Έστω ότι κάτι πήγαινε στραβά την ώρα που έχανε τη ζωή του ο Άγγλος
στρατιωτικός ακόλουθος και τα μέλη της 17 Νοέμβρη, που επέβαιναν στη
μοτοσυκλέτα, συλλαμβάνονταν. Τότε, ανάμεσα σε όλους εκείνους που θα
συνωστίζονταν στο αστυνομικό μέγαρο της οδού Αλεξάνδρας, θα ξεχώριζε και ένας
77χρονος συνάνθρωπός μας.
|
Φόβος και θλίψη. Τα συναισθήματα του κ. Παναγιώτη Ταρασουλέα για την επίθεση της 17 Νοέμβρη εναντίον του πριν από 11 χρόνια και ακόμα δεν μπορεί να τα αποβάλλει
|
Θα πήγαινε εκεί, φεύγοντας απο το σπίτι του στο Χαλάνδρι, για να προσπαθήσει
να δει κάποιον από αυτούς απο κοντά. Να τους κοιτάξει έναν έναν στα μάτια,
προσπαθώντας να θυμηθεί σε ποιον από αυτούς ανήκε εκείνο το ψυχρό και λίγο
σαστισμένο βλέμμα, που 11 χρόνια μετά αδυνατεί να ξεχάσει. Ο συνάνθρωπός μας
αυτός, που το βράδυ της 18ης Ιανουαρίου του 1989, οροθέτησε, με την πτώση του
στο πεζοδρόμιο του σπιτιού του, το τρίγωνο της δράσης της 17 Νοέμβρη
(Χαλάνδρι, Ψυχικό, Φιλοθέη), θα εμφανιζόταν μπροστά στους τρομοκράτες ζητώντας
στα ίσια μια απάντηση. «Γιατί επιλέξατε εμένα για στόχο;»
Ήταν αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, όταν πυροβολήθηκε στα πόδια από τη 17Ν ο
κ. Παναγιώτης Ταρασουλέας. Έξω απο το σπίτι του και μπροστά στα μάτια της
γυναίκας του, Ελπίδας. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο κ. Ταρασουλέας δεν
μπόρεσε να καταλάβει τον λόγο που δέχθηκε τις σφαίρες της σκοτεινής οργάνωσης.
Και εκείνη η έκπληξη με την οποία κοίταζε, πεσμένος, τον νεαρό τρομοκράτη, που
συνέχιζε να κρατά προτεταμένο το πιστόλι, γρήγορα μετατράπηκε σε φόβο. «Φόβος
και θλίψη γι’ αυτό που συνέβη. Δύο συναισθήματα που δεν έχω καταφέρει ακόμη να
αποβάλλω».
Είχε χρόνια να θυμηθεί την παλιά αυτή η ιστορία ο εισαγγελέας. Το έκανε ύστερα
από παράκληση των «ΝΕΩΝ». «Άλλαξε η ζωή μου από τότε. Με έχει κυριεύσει μια
ανασφάλεια, η οποία δεν σχετίζεται με φόβο για τη ζωή μου ή για τη ζωή κάποιου
άλλου μέλους της οικογένειάς μου. Είναι μια γενικότερη ανασφάλεια, που μου
καθορίζει έκτοτε τη ζωή. Μια ανισορροπία στον ψυχικό μου κόσμο».
Η κυρία Ελπίδα Ταρασουλέα καθόταν δίπλα στον σύζυγό της και τον παρατηρούσε
την ώρα που είχε σκύψει στο ανοιχτό πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου για να
ακουμπήσει κάποια δώρα. Θα πήγαιναν επίσκεψη σε φίλους, αφού ήταν ανήμερα του
Αγίου Αθανασίου. Η κυρία Ελπίδα, έτσι όπως περιέφερε το βλέμμα γύρω γύρω,
παρατηρεί να πλησιάζει ένας νεαρός που κρατούσε πιστόλι. Νόμιζε πως ήταν
ψεύτικο, πως κάποιοι έπαιζαν στη γειτονιά. Διάφορες δικαιολογίες πέρασαν από
το μυαλό της εκείνη τη στιγμή, εκτός από το ποιος πραγματικά ήταν εκείνος ο
νεαρός.
«Πρόσεξε», του λέει, «με αυτό το πιστόλι θα τον κτυπήσεις, έτσι, όπως το
κρατάς». Ο νεαρός τότε σηκώνει το χέρι του και πυροβολεί. «Δεν θυμάμαι πόσες
σφαίρες μού έριξε: τρεις, τεσσερις». Ο εισαγελέας πέφτει στο έδαφος και
κοιτάει τον δράστη. Έχει νιώσει ένα τσούξιμο στο πόδι, δεν έχει καταλάβει τι
έχει συμβεί, και όταν το συνειδητοποιεί ρωτάει τον νεαρό: «Γιατί το κάνεις
αυτό;» Εκείνος έχει καρφώσει το βλέμμα του στον εισαγγελέα. Ο ένας κοιτάει τον
άλλον. Ο εισαγγελέας βλέπει το χέρι που εξακολουθεί να είναι τεντωμένο προς το
μέρος του, έστω και αν έχει ρίξει τις σφαίρες που έπρεπε να ρίξει. «Διέκρινα
στα μάτια του ένα σάστισμα. Σαν να μην περίμενε την ερώτησή μου. Με κοίταζε
αμήχανα. Ένιωσα τα πόδια μου να πονάνε και κατάλαβα ότι γλίτωσα». Ο νεαρός
κατέβασε το χέρι του και έφυγε.
Τα τραύματα στα πόδια επουλώθηκαν πιο γρήγορα απο τα άλλα. Έστω όμως και έτσι,
«νομίζω ότι είμαι ένας άνθρωπος που ο Θεός τον έχει οπλίσει με κουράγιο». Ο κ.
Ταρασουλέας δεν νιώθει μίσος γι’ αυτούς, ούτε νιώθει την οργή της εκδίκησης.
«Είναι ένα χάρισμα αυτό, μια ψυχική ανωτερότητα για την οποία δοξάζω τον Θεό».
Από τότε, κάθε φορά που μαθαίνει για ένα καινούργιο χτύπημα, νιώθει την ίδια
θλίψη, την ίδια μελαγχολία «γι’ αυτές τις ζωές που χάνονται».
Ο κ. Παναγιώτης Ταρασουλέας, λίγους μήνες μετά τον απρόσμενο τραυματισμό του,
πήρε σύνταξη. Όχι επειδή συνέβη ό,τι συνέβη, αλλά έπειδή είχε πλησιάσει ο
καιρός. Ήταν τότε 67 χρόνων. Στην καριέρα του, ως δικαστικού λειτουργού,
κατάφερε να βρει την άκρη σε πάμπολλες υποθέσεις. Να διακρίνει το ψέμα πίσω
από την αληθοφάνεια, την αλήθεια πίσω από τη συγκάλυψη. Αυτό που δεν έχει
κατανοήσει ακόμη είναι γιατί τον επέλεξαν τότε ως στόχο. Για ποιο λόγο οι
τρομοκράτες θέλησαν να τον εκφοβίσουν. «Καμία υπόθεση, καμία έρευνα που
διενεργούσα τότε δεν είχε σχέση με την τρομοκρατία».
Επί ημέρες και νύχτες μετά την αποχώρησή του από τις δικαστικές αίθουσες, ο
εισαγγελέας βασάνιζε το μυαλό του με αυτό το «γιατί». Ακόμη και τότε που
απομονωνόταν στο εξοχικό του στη Μεσσηνία, και είχε όλο τον χρόνο να
αναζητήσει με ξεκάθαρο μυαλό μια απάντηση, δεν κατέληξε πουθενά. Έτσι λοιπόν
ξαναγυρνούσε πίσω, διατηρώντας πάντοτε μέσα του εκείνη τη μελαγχολία.
