Θα τα καταφέρουμε; Δεν θα τα καταφέρουμε; Πολύ πριν από την έναρξη των
Ολυμπιακών Αγώνων έχουν αρχίσει στη διοργανώτρια χώρα τα αγωνίσματα της
αμφιβολίας και της επιφύλαξης. Φήμες, συζητήσεις και δημοσιεύματα
εξακοντίζονται το ένα εναντίον του άλλου σε μια αερομαχία που αφήνει από κάτω
της άδειο τον στίβο.


Όσοι ετοιμάζονται για δράση κατηγορούνται για προχειρότητα ή μεγαλομανία. Πώς
είναι δυνατόν να οργανωθεί το έργο αυτό, όταν δεν οργανώνονται άλλα μικρότερα;
ρωτάνε μερικοί με ύφος εκπροσώπου της κοινής λογικής. Η απάντηση στο ερώτημα
είναι μάλλον απλή. Η κλίμακα ενός στόχου αλλάζει και τα δεδομένα της
προσπάθειας. Αυτό αρκεί για απάντηση. Γιατί όταν αναλαμβάνει κανείς ένα έργο
απαιτήσεων είναι ευνόητο πως δεν χρησιμοποιεί μόνο τις υπάρχουσες δυνατότητες,
αλλά και τις λανθάνουσες (που πρέπει να τις βρει).


Αλλά ας μη σταθούμε περισσότερο σ' αυτό. Αργότερα ή νωρίτερα, καλά ή λιγότερο
καλά, οι δρόμοι θα γίνουν, τα ξενοδοχεία θα λειτουργήσουν, οι προβολείς θ'
ανάψουν τη στιγμή που ο χειριστής θα πατήσει το κουμπί. Δεν είναι εκεί το
ζήτημα, γιατί οι Ολυμπιακοί Αγώνες δεν είναι κυρίως υπόθεση πρακτικής
διαχείρισης. Περισσότερο για απόφαση μετακίνησης πρόκειται από τα άμεσα προς
τα έμμεσα, από την πολιτική του νοικοκυριού προς την πολιτική του γοήτρου. Και
ακριβώς επειδή η υπόθεση κινείται αναγκαστικά στη σφαίρα του χειρισμού των
συμβόλων και των εντυπώσεων, γεννιέται και τόση άρνηση και μεμψιμοιρία εκ των
προτέρων. Επιστρέφουμε, με άλλα λόγια, στα οικεία πάθη. Το «τι παριστάνεις;»
θα αναπηδήσει κι εδώ με την πρώτη ευκαιρία.


Το ότι «μεγαλοπιάνεται» μια χώρα είναι μια μομφή ή μια ειρωνεία που μπορεί να
δεχτεί από μιαν άλλη χώρα που έχει τους λόγους της γι' αυτό. Όταν όμως η
ειρωνεία αυτή κυκλοφορεί στο εσωτερικό σαν να 'ναι συνταγή επαγρύπνησης, τότε
τα πράγματα αλλάζουν.


Φανερώνεται ξανά η παλιά δυσκολία της κατάφασης. Μοιάζει αδύνατο σε ορισμένους
να δεχτούν πως ειδικά η χώρα τους θα μπορούσε κι αυτή, όπως πολλές άλλες, να
εργάζεται για την προβολή και την αίγλη της χωρίς να παγιδεύεται σε καυχησιές.
Ασφαλώς ο κίνδυνος είναι υπαρκτός. Όμως γιατί θα πρέπει να προκριθεί η
αδράνεια από φόβο μήπως πουν κάποιοι πως όσο μεγαλύτερο είναι το άλμα τόσο
μεγαλύτερο και το κενό;


Οι γενιές που υπέστησαν πλήγματα από τις ιδεοληψίες τους έχουν το δικαίωμα να
παραμένουν δύσπιστες μπροστά στο ενδεχόμενο μιας νέας ρητορικής υπερθέρμανσης.
Δεν φθάνει όμως το δικαίωμά τους έως το σημείο να εμποδίσουν τους νεώτερους,
αν το θελήσουν, να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους σε κάτι καινούργιο. Δεν
μπορούμε να πούμε στους νέους πως οι Ολυμπιακοί Αγώνες είναι μια «φούσκα»
απλώς επειδή τους περιβάλλουν οικονομικά συμφέροντα, επειδή διάφοροι θα
βγάλουν στομφώδη λογύδρια σε συμπόσια, επειδή ο Μίδας δεν θ' αφήσει αρκετό
χώρο για να φανεί ο Απόλλων.


Μόνοι τους οι νεώτεροι και με τον τρόπο τους θα μπορούσαν να ερευνήσουν τις
περιπλοκές και τις λύσεις. Ας τους δοθεί λοιπόν η ευκαιρία να εξετάσουν αν
έχει πιο γούστο να κάθονται στην καφετέρια ή στο μπαρ τρεις ώρες κι άλλες δύο
μπροστά στον υπολογιστή, από το να κάνουν, για παράδειγμα, ένα πείραμα
εθελοντισμού. Μπορούν άραγε να βρουν ενδιαφέρον στο να προσφέρουν ενέργεια και
όρεξη χωρίς εγγυήσεις επιστροφής;


Κοινωνία των συνεχών μικροεξαναγκασμών η ελληνική καλεί τώρα τα νεώτερα μέλη
της να γίνουν δότες με τη θέλησή τους. Αντί της συνηθισμένης συνδιαλλαγής, η
μονομερής ενέργεια. Με ποιο κίνητρο όμως; Χρειάζεται προσοχή εδώ. Γιατί αν
ζητηθεί από τη νεολαία να «συστρατευτεί» στο «πνεύμα» της εθνικής προσφοράς,
τότε θα βγουν στην επιφάνεια όλα τα παλιά φαντάσματα της υποχρέωσης, της
δασκαλίστικης προτροπής, της στρατιωτικού τύπου ευθυγράμμισης. Δεν χορηγείται
σαν μουρουνέλαιο ο εθελοντισμός.


Αντίθετα, αν η πρόσκληση που θα σταλεί γράφει πως πρόκειται για ένα καινούργιο
συλλογικό παιχνίδι που πρώτη φορά θα το παίξει η χώρα μας, τότε οι πιθανότητες
για ανταπόκριση θα είναι πολύ μεγαλύτερες. Και φυσικά προϋπόθεση για να είναι
διασκεδαστικό το παιχνίδι είναι να το πάρουν οι παίκτες πολύ στα σοβαρά. Για
να πετύχουν οι Ολυμπιακοί Αγώνες δεν χρειάζεται τίποτα περισσότερο. Μόνον
αυτό. Να μπορέσει η Ελλάδα να αφεθεί λιγάκι στη δύναμη της αυθυποβολής.


Ο Βασίλης Καραποστόλης είναι καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο
Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από