Και βεβαίως ο μεγάλος αριθμό των εκπαιδευτικών για κάποιους σημαίνει μόνο
«κόστος», δεν κατανοούν τη σημασία αυτού του μορφωτικού δυναμικού και πόσο
επηρεάζει τα πράγματα, αφού με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έχουν εμπλοκή με κάθε
ελληνική οικογένεια. Αυτός ο κύκλος του συντεχνιακού παραγοντισμού δεν
αλλοιώνει μόνο τη φυσιογνωμία του εκπαιδευτικού, αλλά διαβρώνει την ίδια τη
λειτουργία της διαπαιδαγώγησης. Και αυτό είναι επικίνδυνο στις σημερινές
αυξημένες μορφωτικές ανάγκες, ανεξάρτητα από το αν κάποιοι συγχέουν τη γνώση
με την πληροφόρηση θεωρώντας πως το φανταχτερό περιτύλιγμα της εύπεπτης
πληροφορίας μπορεί να αντικαταστήσει τους αναβαθμούς της μάθησης με το
διαφωτιστικό της περιεχόμενο και το ανθρωπιστικό της σύστημα αξιών.


Σε κάθε περίπτωση, η ουσία των εκπαιδευτικών πραγμάτων περιστρέφεται γύρω από
την αλληλεπίδραση δασκάλου και μαθητή. Και εδώ είναι η υπεροχή του
επαγγέλματός μας. Εμείς θα αγωνιζόμαστε για να γίνουν οι κοινωνίες της
πληροφορίας κοινωνίες της γνώσης. Θα αγωνιζόμαστε για να έχει ο εκπαιδευτικός
τη θέση που αξίζει. Θα αγωνιζόμαστε για ποιοτική εκπαίδευση, γιατί «είναι το
μόνο μέσο αντίστασης στη βία και τη μισαλλοδοξία, στην ημιμάθεια και τον
φανατισμό, που βλέπουμε να καλλιεργείται από διάφορους φορείς. Ποιοτική
εκπαίδευση για μας είναι η εκπαίδευση που δεν υποτάσσεται σε σκοπιμότητες ή
στις εφήμερες ανάγκες της αγοράς, αλλά στοχεύει στη δημιουργία μιας
ολοκληρωμένης προσωπικότητας, ενός ενεργού και δημοκρατικά σκεπτόμενου
πολίτη». (Κοινή Διακήρυξη των Εκπαιδευτικών Ομοσπονδιών Ελλάδας και Κύπρου).


Ο Νίκος Τσούλιας είναι πρόεδρος της ΟΛΜΕ.