Οταν για τα οκτώ στα δέκα διηγήματα της «Τραμπάλας» αντιλαμβάνεται κανείς από την αρχή τους ακόμη ότι πρόκειται για πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις (για παράδειγμα «Η θέση που διαλέγω είναι πάντα δίπλα στο παράθυρο», «Οταν πρωτομπήκα στο καινούργιο διαμέρισμα και βρέθηκα ανάμεσα στους άδειους κατάλευκους τοίχους», «Ούτε που ξέρω γιατί μάζεψα εκείνον τον σκοτωμένο σκαντζόχοιρο» ή «Η μικρή χοροπηδούσε με όλη της την ψυχούλα πάνω μου»), έχει σαφώς την αίσθηση μιας ανακολουθίας διαβάζοντας στο οπισθόφυλλο: «Ανθρωποι που βασανίζονται εξίσου από τη μοναξιά και τη συντροφικότητα. Ανθρωποι που στέκονται αμήχανοι και αμφίθυμοι μπροστά στη ζωή όπως αυτή συντίθεται από τα αδιέξοδα των ερωτικών σχέσεων και της οικογένειας, την ανεπάρκεια του ατόμου και της κοινωνίας, τις παγίδες της μνήμης και το αναπότρεπτο του θανάτου».

Αδιάλειπτη παρουσία

Ετσι όπως δεν πρόκειται για ανθρώπους, αλλά για έναν στην πραγματικότητα άνθρωπο, τον πρωτοπρόσωπο αφηγητή, το μειονέκτημα που συνιστά θεωρητικά το πρώτο πρόσωπο, αφού η αδιάλειπτη παρουσία του σε ωθεί να συμπεραίνεις διαρκώς μια μορφή εξομολογητικότητας, ο Γκέζος το μετατρέπει σχεδόν αυτόματα σε πλεονέκτημα. Κυριολεκτώντας θα έλεγε κανείς πως έχουμε ένα είδος εσωτερικού μονολόγου που ενώ φαίνεται να περιορίζει τη δράση, αντίθετα τη διευρύνει απεριόριστα, έτσι ώστε ένα πλήθος ανθρώπων θα ήταν αδύνατον να μετέλθει με τόση καταλυτική ενάργεια περιπέτειες προορισμένες να φτάσουν στο απόγειό τους χάρη στον έναν και μοναδικό ήρωα των δέκα διηγημάτων. Αν η πεζογραφία του Γκέζου μοιάζει να συγγενεύει με την ποίηση, δεν είναι γιατί θα χαρακτήριζες ως ποιητικούς τους εκφραστικούς του τρόπους, όσο γιατί ένας ρυθμός και μια ελλειπτική ή φαινομενικά ανακόλουθη, ως προς τη συνέχεια ενός αισθήματος, διατύπωση κάνουν τα επιμέρους στοιχεία ν’ αποκτούν την προοπτική τους όταν έχει ολοκληρωθεί το παζλ των μοτίβων, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση πολύ σωστά τα αριθμεί το οπισθόφυλλο.

Το στοιχείο της ανατροπής

Ακόμη και μια πρόθεση τη λοξή του ματιά ο Γκέζος να μην την ασκεί μόνο σε όσα «θέματα», αν δεν την επιβάλλουν ευθέως, την υπαγορεύουν σε κάποιο βαθμό, έχει ως αποτέλεσμα το στοιχείο της ανατροπής να γίνεται αφαντάστως πιο αιχμηρό καθώς μειώνεται βέβαια η έκπληξη που θα μπορούσε να προκαλέσει, αναδεικνύεται όμως ακόμη πιο αυθεντικό το βαθύ μαύρο που φαίνεται να τα τυλίγει όλα. Και είναι αυτή η συγγένεια με την ποίηση που δικαιολογεί, ώς έναν τουλάχιστον βαθμό, τον ανεπίτρεπτο σε μια καθαρόαιμη πεζογραφία «παραλογισμό», αφού ο Γκέζος μοιάζει να έχει συλλάβει ένα κυρίαρχο «μυστικό» της, το πότε μπορεί να μεταβάλλεται σε έκφραση μιας εντελώς ιδιαίτερης εσωτερικότητας, το αθέατο, αν και υπαρκτό, μέσα στον κόσμο περιστατικό. Αλλιώς πώς να εξηγηθεί η συνύπαρξη μέσα στο θαυμάσιο «Κεφάλι στο τζάμι» μιας λεπτομέρειας αμνημόνευτης μακραίωνης καταγωγής, αλλά αδιατύπωτης με τις συγκεκριμένες λέξεις, όπως «το τρένο που τρέχει ολοένα μπροστά, χωρίς να νοιάζεται για τον αέρα που σχίζει στα δύο, για το σκουλήκι που τυχαίνει να περνάει εκείνη τη στιγμή από τις ράγες και το κάνει κομμάτια», με το κοινότοπο στην παραδοξότητά του «ύστερα παίρνω το κεφάλι στα χέρια μου, το βγάζω έξω από το τζάμι και το πετάω στο φύλλωμα ενός δέντρου, το ρίχνω πλαγιαστά στη λίμνη και κάνει ένα – δύο – τρία – τέσσερα πηδήματα».

