«Βγαίνουμε τη νύχτα κρυφά για να πάρουμε νερό από μακριά γιατί εδώ δεν
έχει. Όμως, μόλις μας βλέπουν να γεμίζουμε τα μπετόνια, μας λένε "φύγε, φύγε".
Μα γιατί; Δεν πειράζουμε κανέναν. Θέλουμε μόνο λίγο νερό. Είμαστε άνθρωποι και
θέλουμε να ζήσουμε. Δεν είμαστε ζώα».






Κραυγή απελπισίας από περίπου 70 Κούρδους μετανάστες που ζουν δίχως νερό και
ηλεκτρικό σε μια εγκαταλειμμένη αποθήκη στον Κολωνό. Οι πιο τυχεροί απ' αυτούς
κοιμούνται σε στρώματα, κάτω στο πάτωμα, στα γεμάτα υγρασία, ποντίκια και
κατσαρίδες δωμάτια που δεν έχουν τζάμια, αλλά νάιλον και χαρτιά στα παράθυρα.
Οι λιγότερο τυχεροί κοιμούνται στον περίβολο της αποθήκης στριμωγμένοι μέσα σε
παλιά αυτοκίνητα, δίπλα στα σκουπίδια. Ελάχιστοι μπορούν να φανταστούν ότι
υπάρχουν άνθρωποι στην Αθήνα που ζουν κάτω από αυτές τις συνθήκες. Μόνο αν δει
κανείς από κοντά τον τρόπο ζωής τους θα καταλάβει ότι για κάποιους ανθρώπους
δεν έχει καμία σημασία η αλλαγή του αιώνα ή της χιλιετίας...


Οι Κούρδοι μετανάστες, παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, είναι
ικανοποιημένοι (!) που έχουν έστω αυτή τη στέγη. «Δεν υπάρχει άλλο μέρος να
μείνουμε, να κοιμηθούμε. Τουλάχιστον είναι καλύτερα από το να μένουμε στα
πάρκα και τις πλατείες». Το πιο σημαντικό που τους απασχολεί είναι να μην τους
διώξει από εκεί ο ιδιοκτήτης της αποθήκης γιατί τον τελευταίο καιρό τους
πιέζει να φύγουν. «Εδώ είναι η άλλη Αθήνα», λένε κάποιοι κάτοικοι της
περιοχής. Για τους Κούρδους, όμως, αυτή είναι η Αθήνα που βιώνουν καθημερινά.


Κυνηγημένοι από το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν στο Ιράκ, έδωσαν όλες τους τις
οικονομίες στη μαφία για να έρθουν στην Ελλάδα. Στην αρχή κάποιοι έμεναν έξω
στις πλατείες και τα πάρκα. Άλλοι σε παράγκες, κοντά σε καταυλισμούς
συμπατριωτών τους. Πριν από δύο χρόνια, μια εγκαταλειμμένη αποθήκη στον
Κολωνό, σε ένα στενάκι της οδού Λένορμαν, έγινε «σπίτι» για περίπου 70
Κούρδους. Τουλάχιστον 50 μετανάστες μένουν εκεί μόνιμα και περίπου 20
περιστασιακά. Ζουν δύο χρόνια κάτω από άθλιες συνθήκες αλλά ελάχιστοι έχουν
ενδιαφερθεί γι' αυτούς.


«Είναι ταλαίπωροι άνθρωποι και στενοχωριόματε που τους βλέπουμε σε αυτά τα
χάλια», λέει ο κ. Κώστας Σκηνιώτης που διατηρεί επιχείρηση απέναντι από την
παλιά αποθήκη. Και συνεχίζει: «Είναι καλά παιδιά και ποτέ δεν έχουν ενοχλήσει
κανέναν στην περιοχή. Το θέμα είναι να ενδιαφερθεί κάποιος γι' αυτούς. Αλλά αν
είναι να γίνει κάτι, να γίνει για να τους ωφελήσει και όχι να χειροτερεύσει
την κατάστασή τους».


