|
|
Ο δημόσιος λόγος του Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου για μεγάλα θέματα της
σύγχρονης Ελλάδας έθεσε το πρόβλημα των ορίων της Εκκλησίας. Η πεποίθηση ότι
οι απαντήσεις που δόθηκαν στο παραπάνω πρόβλημα δεν είναι ορθές οδήγησαν στη
συγγραφή αυτού του άρθρου. Επιδίωξή μου είναι να προτείνω μια μέθοδο
αξιολόγησης της δημόσιας παρέμβασης του Αρχιεπισκόπου.
|
|
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ Εκκλησία έγινε αυτοκέφαλη το 1833. Οι Βαυαροί την ενθάρρυναν να
αποσπαστεί διοικητικώς από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, για να αποκτήσουν ένα
ελεγχόμενο έρεισμα στα ελληνικά πράγματα. Από τότε ξεκίνησε η ταύτιση της
Εκκλησίας με το Κράτος. Απομακρυσμένη από τον πνευματικό της ρόλο η Ορθόδοξη
Εκκλησία της Ελλάδος λειτουργούσε ως υποχείριο της πολιτικής εξουσίας. Με
εξαίρεση τον μεμονωμένο ιερέα, τον παππούλη της παράδοσής μας, που τη διέσωσε
στη συνείδησή μας.
Στο πεδίο του Συντάγματος οι σχέσεις Κράτους – Εκκλησίας είναι
πολιτειοκρατικές: για τα οργανωτικά θέματα της Εκκλησίας, η Πολιτεία
επικρατεί, δηλαδή έχει τον τελευταίο λόγο. Πιο συγκεκριμένα: τα οργανωτικά
ζητήματα ρυθμίζονται με τον καταστατικό χάρτη της Εκκλησίας, που ψηφίζεται
όμως από τη Βουλή. Τα δε κορυφαία της όργανα, καθώς και το αυτοκέφαλον αυτής
κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα. Ταυτοχρόνως, η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης
Εκκλησίας του Χριστού ανάγεται σε επικρατούσα. Συνεπώς, το Σύνταγμα την τιμά
αναγνωρίζοντάς την ως στοιχείο όχι μόνο της εθνικής, αλλά και της κρατικής μας υπόστασης.
ΧΑΛΑΡΩΣΗ ΔΕΣΜΩΝ
Το Σύνταγμα του 1975/86 επέφερε μια χαλάρωση των δεσμών Κράτους και Εκκλησίας.
Παρ’ όλα αυτά ίσως για λόγους αδράνειας, ίσως λόγω αδυναμίας η Εκκλησία έμεινε
εναγκαλισμένη με το κράτος κι υποταγμένη σ’ αυτό. Και παρέμενε στο περιθώριο
της κοινωνικής ζωής, αφού αδυνατούσε να διαδραματίσει ρόλο πνευματικού ταγού
και παράγοντος αυτογνωσίας του σύγχρονου Έλληνα. Ενώ παράλληλα συμμετείχε στην
πολιτική μας ζωή ως πελατειακός μηχανισμός βουλευτών και κομμάτων. Για να
διατηρηθεί μάλιστα στον τυπικό της ρόλο ως επικρατούσας θρησκείας γαντζωνόταν
α) στην τιμητική συνταγματική της αναγόρευση και β) στη θρησκευτική
ανελευθερία (τρομοκρατία των πιστών άλλων θρησκειών μέσω της σκοταδιστικής
νομοθεσίας περί προσηλυτισμού και φυλακίσεις των αντιρρησιών συνείδησης).
Τα τελευταία, όμως, τρία χρόνια η Ελλάδα κατέστη επιτέλους τόπος θρησκευτικής
ελευθερίας. Με παρεμβάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης και του υπουργού Εθνικής
Άμυνας περιθωριοποιήθηκε η νομοθεσία περί προσηλυτισμού και προβλέφθηκε η
εναλλακτική στον στρατό κοινωνική υπηρεσία. Η δε Εκκλησία με την ανακαίνιση,
που υποσχέθηκε ο νέος Προκαθήμενός της, ξεκίνησε την αναζήτηση του ρόλου που
θα αναδείκνυε την ορθόδοξη πίστη σε πραγματικώς και όχι μόνο τυπικώς επικρατούσα.
Μόλις όμως γεννήθηκαν οι ελπίδες ότι Κράτος και Εκκλησία αλληλοαπελευθερώθηκαν
και θα μπορέσουν επιτέλους να λειτουργήσουν υπό καθεστώς συναλληλίας
(αλληλεγγύως, δηλαδή, αλλά με ρόλους ξεχωριστούς), άρχισαν τα νέα προβλήματα.
Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος ομιλεί περί όλων των θεμάτων της πολιτικής, όπως
η εκπαίδευση, η δημόσια τάξη, τα εξωτερικά θέματα, η Τοπική Αυτοδιοίκηση, η
ανεργία κ.ο.κ. Και αμέσως ετέθη το ερώτημα αν έχει δικαίωμα να μιλά για τέτοια ζητήματα.
ΛΑΝΘΑΣΜΕΝΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
Στο ερώτημα αυτό δόθηκαν με σπουδή δύο απολύτως λανθασμένες απαντήσεις.
Η πρώτη απάντηση: Υποστηρίχθηκε ότι η Εκκλησία δεν δικαιούται λόγου για
πολιτικά θέματα. Αυτό, όμως, είναι λάθος. Τόσο από θεολογική όσο και από
συνταγματική σκοπιά. Η Εκκλησία φροντίζει για τους ανθρώπους, για όλους τους
ανθρώπους. Βαθύτερος σκοπός της είναι να ζήσουν οι άνθρωποι ως πρόσωπα.
Δηλαδή, η σωτηρία τους. Ταυτοχρόνως οφείλει να φροντίζει και για τα
καθημερινότερα και επίγεια, αλλά άκρως σημαντικά ζητήματα της ειρήνης, της
δικαιοσύνης και της ευημερίας τους. Έτσι, η Εκκλησία οφείλει να ανησυχεί για
θέματα όπως τα ναρκωτικά, η εκπαίδευση, η ασφάλεια κ.λπ. όχι μόνο των πιστών
της, αλλά όλων των ανθρώπων, υπό οποιοδήποτε καθεστώς κι αν η ίδια λειτουργεί.
Εκείνο, όμως, που δεν μπορεί ποτέ να κάνει, είναι να γίνει η ίδια καθεστώς. Η
Εκκλησία μπορεί να συνυπάρξει, να εμπνεύσει οποιαδήποτε πολιτική. Αλλά δεν
μπορεί ποτέ να γίνει η ίδια κόμμα ή να έχει πρόγραμμα πολιτικό ή να ταυτιστεί
ή να υποστηρίξει άμεσα ή έμμεσα μια πολιτική παράταξη. Σκοπός της είναι να
μεταμορφώσει όλα τα σχήματα, να μπει σε όλες τις ιστορικές μορφές που παίρνει
η οργάνωση της κοινής ζωής των ανθρώπων αυτό άλλωστε είναι η οντολογική
συνέπεια της σαρκώσεως για να συντρίψει το κακό και να γεμίσει όλες τις
ιστορικές πραγματικότητες με το Πνεύμα. Αλλά αυτό είναι διαμετρικά αντίθετο
από το να γίνει η ίδια μία από τις πραγματικότητες αυτές. Παράλληλα ακριβώς με
αυτήν τη θεολογική διδαχή, κινούνται και οι συνταγματικές διατάξεις, αφενός
περί οργάνων του κράτους και αφετέρου περί επικρατούσας θρησκείας. Ο
Αρχιεπίσκοπος, λοιπόν, έχει από συνταγματική πλευρά δικαίωμα και από θεολογική
σκοπιά υποχρέωση να φροντίζει για κάθε τι που αφορά τους ανθρώπους.
Η δεύτερη απάντηση: Να χωριστεί η Εκκλησία από το Κράτος, διότι η
διαπλοκή τους αφήνει περιθώρια ανάμειξής της στην πολιτική. Αυτή η σκέψη είναι
λανθασμένη, τόσο από πλευράς ουσίας όσο και από πλευράς τακτικής. Το ίδιο
πολιτικός μπορεί να είναι ο Αρχιεπίσκοπος με χωρισμένη την Εκκλησία από το
Κράτος. Και ίσως, ως πιο απελευθερωμένος, μπορεί να γίνει και πολιτικότερος.
Και, επιπλέον, εδώ ο χωρισμός θα εμφανιστεί ως τιμωρία. Και αντί να λύσει, θα
επιτείνει το πρόβλημα. Ο χωρισμός Εκκλησίας και Κράτους αποτελεί σοβαρό
ζήτημα, αλλά ως θέμα είναι άσχετο με τις δημόσιες παρεμβάσεις του Αρχιεπισκόπου.
Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
Αν τα όσα προαναφέρθηκαν είναι σωστά, τότε προκύπτει η εξής μέθοδος
αξιολόγησης του αρχιεπισκοπικού λόγου: η Εκκλησία έχει δικαίωμα και υποχρέωση
να μιλά για όλα τα ανθρώπινα προβλήματα. Αλλά είναι τόσο συνταγματικώς όσο και
θεολογικώς ανεπίτρεπτο να ταυτίζεται, να υποκαθιστά, ή να φαίνεται πως κάνει
κάτι τέτοιο, τον λόγο των πολιτικών σχηματισμών ή των κρατικών οργάνων.
Η Εκκλησία μιλά, δεν είναι βουβή, αλλά σημασία έχει τι λέει και πώς το λέει. Ο
λόγος της, ως πνευματικός λόγος, δεν μπορεί να έχει τις λέξεις, το ύφος και το
περιεχόμενο της ίδιας της πολιτικής. Γιατί τότε δημιουργεί και σύγχυση για τις
προθέσεις της. Και εξυπακούεται ότι η δημαγωγία, δηλαδή ο λόγος που συγκινεί
χωρίς να προσφέρει λύσεις, ως εφήμερος κι επικίνδυνος είναι εξ ορισμού έξω από
τη φύση της Εκκλησίας.
Επικρατούσα ή μη, χωρισμένη από το κράτος ή μη, η Εκκλησία πρέπει να καταλάβει
ότι είναι χρήσιμη σε όλους τους Έλληνες. Από αυτήν, λ.χ., θα περίμενε κανείς
να στήσει με καθυστέρηση δύο αιώνων τις γέφυρες ανάμεσα στον σύγχρονο
Έλληνα, στο Βυζάντιο και την αρχαιότητα. Κάτι δηλαδή που πέτυχε η παράδοσή
μας, αλλά απέτυχαν να αντιμετωπίσουν το εκπαιδευτικό σύστημα, η πνευματική
ηγεσία και η αδρανούσα πνευματικώς Εκκλησία. Θα περίμενε δηλαδή κανείς από την
Εκκλησία, να προσπαθήσει να συμβάλει από την πλευρά της στην αυτογνωσία μας,
τώρα που λόγω παγκοσμιοποίησης την χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ. Κάτι
τέτοιο, όμως, ο Αρχιεπίσκοπος δεν κάνει. Τέτοια πνευματικά θέματα δεν άνοιξε.
Το υπάρχον εδώ και δεκαετίες θεολογικό έλλειμμα δεν φαίνεται να το αντιμετωπίζει.
ΛΑΘΟΣ ΤΡΟΠΟΣ
Αντίθετα, αν και τα θέματα που θίγει ανήκουν στο περιεχόμενο του έργου του, ο
τρόπος του, το ύφος του και τα λόγια του τον μεταφέρουν στο πεδίο της πολιτικής.
Πράττει, άραγε, έτσι λόγω παρεξήγησης; Επωφελείται της δυσπιστίας της κοινής
γνώμης προς τους πολιτικούς; Έχει κάτι άλλο κατά νου; Οι απαντήσεις στα
ερωτήματα αυτά δεν είναι αρμοδιότητα του γράφοντος. Υπάρχουν όμως ορισμένα
πράγματα που ο Αρχιεπίσκοπος πρέπει να τα εκτιμήσει από τώρα. Πριν
δημιουργήσει εντάσεις σε επικίνδυνες στιγμές ή περιοχές. Όση απήχηση κι αν
έχει ο λόγος του, ωστόσο δημιούργησε αρνητικές εντυπώσεις στους σοβαρούς της
πολιτικής και στους πνευματικούς της Εκκλησίας. Άλλωστε, η πολιτική, ως
συγκουσιακή λειτουργία, προϋποθέτει και δημιουργεί εχθρούς και φίλους. Αυτή
είναι η πεμπτουσία της. Αυτός, όμως, είναι ο ρόλος της Ορθόδοξης πίστης και
της Εκκλησίας;
Το παρόν κείμενο στόχευσε στη διαμόρφωση μιας μεθόδου επίλυσης των προβλημάτων
που δημιουργεί η δημόσια παρέμβαση της Εκκλησίας επί Αρχιεπισκόπου
Χριστόδουλου. Κι αν η προτεινόμενη μέθοδος είναι σωστή, τότε πάνω σ’ αυτή
μπορεί να οικοδομηθεί α) η στάση της κυβέρνησης απέναντι στο πρόβλημα αυτό,
που ακόμη αναμένεται, και β) ο επαναπροσδιορισμός της στάσης του
Αρχιεπισκόπου, που θα ήταν «ευχής έργον».
aΟ Ανδρέας Λοβέρδος είναι αναπληρωτής καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου
στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.