Δεν χρειάζεται, ενώ μπορεί να περιγράψει κανείς θαυμάσια ένα τοπίο ή ένα ποτήρι, αποκαλύπτοντας αθέατες ρωγμές του, να το γυρίσει ανάποδα ώστε με τον τρόπο αυτόν να γίνει πιο αποκαλυπτικό. Τόσο περισσότερο στον Γκέζο όταν πλεονάζουν αρετές του τύπου ονόματα όπως αυτά των καλλιτεχνών Βαν Γκογκ, Ζορζ Μπρακ, Εντβαρντ Μουνκ, Ακίρα Κουροσάβα ή της «Δίκης» του Κάφκα, να γίνονται το αναπόφευκτο πλαίσιο μιας ζοφερής καθημερινότητας, χωρίς να προσδίδουν ίχνος διανοουμενίστικου στοιχείου στα διηγήματα, ενώ αντίθετα ένα ολοφάνερο άγχος του συγγραφέα ώστε να γραφεί οπωσδήποτε ένα διήγημα να μην εντοπίζεται παρά αραιά και πού καθώς περισσεύουν σε όλα η έμπνευση και η παρατηρητικότητα. Ακόμη κι όταν αυτοκαταναλώνονται χωρίς αποχρώντα λόγο, το αποτέλεσμα είναι σχεδόν ένα σύμπαν γεωμετρημένο με τους παλμούς του που αν τους διαχωρίσεις από τον αφανέρωτο, μυστικό λόγο που τους υπαγορεύει, αυτομάτως εκπίπτουν σε καρικατούρα. Να το προσόν της πεζογραφίας του Γκέζου που διαχέεται σε όλες τις σελίδες του βιβλίου του, όπως ακριβώς το εννοεί το περίφημο απόφθεγμα «φύσις κρύπτεσθαι φιλεί»: να «καταγγέλλει» το υπαρκτό, το νόμιμο, το πραγματικό ως κάτι φθηνό ή και γελοίο, αν τα διαχωρίσει κανείς από την άρρητη προοπτική τους.

Ακόμη κι ένα χασμουρητό ή το κοίταγμα από ένα μπαλκόνι στον δρόμο μπορεί να συνιστά αφορμή για να γραφεί ένα διήγημα, η όλη αφήγηση όμως δεν κρίνεται από το πόσο ευρηματικός παραμένει στη συνέχεια ο συγγραφέας, αλλά από το πώς εντάσσει μια φαινομενικά ασήμαντη λεπτομέρεια σ’ ένα πλαίσιο ώστε όλα, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για εξομολόγηση ή παρατήρηση, περιστατικό ή αναπόληση, σχολιασμό ή διαπίστωση, ν’ αποκτούν μαζί αλλά και το καθένα για λογαριασμό του την οργανική σημασία που έχει σ’ έναν πίνακα το κυρίαρχο χρώμα του ζωγράφου.

Αν και σε όλα τα διηγήματα αναρωτιέσαι για το πότε, το πού και το γιατί, σε σχέση με το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον που μέσα του συντελούνται όλα αυτά, αρκούν οι τρεις – τέσσερις νύξεις που υπάρχουν σε όλο το βιβλίο για να μην αισθάνεσαι πως έχεις να κάνεις απλά με την έκθεση των σωψύχων ενός ανθρώπου. Αλλωστε όσα συμβαίνουν μέσα σ’ ένα δωμάτιο δεν είναι μικρογραφία, είναι όσα θα παρατηρούσε κανείς σ’ έναν δρόμο ή σε μια πόλη. Αν ο εσωτερικός και ο εξωτερικός χώρος (η συνάντηση με τον κουρελή με το σαπισμένο πόδι στη «Μύγα» θα είχε τη θέση της σε μια παγκόσμια ανθολογία «μαύρης» λογοτεχνίας) φαίνεται να μοιράζονται τις κάθε λογής περιπέτειες, δεν είναι για να υπάρξει μια ισορροπία ανάμεσά τους. Αλλά κυρίως για να μας αποκαλυφθεί πως όσο δυσβάσταχτη ή αδιέξοδη είναι η πραγματικότητα γύρω μας, άλλο τόσο είναι μέσα μας. Χωρίς την ανακούφιση πως, αν τύχαινε να συμπέσουν, η μία θα χρεωνόταν την ύπαρξη της άλλης. Γι’ αυτό και «η αθλιότητα του κόσμου πάντα με έκανε να αισθάνομαι καλύτερα για μένα, όπως όταν ακούς μια είδηση για τσουνάμι στην Ασία και λες εντάξει, καλά είμαστε».

Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Τραμπάλα

Εκδ. Μελάνι, 2016, σελ. 112

Τιμή: 9 ευρώ