Η ελληνική οικονομία άλλαξε σημαντικά τα τελευταία είκοσι χρόνια, ιδιαίτερα
στο δεύτερο ήμισυ της περασμένης δεκαετίας. Η αλλαγή αυτή οφείλεται κυρίως
στην ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και σήμερα Ευρωπαϊκή Ένωση. Άλλωστε
και οι επιπτώσεις της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης στην ελληνική οικονομία
περνούν ουσιαστικά μέσα από την Ε.Ε.


Η συμμετοχή στην Ε.Ε. συνεπάγεται πρωτίστως την αποδοχή ενός έντονα
ανταγωνιστικού περιβάλλοντος εντός του οποίου είναι αναγκασμένες να
λειτουργούν οι επιχειρήσεις.


Σημαίνει επίσης την ύπαρξη ενός ρυθμιστικού πλαισίου του οποίου οι βασικοί
κανόνες καθορίζονται ολοένα και περισσότερο συλλογικά, ενώ η εφαρμογή τους
παραμένει στην αρμοδιότητα της κάθε μιας χώρας-μέλους χωριστά.


Να προσθέσουμε την αναδιανεμητική λειτουργία του κοινοτικού προϋπολογισμού, με
άλλα λόγια τη σημαντική μεταφορά πόρων στις λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές της
Ένωσης, από την οποία ωφελείται με διόλου ευκαταφρόνητα ποσά και η δική μας
χώρα. Τέλος, με τη δημιουργία της ΟΝΕ, η Ένωση μπήκε και στα χωράφια της
λεγόμενης μακροοικονομικής πολιτικής. Η εθνική κυριαρχία στην οικονομία έγινε
πλέον μια πολύ σχετική έννοια.


Μένουν όμως ακόμη πολλά να γίνουν για να μπορέσει να ανταποκριθεί με επιτυχία
η ελληνική οικονομία στην πρόκληση των ανοικτών συνόρων.


Ο εκσυγχρονισμός του κράτους και των θεσμών παραμένει το μεγάλο ζητούμενο. Οι
χαμηλές αμοιβές συνδέονται άμεσα με τη χαμηλή παραγωγικότητα και τη διαφθορά
σε ένα κράτος πανταχού παρόν και θεμελιακά αδύναμο να επιτελέσει τις
απαραίτητες λειτουργίες στη σύγχρονη εποχή.


Χρειαζόμαστε ένα κράτος ευέλικτο που θα προωθήσει με αποτελεσματικότητα και
κοινωνική δικαιοσύνη τις αναγκαίες εσωτερικές αλλαγές, που θα αναλάβει ρόλο
επιτελικό και ρυθμιστικό και δεν θα συγχέει την παροχή δημόσιων αγαθών με το
κρατικό μονοπώλιο της διαχείρισης. Χρειαζόμαστε σταθερούς κανόνες και
διαφάνεια, ευέλικτη ρύθμιση των αγορών, διάκριση εξουσιών, αποτελεσματικές και
ανεξάρτητες διοικητικές Αρχές. Όλα αυτά απέχουν ακόμη πολύ από τη σημερινή
πραγματικότητα.


Χρειαζόμαστε ένα διαφορετικό κράτος για να μπορέσει να αποδώσει τα
προσδοκώμενα οφέλη η ιδιωτικοποίηση των επιχειρήσεων που ελέγχονται ακόμη από
το Δημόσιο, για να λειτουργήσει σωστά το χρηματιστήριο, αλλά και για να μην
περάσουμε, χωρίς καμία ενδιάμεση στάση, από την κυριαρχία του πελατειακού
κράτους στην ολιγαρχία των οικονομικά ισχυρών. Χρειαζόμαστε ένα διαφορετικό
κράτος για να προχωρήσουμε επίσης πέρα από τις ρητορικές κορόνες περί
κοινωνικής αλληλεγγύης, απλώνοντας ένα αποτελεσματικό δίχτυ ασφαλείας για τους
οικονομικά αδυνάτους.


Οι ανοικτές οικονομίες χρειάζονται και ανοικτά μυαλά για να λειτουργήσουν. Με
άλλα λόγια, χρειάζονται παιδεία με στέρεες δομές και με έμφαση στο κριτικό
πνεύμα, ανοικτή και αυτή σε καινούργιες ιδέες. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι
δεν μαθαίνουμε στα παιδιά μας να μαθαίνουν αλλά μάλλον να παπαγαλίζουν. Ολοένα
και περισσότεροι Έλληνες φοιτητές αναζητούν την πανεπιστημιακή τους εκπαίδευση
στο εξωτερικό, δημιουργώντας έτσι μια βαλβίδα ασφαλείας που αμβλύνει την πίεση
για εσωτερικές μεταρρυθμίσεις. Όσο για τη λεγόμενη διά βίου κατάρτιση,
απαραίτητη σε μια εποχή συνεχών τεχνολογικών επαναστάσεων, παραμένει ακόμη
στόχος μακρινός για τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, πόσο μάλλον για τον δημόσιο
τομέα.


Για όλα αυτά χρειαζόμαστε σίγουρα ένα ζωντανό και δημιουργικό δημόσιο διάλογο
με τον οποίο η κοινωνία θα οριοθετεί συλλογικά τα προβλήματα, θα ιεραρχεί τις
προτεραιότητες και θα εξετάζει εναλλακτικές λύσεις περί του πρακτέου.


Η προσαρμογή της ελληνικής οικονομίας στη νέα ευρωπαϊκή και διεθνή
πραγματικότητα προϋποθέτει αλλαγές που ξεπερνούν κατά πολύ τα στενά οικονομικά
πλαίσια.


Ο Λουκάς Τσούκαλης είναι καθηγητής στην έδρα «Ελευθέριος Βενιζέλος» στη
London School of Economics και πρόεδρος του Ελληνικού Ιδρύματος Ευρωπαϊκής και
Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ).