*Οι θεατές έρχονται να διασκεδάσουν μαζί με τα παιδιά τους. Δεν
φοβούνται μην τους έρθει κανένα μπουκάλι στο κεφάλι*










Μονομαχία του Πρέντραγκ Στογιάκοβιτς με τους Μπέικερ και Έλις των Σιάτλ Σουπερσόνικς


ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 5 Φεβρουαρίου. Ο Ρικ Άντελμαν γυρίζει προς τον πάγκο. Του κάνει
νόημα να βγάλει τη φόρμα για να μπει στον αγώνα. Το άγχος είναι ζωγραφισμένο
στο πρόσωπό του. Το καταλαβαίνει και ο ίδιος. Το βλέπει και ο Μπάιρον Σκοτ,
που σπεύδει να τον χτυπήσει στην πλάτη για να του δώσει θάρρος.


Για τον Πρέντραγκ Στογιάκοβιτς η στιγμή ήταν ιστορική. Το όνειρό του, το
όνειρο κάθε φιλόδοξου μπασκετμπολίστα, γινόταν πραγματικότητα. Ήταν επισήμως
πια κομμάτι του «μαγικού κόσμου» του ΝΒΑ. «Ευτυχώς που είναι ο Βλάντε
(Ντίβατς) μαζί. Με βοηθάει πολύ η παρουσία του. Εκείνο το βράδυ ήρθε και μου
είπε ότι και αυτός είχε τρακ όταν ήταν στη θέση μου. Για να αισθανθώ καλύτερα.
"Τσιμπούσα τον εαυτό μου για να πιστέψω ότι ήταν αλήθεια πως ήμουν μαζί με τον
Μάτζικ", μου είπε πριν από το ματς. Εγώ μπορεί να μην τσιμπιόμουνα, αλλά
φαινόταν στο πρόσωπό μου τι αισθανόμουν. Ζούσα όμως το όνειρό μου», περιγράφει
ο «Πέτζα».


Απολογισμός πρεμιέρας; Δύο πόντους με 1/3 δίποντα και 0/3 τρίποντα. Μετά το
Αλαμοντόμ του Σαν Αντόνιο ο Στογιάκοβιτς όμως άρχισε να δείχνει τις
δυνατότητές του. «Ήμουν κακός στο πρώτο μου ματς. Έπαιξα 17 λεπτά και δεν
έκανα τίποτα. Πιστεύω πως ήταν αρνητικό για εμένα ότι παίξαμε μόνο δύο φιλικά.
Δεν πρόλαβα να προσαρμοστώ. Εφέτος προσπαθώ να μπω στον ρυθμό τους. Να
καταλάβω το παιχνίδι τους και να παίξω όσο καλύτερα γίνεται. Του χρόνου όμως
θέλω να είμαι από τους πρωταγωνιστές της ομάδας».


ΒΕΛΤΙΩΣΗ






Το ντεμπούτο του «Πέτζα» στον μαγικό κόσμο του ΝΒΑ δεν ήταν αυτό που ο ίδιος
θα ήθελε, αλλά η συνέχεια ήταν τελείως διαφορετική


Αυτά είναι λόγια μόνο. Γιατί ο Στογιάκοβιτς στα επτά παιχνίδια που έχουν δώσει
οι Κινγκς δείχνει ήδη ότι μπορεί να γίνει... Βασιλιάς του Σακραμέντο. Και
σύντομα του ΝΒΑ. Πέμπτος σε χρόνο συμμετοχής (αν και δεν έχει αρχίσει ποτέ στη
βασική πεντάδα) έχει 9.7 πόντους, 2.9 ριμπάουντ μέσο όρο, ενώ έπαιξε
καθοριστικό ρόλο στις σημαντικές εκτός έδρας νίκες με τον Φοίνιξ και το Σιάτλ.


«Εδώ το μπάσκετ είναι διαφορετικό. Σκέφτεσαι μόνο το παιχνίδι. Δεν σε
προβληματίζει τίποτα. Ούτε αν θα σε πληρώσουν και πότε. Ούτε πώς θα
ταξιδέψεις. Όλα είναι προγραμματισμένα. Όλα είναι... first-class. Έχουμε το
δικό μας αεροπλάνο, όπως κάθε ομάδα. Τα ξενοδοχεία που μένουμε είναι τα
καλύτερα. Κάθε παίκτης έχει δικό του δωμάτιο. Ο καθένας έχει την προσωπική του
ζωή. Η ομάδα δεν ελέγχει την ζωή σου. Ασχολείται μόνο με την απόδοσή σου. Σου
παρέχει τα πάντα και εσύ κρίνεσαι στο παρκέ...», περιγράφει ο Στογιάκοβιτς.


Ο 22χρονος φόργουορντ δεν σταματάει. Έχει εντυπωσιαστεί από τη διαφορά
αντίληψης. Από τον προγραμματισμό των ομάδων. Από την οργάνωση. «Τα παιδιά
στον ΠΑΟΚ έχουν τρελαθεί με αυτά που τους λέω. Όλα όσα χρειαζόμαστε για να
δουλέψουμε είναι συγκεντρωμένα σε ένα σημείο. Το γήπεδο, τα γραφεία της
ομάδας, ο γιατρός και ο φυσικοθεραπευτής. Στον ΠΑΟΚ για να πάμε στον γιατρό
έπρεπε να διανύσουμε πέντε χιλιόμετρα από τη μια μεριά της Θεσσαλονίκης και
άλλα τόσα από την άλλη για να συναντηθούμε με τον φυσικοθεραπευτή. Εδώ τα
έχουμε όλα στα πόδια μας. Στα αποδυτήρια έχω... προεδρική καρέκλα. Δερμάτινη,
όπως έχουν οι πρόεδροι. Τζακούζι, σάουνες, ντουλάπια για να κρεμάμε τα ρούχα
μας. Κάτω μοκέτες, παντού. Άλλο πράγμα...».


Το σκηνικό είναι διαφορετικό και την ώρα του αγώνα. Δεν είναι μόνο τα τεράστια
γήπεδα. Δεν είναι μόνο οι κατάμεστες εξέδρες. Ούτε οι επιβλητικοί φωτεινοί
πίνακες. Είναι η ατμόσφαιρα που κάνει το ΝΒΑ να μοιάζει μαγικό. «Οι θεατές
έρχονται να διασκεδάσουν μαζί με τα παιδιά τους. Δεν φοβούνται μην τους έρθει
κανένα μπουκάλι στο κεφάλι. Τρώνε τσιπς, χοτ-ντογκ, πίνουν κόκα-κόλα και
βλέπουν μπάσκετ! Είναι ο τέλειος συνδυασμός αθλητισμού και σόου. Και τα δύο
προσφέρονται σε υψηλό επίπεδο στους θεατές», λέει ο «Πέτζα» για τα κατάμεστα
γήπεδα των ΗΠΑ.


Ο ΣΚΟΤ


Στα πρώτα του βήματα στο ΝΒΑ, εκτός από τον Ντίβατς πολύτιμη βοήθεια του
προσφέρει ο περσινός (προσωπικός) αντίπαλός του. Ο πρωταθλητής Ελλάδας με τον
Παναθηναϊκό Μπάιρον Σκοτ, που βρίσκεται στο Σακραμέντο και εργάζεται ως βοηθός
προπονητής. «Του έκανα πλάκα, όταν τον συνάντησα. "Μας κλέψατε", του είπα και
μου απάντησε ότι το κατέκτησαν δίκαια. Ο Μπάιρον είναι καταπληκτικός.


Ήταν στη θέση μας μέχρι πριν από λίγους μήνες και μπορεί, καλύτερα από τον
καθένα, να μας βοηθήσει. Έχει τεράστια εμπειρία από το ΝΒΑ. Έπαιζε στην
καλύτερη ομάδα (Λέικερς) και κατέκτησε τίτλους».


Πολύτιμη όμως για τον «Πέτζα» ήταν και η εμπειρία που του πρόσφερε ο ΠΑΟΚ.
Μπορεί να μην πήγε σε κολέγιο, αλλά η ομάδα της Θεσσαλονίκης τού έδωσε πολλά.
«Ο ΠΑΟΚ για εμένα ήταν το καλύτερο κολέγιο. Άρπαξα την ευκαιρία και σε ηλικία
μόλις 17 χρόνων έγινα ο ηγέτης της ομάδας. Έπαιρνα ευθύνες πάνω μου. Ο ΠΑΟΚ
μού έδωσε τη δύναμη να πάρω την απόφαση να δοκιμάσω την τύχη μου στο ΝΒΑ.
Μεγάλωσα μαζί του πιο γρήγορα από την ηλικία μου».


Αυτή είναι η θετική πλευρά της «ευρωπαϊκής θητείας». «Ο παίκτης που έρχεται
από την Ευρώπη ίσως χρειαστεί μεγαλύτερο χρόνο για να προσαρμοστεί στο ΝΒΑ,
από εκείνον που προέρχεται από κολέγιο.


Παίζουν το ίδιο μπάσκετ. Γρήγορο και δυνατό. Μέσα στην ίδια χώρα. Χρειάζεται
πολλή δουλειά. Διπλή προσπάθεια στις προπονήσεις».


ΤΟ «16»


Αυτός ήταν, μάλιστα, ο ένας από τους δύο λόγους που έκαναν τον «Πέτζα» να
διαλέξει το νούμερο 16 για τη φανέλα του. «Στον Ερυθρό Αστέρα και τον ΠΑΟΚ
φορούσα το 8. Κάνω νέα αρχή και είπα να πάρω διπλό νούμερο, για να προσπαθήσω
διπλά».


Ο έτερος λόγος είναι συναισθηματικός. Του θυμίζει το ξεκίνημά του.


«Στο Παπούκ, όταν ξεκίνησα, ήμουν μόλις 14 χρονών. Ήμουν ο 13ος παίκτης και
μου είχαν δώσει το 16.


Ήταν το πρώτο νούμερο που φόρεσα. Έτσι το διάλεξα και εδώ, παρότι το 8 ήταν
ελεύθερο στο Σακραμέντο».






Εναντίον του Μάριο Έλι των Σαν Αντόνιο Σπερς ο Πρέντραγκ Στογιάκοβιτς πήρε το
βάπτισμα του πυρός


ΘΑ ΗΘΕΛΕ να γινόταν επιχειρηματίας. Να είχε σούπερ μάρκετ ή κάποιο μαγαζί,
όπως οι γονείς του στο Πάπουκ. Το μικρό χωριό στην Κροατία, όπου έζησε μέχρι
τον πόλεμο.


Αυτά όταν ήταν μικρός. Όταν το εμπόριο και οι μπίζνες τον ενθουσίαζαν. «Ήθελα
να ακολουθήσω τις δουλειές των γονιών μου. Στο σχολείο με ρωτούσαν τι θα γίνω
όταν μεγαλώσω και τους έλεγα μαγαζάτορας. Μάλιστα άρχισα να σπουδάζω πάνω σε
αυτό. Μετά, όταν κατάλαβα ότι θα γίνω επαγγελματίας μπασκετμπολίστας, πήγα
στην Γυμναστική Ακαδημία», θυμάται για τα σχολικά του χρόνια ο Στογιάκοβιτς.


«Καθένας πρέπει να βρει τον δρόμο του. Να ανακαλύψει τι είναι αυτό που του
έχει χαρίσει ο Θεός και οι γονείς του! Τότε δοκίμασα να παίξω σε πολλά
αθλήματα. Ξεκίνησα με ποδόσφαιρο. Έπαιξα βόλεϊ, ακόμη και χάντμπολ. Βρήκα ότι
μου ταιριάζει το μπάσκετ και αφοσιώθηκα σε αυτό. Πήγα σε μια ομάδα που είχε το
Πάπουκ. Την Σλάβαν Καπόζεκα και έκανα προπόνηση δύο φορές την εβδομάδα. Ο
πατέρας μου είχε αγοράσει και τα παπούτσια του Ντράζεν (Πέτροβιτς). Ήταν
"Cronos" και είχαν πάνω την υπογραφή του. Όλοι μας μεγαλώσαμε μπασκετικά με
τον Πέτροβιτς. Μετά άρχισε ο πόλεμος και εμείς οι Σέρβοι, που ήμασταν στην
Κροατία, είχαμε προβλήματα», εξιστορεί ο παίκτης των Σακραμέντο Κινγκς, που
γνώρισε τη σκληρότητα του πολέμου σε ηλικία 14 χρόνων.


«Τα παιδικά μου χρόνια ήταν πολύ άνετα. Είχαμε μεγάλο σπίτι και οι δουλειές
πήγαιναν πολύ καλά. Μέχρι τον πόλεμο όλα ήταν υπέροχα. Ξαφνικά οι γείτονες, με
τους οποίους έλεγες καλημέρα και συζούσες, μισούσαν ο ένας τον άλλον.
Καταλάβαμε ότι το κλίμα δεν μας σήκωνε άλλο. Αισθανόμασταν ξένοι στην πόλη που
μεγαλώσαμε. Τα χάσαμε όλα. Αφήσαμε το σπίτι. Τα μαγαζιά. Πήραμε ό,τι μπορέσαμε
και κατεβήκαμε στο Βελιγράδι».


Στην πρωτεύουσα, οι πρώτοι μήνες ήταν δύσκολοι. «Στριμωχτήκαμε σε ένα
διαμερισματάκι. Η μητέρα μου, δεν είχε δυνάμεις για να δουλέψει. Όλο το βάρος
έπεσε στον πατέρα μου και τον βοηθούσε ο αδελφός μου (μεγαλύτερός του κατά
τρία χρόνια)».


Το μέλλον φαινόταν ξανά ευοίωνο. Η οικογένεια Στογιάκοβιτς απέκτησε οικόπεδο
και έκτισε πάλι σπίτι. Όπως εκείνο στο Πάπουκ. Και ο Πέτζα συνέχισε να ζει για
το μπάσκετ. Για χάρη του έφυγε από το Βελιγράδι και κατηφόρισε στη
Θεσσαλονίκη. Από Στογιάκοβιτς, έγινε Κίνης και έμεινε εκτός αγώνων για έναν
χρόνο. Μέχρις ότου τακτοποιηθούν τα χαρτιά του. «Στον Ερυθρό Αστέρα ήθελαν να
υπογράψω εξαετές συμβόλαιο. Εγώ ήθελα 4ετές. Η ευκαιρία του ΠΑΟΚ ήταν
μοναδική. Η Ελλάδα μού έδωσε την ευκαιρία να δείξω την αξία μου, αφού η
Γιουγκοσλαβία ήταν σε εμπάργκο».


ΜΠΟΡΕΙ να αισθάνεται την Ελλάδα δεύτερη πατρίδα του. Μπορεί η δική του να
διαλύθηκε και να την έζησε μόνο για λίγους μήνες. Όμως όταν η Γιουγκοσλαβία
τον καλεί δεν χρειάζεται σκέψη για την απάντησή του. «Όταν έχεις μία επιλογή,
έχεις μια επιλογή. Από την Εθνική Ελλάδας δεν είχα ποτέ πρόταση. Από την
Εθνική Γιουγκοσλαβίας μού είχαν μιλήσει πολλές φορές. Δεν είχα δίλημμα. Ήταν
εύκολη απόφαση και πλέον περιμένω με λαχτάρα να παίξω για τη Γιουγκοσλαβία»,
απαντά ο Στογιάκοβιτς, που ζητεί λίγα πράγματα από τη ζωή του. «Ευτυχία είναι
να έχεις υγεία. Εσύ και η οικογένειά σου. Όλα τα άλλα θα έρθουν. Όσα είναι να
έρθουν... Εγώ θέλω μόνο την υγειά μου και τίποτα περισσότερο». Άλλωστε η
έλλειψη υγείας είναι ο βασικός λόγος για να καταστραφεί ένας αθλητής. Όχι όμως
ο μοναδικός. «Ένα αστέρι κινδυνεύει από τον εαυτό του. Από τον χαρακτήρα του.
Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι, όπως έχει δείξει η ιστορία, όλοι οι μεγάλοι
αθλητές ήταν μεγάλοι ως άνθρωποι. Δυνατοί και ακέραιοι ως χαρακτήρες»,
επισημαίνει ο πρώην άσος του ΠΑΟΚ.


Η εξέλιξή του στο μπάσκετ, τον έκανε ολοένα και πιο διάσημο. Ανέβαινε ψηλά.
Ψηλότερα. Η ζωή του άλλαζε. Ο χαρακτήρας του όμως όχι. «Μπορώ να απολαμβάνω
περισσότερα πράγματα, αλλά είμαι όπως ήμουν πριν γίνω διάσημος. Έχω τους
ίδιους φίλους. Έχω τις ίδιες απόψεις για τη ζωή. Έχω την ίδια εικόνα για τον
κόσμο, βλέποντάς τον από... ψηλά», πιστεύει για τον εαυτό του. Οι εμπειρίες
και όχι η διασημότητα ήταν εκείνες που τον άλλαξαν σε ορισμένα πράγματα. «Στην
αρχή με έπιαναν κορόιδο ορισμένοι που με πλησίαζαν για το συμφέρον τους.
Απογοητεύτηκα από πολλούς που με προσέγγισαν για να με εκμεταλλευτούν».


Το μεγαλύτερο όμως σοκ το έζησε στον τραυματισμό του. Δεν ήταν θέμα ατυχίας
αφού τον είχαν κοροϊδέψει. «Εκείνη την εποχή μού έλεγαν ψέματα. Πριν φύγω για
το Σακραμέντο έμαθα πως εκείνος που είδε πρώτος την ακτινογραφία και το
σπινθηρογράφημα που είχα κάνει, είχε διαπιστώσει ότι είχα ρωγμώδες κάταγμα.
Εμένα μου είπαν ότι δεν είχα τίποτα. Στο Περιστέρι, που έσπασε το πόδι, δεν
ήμουν απλά άτυχος...».


Το ψέμα είναι εκείνο που τον ενοχλεί περισσότερο. Ακόμη και αν χρειαστεί να
πει «ψέμα που σώζει», υποστηρίζει ότι θα προτιμήσει την «αλήθεια που
σκοτώνει». «Έχω μάθει να λέω την αλήθεια. Ήταν το πρώτο που μού δίδαξαν οι
γονείς μου».


Ο Βλάντε (Ντίβατς), ο Λόρενς (Φάντεμπεργκ) και ο Μπάιρον (Σκοτ) είναι
εκείνοι που τον βοηθούν να αισθάνεται πιο άνετα στην ομάδα.


Στη ζωή του, στο σπίτι του, τον ρόλο αυτό παίζει η οικογένεια του. Άπειροι
και εκείνοι στον αμερικανικό τρόπο ζωής, προσαρμόζονται μαζί του. «Τους έφερα
για να μη με "φάει" η μοναξιά. Το σπίτι είναι πολύ μεγάλο, μας χωράει όλους
και βρίσκεται στην καλύτερη περιοχή της πόλης».


Το Σακραμέντο όμως δεν είναι Θεσσαλονίκη. «Είναι πολύ ήσυχη πόλη. Δεν έχεις
πολλά πράγματα να κάνεις. Τον νέο άνθρωπο τον "σκοτώνει". Πού η Θεσσαλονίκη;
Ζωντανή πόλη. Σου δίνει ενέργεια. Μου λείπουν οι βόλτες στους δρόμους της. Μου
λείπουν τα παιδιά του ΠΑΟΚ. Να βγούμε παρέα, να πιούμε καφεδάκι, να ξενυχτήσουμε».


Του λείπουν τα Λαδάδικα. Του λείπει ο τρελο-Γιαννούλης και ο Σωτηράκης ο
Νικολαΐδης. Του λείπει η Θεσσαλονίκη. «Έχω φωτογραφίες στο σπίτι και μου
θυμίζουν την Ελλάδα. Φωτογραφίες με τα φιλαράκια μου στη Θεσσαλονίκη. Θα έρθω
σίγουρα το καλοκαίρι για διακοπές» λέει ο Στογιάκοβιτς.


«Αν δεν έχω ματς ή προπόνηση, πηγαίνω σπίτι του Ντίβατς ή έρχεται αυτός στο
δικό μου. Έχω και Έλληνες φίλους, που μένουν μόνιμα εδώ. Τους είχα γνωρίσει
όταν είχα έρθει εδώ πριν από δύο χρόνια για αποθεραπεία. Κάνουμε παρέα. Στο
Σακραμέντο έχει αρκετούς Έλληνες και Γιουγκοσλάβους. Όμως, ειλικρινά, μου
λείπει η Ελλάδα. Δεν θέλω να λέω ψέματα ούτε υπερβολές. Από την πρώτη στιγμή ο
κόσμος στη Θεσσαλονίκη, στην Ελλάδα γενικότερα, με δέχτηκε. Δέχτηκε την
οικογένειά μου και αισθάνομαι Έλληνας. Η Ελλάδα είναι για εμένα η δεύτερη
πατρίδα μου. Τη δική μου την έχασα. Έζησα μόλις ενάμιση χρόνο στο Βελιγράδι
και μετά σε ηλικία 16 χρόνων πήγα στη Θεσσαλονίκη. Είναι λογικό να αισθάνομαι
Έλληνας. Δεν λέω ψέματα...».