Με καλά αγγλικά





Ακόμα και μέσα στα δωμάτια το κρύο είναι δυνατό. Το μπουφάν είναι απαραίτητο,
όπως και τα χέρια μέσα στις τσέπες


Ο Μάλεφ φωνάζει τον Μάλβα, ο οποίος μιλάει καλά αγγλικά και μπορεί να
συνεννοηθεί καλύτερα απ' τους υπόλοιπους. Κατεβαίνει από την ξύλινη σκάλα της
αποθήκης και γρήγορα μαζεύονται γύρω του και οι συμπατριώτες του όταν
συνειδητοποιούν ότι οι επισκέπτες δεν είναι η αστυνομία ούτε κάποιος άλλος που
θέλει να τους διώξει. «Κάπου 70 άτομα είμαστε εδώ. Άλλοι μένουν 1 χρόνο, άλλοι
ήρθαν πριν από 3 μήνες. Ο λόγος; Δεν υπάρχει μέρος να κοιμηθούμε, να
μείνουμε». Ο ίδιος μένει στην αποθήκη εδώ και 5 μήνες, ενώ πριν έμενε έξω,
στις πλατείες. Οι περισσότεροι είναι άτομα νεαρής ηλικίας, 20 - 30 ετών ­
άντρες όλοι ­ αν και φαίνονται μεγαλύτεροι. Ο Μάλβα είναι μόλις 23 ετών και
ήταν δάσκαλος στο Ιράκ. «Όλοι νομίζουν ότι είμαι μεγαλύτερος», λέει
χαμογελώντας. «Όμως, φαίνομαι μεγάλος γιατί ζω κάτω απ' αυτές τις συνθήκες.
Δεν ζω όπως εσύ».


Τα μάτια καρφώνονται στην πέτρινη ερειπωμένη αποθήκη. Μπάζει από παντού.
Πρόχειρα τοποθετημένα νάιλον ή χαρτιά βρίσκονται στα παράθυρα αντί για τζάμια.
Τα δωμάτια είναι υπερυψωμένα και οι μετανάστες ανεβαίνουν με ξύλινες σκάλες. Η
αποθήκη θα μπορούσε να αποτελεί ένα τέλειο καταφύγιο για ζώα, ποντίκια ή γάτες
αλλά στους χώρους της διαβιούν άνθρωποι.


Σε κάθε υπόστεγο βλέπει κανείς απλωμένα ρούχα. Το ότι ζουν κάτω από δύσκολες
συνθήκες δεν σημαίνει ότι δεν προσπαθούν να είναι καθαροί. Φτάνει να υπάρχει
νερό. Γιατί νερό στην αποθήκη δεν έχουν. Τους έχουν κόψει την παροχή.
«Βγαίνουμε τη νύχτα και κουβαλάμε νερό από μακριά με μπετόνια. Αλλά μόλις μας
βλέπουν μας λένε ''γκόου, γκόου'' (φύγε, φύγε). Μα γιατί; Δεν ενοχλούμε
κανέναν. Θέλουμε μόνο λίγο νερό. Είμαστε άνθρωποι και θέλουμε να ζήσουμε, δεν
είμαστε ζώα. Είμαστε άνθρωποι», λένε και ξαναλένε με παράπονο. Κάθε
Σαββατοκύριακο έχουν καθαριότητα. Με το νερό που αποθηκεύουν σε μπετόνια και
βαρέλια «πλένουν τα ρούχα τους. Θέλουν να είναι καθαροί».





Με το λιγοστό βρώμικο νερό ξεπλένουν τα φασόλια για το βραδινό φαγητό


Ο Αλί λέει να ανέβουμε τη σκάλα για να δούμε το... δωμάτιό του. Μαζί του
μένουν τουλάχιστον άλλα 10 άτομα. Στρώματα πολλά στο πάτωμα, το ένα δίπλα στο
άλλο, και δίπλα το γκαζάκι ­ αφού ηλεκτρικό δεν υπάρχει ­ με τα ποτήρια για το
τσάι και τον καφέ. Από ένα σημείο του δωματίου ακούγονται ασιάτικες μελωδίες.
Έρχονται από ένα κασετόφωνο που δουλεύει με μπαταρία αυτοκινήτου. «Αλλά κι
αυτή τελειώνει, όπου να 'ναι». Με τον ίδιο τρόπο λειτουργεί και μια μικρή
τηλεόραση, «άσπρο μαύρο», όπως σπεύδουν να τονίσουν. «Κατσαρίδες, έχει πολλές
κατσαρίδες», σημειώνει ένας απ' τους μετανάστες. Όσο για τους αρουραίους, κάθε
βράδυ «στήνουν πανηγύρι» πάνω στα σώματά τους. «Αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημά
μας δεν είναι αυτό. Το πρόβλημα είναι ο ιδιοκτήτης της αποθήκης. Μας διώχνει.
Μας είπε να έχουμε φύγει έως τις 30 του μηνός», αναφέρει ο Αλί.