Ελπίζοντας πως κάποια στιγμή θα λάβει ο ίδιος την απάντηση από εκείνον που του
την οφείλει.
Δουλεύω 24 ώρες για να ξεχνάω
|
Ατέλειωτος και αβάσταχτος ο πόνος από τότε μέχρι σήμερα για την Σταυρούλα Αξαρλιάν, μάνα του άτυχου Θάνου που έχασε τη ζωή του… κατά τύχη από ρουκέτα της 17Ν
|
Ένα τεράστιο κενό. Ένα κενό που δεν αναπληρώνεται ό,τι κι αν συμβεί, όσα
χρόνια κι αν περάσουν, κι ένας «αβάσταχτος, ατελείωτος πόνος». Κάπως έτσι
περιγράφει όσα αισθάνεται η Σταυρούλα Αξαρλιάν, μητέρα του άτυχου Θάνου, του
20χρονου παλικαριού που έχασε τη ζωή του από κακή τύχη. Περνούσε κοντά από το
υπουργείο Οικονομικών την ώρα που εκρήγνυτο η ρουκέτα στο αυτοκίνητο που
οδηγούσε ο τότε υπουργός Οικονομικών Ιωάννης Παλαιοκρασσάς.
Γι’ αυτό και σήμερα πικραμένη λέει «δεν έχω να σας πω τίποτα» και πριν
προλάβει να ολοκληρώσει τη φράση της ξεσπά: «Ο πόνος θα είναι πάντα μέσα μου.
Για τα 20 χρόνια του παιδιού μου που δεν έφταιγε σε τίποτα. Για τα 20 χρόνια
μιας ζωής που δεν πρόλαβε να ανθήσει. Αυτό είναι και το παράπονό μου. Κανένας
δεν βγήκε να μιλήσει για το γεγονός ότι ο Θάνος ήταν μόλις 20 ετών, κανένας
δεν αναλογίστηκε τα νιάτα του».
Για το νέο χτύπημα της οργάνωσης και τη χήρα του Στίβεν Σόντερς η κ. Αξαρλιάν
έχει να πει ότι «η κυρία ήταν πολύ αξιοπρεπής προς τη χώρα μας». Δεν
παραλείπει, όμως, να τονίσει ότι παρ’ όλα αυτά «το κενό που δημιουργείται μέσα
σε μια οικογένεια ύστερα από ένα τέτοιο χτύπημα είναι δυσαναπλήρωτο». Η ίδια
μάλιστα δουλεύει, όπως λέει, «24 ώρες το 24ωρο για να ξεχνάω». Ο πόνος, όμως,
δεν μειώνεται, αλλά «κάθε χρόνο είναι και χειρότερα. Μετράω τις ώρες και τις
μέρες που λείπει ο Θάνος από κοντά μου και σκέφτομαι ότι σήμερα, ύστερα από
οκτώ χρόνια, θα ήταν ολόκληρος άνδρας», λέει η Σταυρούλα Αξαρλιάν και ξεσπά σε
λυγμούς.
Η ίδια είναι σε θέση να «νιώσω την κάθε οικογένεια που παθαίνει κάτι παρόμοιο,
γι’ αυτό και συμπάσχω με κάθε νέο χτύπημα». Δεν μπορεί ακόμα να χωρέσει ο νους
της το «πόσο άδικα έφυγε το παιδί μου» και δεν παύει να ελπίζει πως «κάποια
μέρα θα υπάρξει δικαίωση για όλα τα θύματα».
Κάθε φορά που η 17Ν σκοτώνει είναι σαν να ξανασκοτώνει το παιδί μας
|
Μόνη παρηγοριά. Για τη μάνα του άτυχου αστυφύλακα Γιάννη Βαρή, Αγγελική, ο ενός έτους εγγονός της, Γιάννης, που πήρε το όνομα του θείου του
|
Τα δάκρυα δεν έχουν στερέψει ακόμα. Εννέα χρόνια από εκείνη την ημέρα του
Νοεμβρίου που το 45άρι της 17 Νοέμβρη αφαίρεσε τη ζωή του μονάκριβου Γιάννη
της.
Ήταν μόλις 26 χρόνων τότε ο αστυφύλακας Γιάννης Βαρής, ο οποίος έχασε τη ζωή
του, όταν το λεωφορείο των ΜΑΤ χτυπήθηκε στα Εξάρχεια με ρουκέτα και
χειροβομβίδα από την οργάνωση. Παρά τα εννέα χρόνια που πέρασαν από τότε, η
Αγγελική Βαρή, μητέρα του αδικοχαμένου αστυνομικού, δεν μπορεί να το πιστέψει.
Και μιλάει με δυσκολία για τις πικρές στιγμές που περνά από τότε. Μοναδική
παρηγοριά, το μόλις ενός έτους εγγονάκι της, ο Γιάννης, που πήρε το όνομα του
άτυχου θείου του.
Η Αγγελική και ο σύζυγός της Αθανάσιος Βαρής δεν έχουν ξεπεράσει τον χαμό του
Γιάννη τους. Και κάθε φορά που η 17 Νοέμβρη χτυπά, είναι σαν να ξανασκοτώνει
το δικό τους παιδί. «Κι αυτή τη φορά, μόλις μάθαμε για τη δολοφονία του Άγγλου
στρατιωτικού, έκλαψε η ψυχή μας», λέει η Αγγελική Βαρή και δεν μπορεί να
κρύψει τη συγκίνησή της. Δεν δυσκολεύεται όμως να ξεσπάσει και δεν παύει ν’
αναρωτιέται με παράπονο: «Μα τι γίνεται επιτέλους και μένουν ασύλληπτοι οι
δολοφόνοι του παιδιού μου και των άλλων θυμάτων;».
Δίπλα της, ο σύζυγός της Αθανάσιος βρίσκει παρηγοριά και αυτός στον εγγονό
του, αλλά δεν κρύβει την αγανάκτησή του: «Μόλις μάθαμε για τη δολοφονία του
Άγγλου ταξίαρχου, ζήσαμε με τη γυναίκα μου ξανά τον πόνο μας ύστερα από ενννέα
χρόνια», λέει χαμηλόφωνα ο πατέρας. Και καταλήγει: «Επιτέλους, κάτι να γίνει
για να μη χαθούν άλλοι αθώοι, όπως το παιδί μου».
Ο μικρός Γιαννάκης δεν μπορεί να νιώσει τα δάκρυα της γιαγιάς του και ζητάει
επίμονα τα παιχνίδια του στην αυλή του σπιτιού, ενώ η γιαγιά του συνεχίζει:
«Μόνο αυτό να γράψετε. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δεν εντοπίζουν τους
εκτελεστές». Ως μάνα που έχει νιώσει τον πόνο, θα ήθελε τώρα να είναι κοντά
στη σύζυγο και τις δύο κόρες τού Στίβεν Σόντερς. «Είναι τραγικό. Έχασαν τον
πατέρα, τον σύζυγο, τον φίλο», μονολογεί.
Παράπονα, όμως, έχει και για την Ελληνική Αστυνομία, αφού «ποτέ δεν
εμφανίστηκε ένας αξιωματικός στο μνημόσυνο του Γιάννη, παρά μόνο στην αρχή».
Πάντως, οι συνάδελφοί του στην ίδια διμοιρία βοήθησαν να γίνει η προτομή του
στο μνημείο, ενώ ένας δρόμος της περιοχής έχει ήδη ονομαστεί «οδός Γιάννη
Βαρή».
Δεν θέλει να πει πολλά πράγματα. Ένα είναι αυτό που επαναλαμβάνει συνέχεια,
όσην ώρα μιλάει: «Τα δάκρυά μου για το παιδί μου αλλά και των συγγενών των
άλλων θυμάτων δεν θα στερέψουν ποτέ…».





![Αγορές: Τα μεγάλα trades της χρονιάς που τελειώνει [γραφήματα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/11/ot_markets_down_25_1-600x391.jpg)