Κάποιοι άλλοι, ίσως λιγότερο τυχεροί, μένουν έξω στον περίβολο της αποθήκης.
Δύο εγκαταλειμμένα αυτοκίνητα ­ το ένα μάλιστα Ωτομπιάνκι ­ είναι τα
υπνοδωμάτιά τους. Και η ειρωνεία; Στην αυλή της αποθήκης υπάρχουν και πολυτελή
αυτοκίνητα. Τα παρκάρουν οι ιδιοκτήτες των κοντινών εργοστασίων. Οι Κούρδοι
απαγορεύεται να τα ακουμπάνε. Μόνο να τα κοιτάζουν μπορούν.


Από το δωμάτιο του Μάλβα μυρίζει φαγητό. Σουρουπώνει και η παρέα ετοιμάζει το
βραδινό: τηγανητό κοτόπουλο στο γκαζάκι. Μέσα, φωτίζει μόνο η φωτιά από το
γκαζάκι και ένα κερί. Ζουν χωρίς τα στοιχειώδη αλλά με αξιοπρέπεια και το
αποδεικνύουν συνεχώς. Ο Μάλβα μάς προτείνει «ελάτε να καθήσουμε να φάμε» και
τη στιγμή που τους προσφέρουμε ένα πακέτο τσιγάρα απαντούν: «Όχι ευχαριστούμε.
Έχουμε δικά μας». Ψηλά στον τοίχο διακρίνεται η φωτογραφία του Αμπντουλάχ
Οτζαλάν, «ο Άπο, ο boss», όπως λένε. Κάποιοι βοηθούν στο φαγητό και ορισμένοι
απλά κάθονται στα στρώματα φορώντας τα μπουφάν τους με τα χέρια στις τσέπες.
Το κρύο είναι δυνατό ακόμα και μέσα. Σχεδόν όλοι οι τοίχοι είναι γραμμένοι. Με
συνθήματα; «Γράφουμε τους καημούς μας, τις δυσκολίες που περνάμε. Εδώ κάποιος
έχει γράψει ένα ποίημα. Και εκεί γράφει "στο όνομα του θεού"», δείχνει ο
Μάλβα.


Έξω, σε μια γωνιά της αποθήκης μια άλλη παρέα μαγειρεύει στα κάρβουνα το δικό
της δείπνο. Βράζουν φασόλια. Τρία άτομα είναι μαζεμένα γύρω από τη φωτιά.
Βοηθούν όλοι αλλά ταυτόχρονα είναι και ένας τρόπος για να ζεσταθούν. Πάντως,
για το μεσημεριανό φαγητό, πολλές φορές τους βοηθάει η κοντινή εκκλησία που
προσφέρει συσσίτιο για άστεγους και άπορους.


«Βρίσκουμε δουλειά 4-5 φορές τον μήνα»






Οι λιγότερο τυχεροί κοιμούνται στον περίβολο της αποθήκης, μέσα σε
εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα, δίπλα στα σκουπίδια


Οι πιο πολλοί δεν είχαν δουλειά σήμερα. «Νο γουόρκ. Περιμένουμε κάθε πρωί στο
Αιγάλεω να περάσει ένα αυτοκίνητο και να μας διαλέξει για ένα μεροκάματο.


Για ένα βάψιμο ή για οικοδομικές εργασίες, για οτιδήποτε».


Η αμοιβή είναι συνήθως 5.000 δρχ. Σπάνια όμως έχουν δουλειά κάθε ημέρα.
Βρίσκουν δουλειά 4-5 φορές τον μήνα.


Η έλλειψη χρημάτων τους δημιουργεί και άλλα προβλήματα.


Αν αρρωστήσει κάποιος δεν μπορεί να πάει στον γιατρό.


Και οι κίνδυνος να αρρωστήσουν βαριά είναι καθημερινός, αφού ζουν σε ένα
μολυσμένο περιβάλλον.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από